Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοπαρουσιάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοπαρουσιάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

"Η γυναίκα από την πρωτόγονη στην αγροτική οικονομία - Μια συνοπτική περιδιάβαση", ομιλία της Μαρίας Σκιαδαρέση κατά την παρουσίαση του τόμου, "Η Φωνή" της στο Νέο Φάληρο


 

Η θέση της γυναίκας σήμερα, τουλάχιστον στις δυτικές κοινωνίες, σίγουρα είναι βελτιωμένη σε σχέση με αυτή των εποχών της πατριαρχίας που δεν της επέτρεπε να διαχειρίζεται η ίδια τα περιουσιακά της στοιχεία, να έχει λόγο για την ανατροφή και τις σπουδές των παιδιών και άποψη για τα κοινά. Τότε δηλαδή που ήταν μόνον η “βασίλισσα” του σπιτιού της, όπως συνήθιζαν να της χρυσώνουν το χάπι, για να δέχεται και ιδεολογικά τον ρόλο της ως υποδεέστερο ον σε σχέση με τον άντρα.

Σήμερα η γυναίκα, νομικά, έχει ίσα δικαιώματα με τον άντρα, εργάζεται ισότιμα με αυτόν, παράγει, κερδίζει χρήματα, μεγαλώνει παιδιά μόνη της εκτός γάμου.

Παρ’ όλα αυτά όλο και πληθαίνουν οι ειδήσεις για κακοποίηση γυναικών -ψυχολογική, λεκτική και σωματική-, φόνους, ενδοοικογενειακή βία και άλλα τέτοια ζοφερά. Γιατί;

Η πατριαρχία, έτσι όπως στήθηκε μετά την επικράτηση των μεγάλων αυτοκρατοριών της Ανατολής, μεταλαμπαδεύτηκε στον δυτικό κόσμο, που έβγαινε τότε σιγά σιγά από τον πρωτογονισμό του, “αναπτυσσόμενος”, και συνεχίστηκε διογκούμενη έως ότου, κάποια στιγμή καθιερώθηκε πλήρως ως θεσμοθετημένος τρόπος επιβολής της αντρικής θέλησης απέναντι στη γυναίκα και συνολικά στην οικογένεια. Παράλληλα με την εξέλιξη αυτή παγιώνονται και τα σαφή χαρακτηριστικά των κοινωνικών τάξεων όπου εμφανίζονται αποκλίσεις συμπεριφοράς προς τη γυναίκα. Για παράδειγμα, οι γυναίκες του “λαού”, για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη που όλοι κατανοούν, σε μεγάλες ιστορικές περιόδους έζησαν πιο “ελεύθερες”, ή έτσι έδειχναν να ζουν, από τις αντίστοιχες γυναίκες της αριστοκρατίας και αργότερα της αστικής τάξης, δεδομένου ότι στην κυρίαρχη ταξική ανδροκρατική δομή η γυναίκα ήταν απλώς ένα εξάρτημα της πατριαρχικής κοινωνίας, όχι μόνο στον παραδοσιακό αλλά και στον νεωτερικό βιομηχανικό και μεταπρατικό κόσμο. Μην ξεχνάμε ότι στη Γαλλική Επανάσταση, παρότι οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά και ισότιμα με τους άντρες, κανείς από τους αστούς ηγέτες της δεν θεώρησε απαραίτητο να τις καταξιώσει ηθικά ή νομοθετικά, ούτε καν να αναφέρει τη γυναικεία δυναμική που αναπτύχθηκε καθ’ όλη εκείνη την εμβληματική εξέγερση.

 

Όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι από καταβολής ανθρώπινων κοινωνιών και, αν αυτό παρηγορεί τις γυναίκες, θα έλεγα ότι, στη διαχρονία τους, έζησαν και λειτούργησαν ελεύθερες, ως αυταξίες, πολύ περισσότερα χρόνια απ’ όσα έζησαν ως δορυφόροι των ανδρών.

Οι ερευνητές του παρελθόντας -19ου και 20ου αιώνα-, (αρχαιολόγοι, κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, κ. α.) δέσμιοι της πατριαρχικής αντίληψης  με την οποία είχαν ανδρωθεί, πρόβαλαν και στις προ-γεωργικές, προ -ταξικές προϊστορικές κοινωνίες το μοτίβο του άντρα κυνηγού και της γυναίκας αυστηρά τροφοσυλλέκτριας επιφορτισμένης να μεγαλώνει στη σπηλιά ή στην καλύβα τα παιδιά που γεννούσε.

Να όμως που με την αρωγή της τεχνολογίας στην επιστημονική έρευνα, αποδείχτηκε ότι στις πρώιμες κοινωνίες όχι μόνο άντρας και γυναίκα ήταν εντελώς ισότιμοι, τόσο ώστε να κυνηγούν μαζί, να μαζεύουν μαζί καρπούς και ρίζες, να μεγαλώνουν μαζί τα παιδιά της ομάδας, αλλά και ότι η γυναίκα, ως υπεύθυνη για τα παιδιά που γεννούσε –κάτι που εντυπωσίαζε τον πρωτόγονο άνθρωπο-, είχε και τον πρώτο λόγο στην ανατροφή τους οπότε αυτή είχε τον έλεγχο των αποθεμάτων τροφής, της αποθήκευσής της και του καταμερισμού της, με λίγα λόγια, κρατούσε στα χέρια της όλη τη διαχείριση του πρώιμου εκείνου “οίκου”, γεγονός που της έδινε τον κυρίαρχο ρόλο και λόγο στην ομάδα. Αυτό διήρκεσε για αιώνες, έως ότου, με τις πρώτες συστηματικές εγκαταστάσεις, ο τρόπος ζωής του ανθρώπου άρχισε να αλλάζει.

Παρ’ όλα αυτά, η υπεροχή της γυναίκας μέσα στον κοινωνικό ιστό διαφαίνεται ακόμα σε εποχές ή τόπους που ναι μεν οι άνθρωποι είχαν ήδη εγκατασταθεί καλλιεργώντας πια τη γη και εκτρέφοντας εξημερωμένα ζώα, όμως η γυναίκα, κρατώντας ακόμα από παλαιότερα χρόνια την κυρίαρχη θέση της ως καλύτερη γνώστης της φύσης, λόγω της “μαγικής” ικανότητάς της να συνεχίζει τη ζωή μέσα από τον τοκετό, εξακολουθούσε να χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης και μάλιστα, με την εμφάνιση των πρώτων θρησκειών, είτε να λατρεύεται ως θεά είτε να υπηρετεί θεότητες ως ιέρεια, όπως συνέβαινε στην πρώιμη Αίγυπτο ή στη μινωική Κρήτη.

 

Οι μεγάλες αλλαγές ενέσκυψαν όχι μόνο για το γυναικείο φύλο αλλά και για τους μη κατέχοντες γη, μετά την παγίωση των εννοιών της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, αφού δηλαδή πια επεκτάθηκε ανά τον τότε γνωστό κόσμο η πρώτη πολιτισμική και οικονομική επανάσταση της ανθρωπότητας, αυτή της μετάβασης από την τροφοσυλλογή στην καλλιέργεια της γης, γνωστή ως αγροτική επανάσταση.

Παρότι οι γυναίκες φαίνεται πως είναι οι πρώτες που διαπίστωσαν, ως υπεύθυνες της διαχείρισης της τροφή στην ομάδα, ότι το φυτό που μάζευαν και χρησιμοποιούσαν για να τραφούν μπορούσε, καλλιεργούμενο, να αποδώσει περισσότερους καρπούς, άρα αυτές είναι οι σπορείς της μετάβασης από την τροφοσυλλογή στην τροφοκαλλιέργεια, με το που θεωρήθηκε απαραίτητο να περιχαρακωθεί το κομμάτι γης που καλλιεργεί κάποιος ώστε να διαχωριστεί από εκείνο του άλλου, δηλαδή από τη στιγμή που εμφανίζεται η αίσθηση της ιδιοκτησίας, ο ρόλος της γυναίκας υποβαθμίζεται. Εκ των πραγμάτων γεννιέται η ανάγκη της υπόμνησης της διαφοράς του δικού μου από το δικό σου, μέσα σε κάθε ιδιοκτησία ιδρύεται το σπίτι, “ο οίκος”, με όσα συμπαρομαρτεί, και αναπτύσσεται η οικοτεχνία, με την οποία αρχικά ασχολούνται οι γυναίκες μένοντας στο σπίτι για να γεννούν όσο το δυνατόν περισσότερα εργατικά χέρια για την καλλιέργεια ενώ οι άντρες έχουν πια τον νου τους μην απειλήσει κάποιος την ιδιοκτησία τους. Σιγά σιγά παίρνουν και βοηθούς, αυτούς που δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν για διάφορους λόγους να αποκτήσουν δική τους γη, φτιάχνουν τους δικούς τους στρατούς, όπως και οι άλλοι απέναντι, συνδιεκδικούν εδάφη και διεξάγουν πολέμους γι’ αυτά.

Η “δέσποινα του οίκου” παύει πια να κατέχει τον κύριο λόγο εφόσον οι άνθρωποι στο σπίτι αυξάνονται και επέρχεται καταμερισμός εργασιών. Έτσι η γυναίκα μένει κλεισμένη, υποκείμενη και αυτή στο ευρύτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς  του άντρα, με κύριο ρόλο να κάνει παιδιά και να τα μεγαλώνει, κατά προτίμηση αρσενικά, εφόσον αυτά κληρονομούν την ολοένα αναπτυσσόμενη οικονομία γύρω από τον οίκο, την βιοτεχνία, τον μεταπρατισμό και όλες τις νέες οικονομικές δραστηριότητες, ενώ παράλληλα είναι αυτά που στρατεύονται. Έτσι, τα θηλυκά παιδιά θεωρούνται πλέον μη παραγωγικά και ο καλύτερος ρόλος που τους επιφυλάσσουν οι πατεράδες και τα αρσενικά αδέρφια τους είναι να κλείνουν συμφωνίες με αντιπάλους για να αποφύγουν κάποιο πόλεμο. Εν ολίγοις, οι επιγαμίες εφευρίσκονται ως ο πιο ασφαλής τρόπος να αποκτηθεί νέα γη. Σιγά σιγά η γυναίκα γίνεται ανταλλακτικό μέσον όπως κάποια αντικείμενα, το αλάτι για παράδειγμα, ή, αργότερα, τα μέταλλα.

 

Η θέση της γυναίκας δεν πρόκειται να αλλάξει πλέον, σε Ανατολή και Δύση, και ο βαθμός υποτέλειάς της σχετίζεται με τις κατά τόπους επικρατούσες αξίες,  θρησκείες ή ιδεολογήματα.

Η γυναίκα, ανάλογα και με την τάξη όπου ανήκε, πέρασε από πολλές εναλλαγές στην αντιμετώπισή της από τις πατριαρχικές πρακτικές, και δεν μπόρεσε να σηκώσει κεφάλι παρά αρκετά χρόνια μετά τον Διαφωτισμό (που ούτε αυτός, στο σύνολό του, σκέφτηκε να βελτιώσει ηθικά και νομικά τη θέση της γυναίκας), από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν βγήκε στους δρόμους, διεκδίκησε μια καλύτερη θέση στην κοινωνία και έκανε με μεγάλο κόπο, πόνο και δάκρυα, τον εικοστό πια αιώνα, σημαντικά βήματα.

Παρόλα αυτά ακόμα και σήμερα η γυναίκα παραμένει στο συλλογικό ασυνείδητο των ανδρών ο αποδέκτης των δικών τους βουλήσεων και όταν εκείνη δεν το δέχεται ασκούν επάνω της κάθε είδους βία -ανάλογα με την παιδεία και τον χαρακτήρα του καθενός. Γιατί, μην ξεχνάμε, ότι η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, που συντεταγμένα εκφράστηκε επί αιώνες μέσα από τις ταξικές διαφορές, δημιουργεί αντιπαλότητες ακόμα και ανάμεσα στους ανθρώπους μιας οικογένειας. Η ανέχεια, η έλλειψη παιδείας, η στέρηση αγαθών ή η οικονομική εξάρτηση, αλλά και η πτώση του ηθικού των ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, ταΐζουν τον μινώταυρο της βίας. Και δυστυχώς, συνήθως λόγω σωματικής διάπλασης, το εύκολο θύμα είναι πάλι η γυναίκα.

 

Η Μαρία Ε. Σκιαδαρέση γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολήθηκε με την προϊστορική αρχαιολογία και αργότερα με τη νεότερη ιστορία. Επί χρόνια εργάστηκε σε αρχαιολογική ανασκαφή στην Κρήτη και παράλληλα δίδαξε ιστορία σε γαλλικό λύκειο. Κείμενά της δημοσιεύονται κατά καιρούς σε περιοδικά και εφημερίδες. Έχει γράψει μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, βιβλία για παιδιά και εφήβους. Τελευταίο της βιβλίο: Σαν άνεμος-λόρδος Μπάιρον, εκδόσεις Πατάκη, 2021

Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

“Η γυναικεία φωνή στη λογοτεχνία” της Λίλας Κονομάρα (Από την παρουσίαση του συλλογικού τόμου “η Φωνή της” στο Χαλάνδρι)

 


Από την αρχαιότητα έως σήμερα, η παγκόσμια λογοτεχνία έχει να παρουσιάσει μια πλειάδα γυναικείων χαρακτήρων που διαθέτουν εξαιρετικό πλούτο και ποικιλία.  Αντιγόνη, Μήδεια, λαίδη Μάκβεθ,  Άννα Καρένινα, μαντάμ Μποβαρύ, πόσες και πόσες αξιομνημόνευτες ηρωίδες! Πόσες μοναδικές προσωπικότητες! Ωστόσο αν παρατηρήσουμε τα πράγματα από πιο κοντά θα διαπιστώσουμε τα εξής:

Κατά πρώτον ότι όλες σχεδόν αυτές οι ηρωίδες είναι δημιουργήματα ανδρών συγγραφέων.

Κατά  δεύτερον ότι μέχρι τις αρχές του 20 αιώνα, αναπαράγοντας και διαιωνίζοντας συγκεκριμένα στερεότυπα, οι άντρες συγγραφείς παρουσιάζουν τις γυναίκες σε πολύ συγκεκριμένους ρόλους: της μούσας, της ιδανικής συζύγου και μητέρας, της αγνής, ευαίσθητης, ρομαντικής, υπάκουης ύπαρξης ή αντίθετα της άπιστης, της δολοπλόκας, του ολέθριου θηλυκού, της femme fatale, της μάγισσας που πρέπει να καεί στην πυρά επειδή αρνείται να υποταχθεί. Είτε άγγελος είτε διάβολος, η γυναίκα στη λογοτεχνία δεν προσδιορίζεται ως αυθύπαρκτο ον, όποτε δε αποκλίνει από τους ρόλους που της επιφυλάσσονται και εναντιώνεται στα κοινωνικά πρότυπα, η τιμωρία δεν αργεί.

Κατά τρίτον θα διαπιστώσουμε ένα ακόμα παράδοξο. Η γυναίκα, όπως λέει η Βιρτζίνια Γουλφ στο «Ένα δικό της δωμάτιο» «από πλευράς φαντασίας, έχει ύψιστη σημασία, από πρακτικής πλευράς είναι εντελώς ασήμαντη. Στη μυθοπλασία κυριαρχεί στις ζωές βασιλέων και κατακτητών, στην πραγματικότητα ήταν η σκλάβα οποιουδήποτε αγοριού, όταν οι γονείς του της περνούσαν με το στανιό ένα δαχτυλίδι στο δάχτυλο. Μερικά από τα πιο εμπνευσμένα λόγια, μερικές από τις βαθύτερες σκέψεις στη λογοτεχνία βγήκαν από τα δικά της χείλη. Στην πραγματική ζωή με δυσκολία μπορούσε να διαβάσει, μετά βίας μπορούσε να γράψει…»

 Μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα,   λοιπόν, η ζωή της γυναίκας είναι συνυφασμένη με δεκάδες απαγορεύσεις, περιορισμούς και αποκλεισμούς που συχνά θέτουν σε κίνδυνο την ψυχική, πνευματική και σωματική της ακεραιότητα. Δεν έχει τη δυνατότητα να μορφωθεί, να βγει στην αγορά εργασίας χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα ή του συζύγου της, να επιλέξει τον σύζυγό της, να διαθέσει το σώμα της όπως εκείνη θέλει και πάνω απ’ όλα να έχει λόγο για όλα αυτά. Στον χώρο της τέχνης, ακόμα και σήμερα εξακολουθούμε να λέμε ‘ο δημιουργός’, ‘ο καλλιτέχνης’.

Είναι ευρέως γνωστό ότι η γυναικεία λογοτεχνική δημιουργία πολεμήθηκε κατά κόρον τους προηγούμενους αιώνες. Αμφισβητήθηκε η αξία του έργου των γυναικών, απορρίφθηκαν επανειλημμένα τα γραπτά τους, οι ίδιες αναγκάστηκαν να κρύψουν το φύλο τους πίσω από ένα ανδρικό ψευδώνυμο προκειμένου να εκδώσουν τα βιβλία τους όπως η Georges Sand, η George Eliot και τόσες άλλες. Πολλές είδαν τα έργα τους να τα σφετερίζονται άντρες συγγραφείς, όπως η Colette που ο σύζυγός της τα παρουσίαζε ως δικά του. Ακόμα πιο πολλές παραγκωνίσθηκαν από την παγκόσμια Ιστορία. Ωστόσο, οι γυναίκες δεν έπαψαν ποτέ να γράφουν. Ξεκινώντας από τη Σαπφώ και φτάνοντας έως σήμερα, τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Ήδη τον 10o αιώνα, στην επαρχία Χουνάν της Κίνας, οι γυναίκες, μην έχοντας δικαίωμα στην εκπαίδευση, επινόησαν τη δική τους μυστική γραφή προκειμένου να εκφραστούν, την οποία και μετέφεραν από μάνα σε κόρη. Πέραν της ευρύτατης θεματολογίας που ανέπτυξαν ανά τους αιώνες, γυναίκες συγγραφείς όπως η Κριστίν ντε Πιζάν τον 15ο αιώνα, οι Σοφολογιότατες τον 17ο, η Σαρλότ Μπροντέ και πολλές άλλες ομότεχνές της του 19ουαιώνα, καθώς και πλήθος συγγραφέων του 20ού αμφισβήτησαν τους κυρίαρχους θεσμούς, στηλίτευσαν τις διαφόρων ειδών αδικίες και αποκλεισμούς  που υφίσταντο λόγω του φύλου τους, μίλησαν για καταπιεσμένα συναισθήματα και απαγορευμένες επιθυμίες, διεκδίκησαν μια άλλη θέση στην κοινωνία. Συγγραφείς όπως η Σιμόν ντε Μποβουάρ, η Βιρτζίνια Γουλφ, η Τόνι Μόρισον η Ελέν Σιξού  ανανέωσαν με τον δικό τους πρωτοπόρο λόγο τη γραφή, απεκδυόμενες τον πατριαρχικό Λόγο που επί αιώνες αναγκάστηκαν να εσωτερικεύσουν. Και πώς θα μπορούσαν άλλωστε να σιωπήσουν όταν αυτό που πρέπει πρώτα απ’ όλα να αποκτήσουν όλες οι γυναίκες στον κόσμο είναι μια φωνή. Μια φωνή έτσι ώστε να μπορέσουν να διεκδικήσουν τον λόγο και τον ρόλο που τους αναλογεί στην επίσημη Ιστορία. Μια φωνή έτσι ώστε να μπορέσουν να αρθρώσουν ένα τεράστιο ΟΧΙ σε κάθε μορφή κακοποίησης και ένα μεγάλο ΝΑΙ σε σχέσεις βασισμένες στον σεβασμό της γυναικείας τους υπόστασης, της πνευματικής, ψυχικής και σωματικής τους υγείας.

Στον συλλογικό τόμο 53 διηγημάτων που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη, γυναίκες συγγραφείς από όλη την Ελλάδα αποτυπώνουν η κάθε μια με τη δική της ιδιαίτερη φωνή τα φαινόμενα βίας των οποίων όλες οι γυναίκες στον κόσμο γίνονται θύματα από την παιδική τους κιόλας ηλικία. Με φόντο τη μεγαλούπολη ή τον ασφυκτικό περίγυρο της επαρχίας, τα διηγήματα παρουσιάζουν τη βία σε όλες της τις εκφάνσεις – λεκτική αλλά και σωματική που ενίοτε φτάνει στον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων και στον φόνο – καθώς και τους τρόπους που διαποτίζει όλες τις σχέσεις, οικογενειακές, ερωτικές, εργασιακές. Από τον βιασμό από άτομο του συγγενικού περιβάλλοντος μέχρι την κακοποιητική συμπεριφορά του γυναικολόγου, τα απάνθρωπα έθιμα όπως εκείνο της σύγκριας, την απόρριψη και την καταδίκη των γυναικών όχι μόνο από άνδρες αλλά και από ομόφυλές τους, τα διηγήματα απεικονίζουν άλλοτε με ωμό ρεαλισμό, άλλοτε υπαινικτικά ή αλληγορικά τη βία που υφίσταται ένας πολύ μεγάλος αριθμός γυναικών σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η πατριαρχική αντίληψη και ο μισογυνισμός. Δεν τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση όπως στην περίπτωση μίας από τις πρώτες ελληνίδες συγγραφείς της Ελισσάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου την οποία η οικογένειά της πάντρεψε με το ζόρι παρά την επιθυμία της να αφοσιωθεί στο έργο της. Στη μυθιστορηματική της εκδοχή, σε δύο διηγήματα του τόμου, στερείται και την ελευθερία του λόγου καθώς μετά τον θάνατό της, ο γιος της λογοκρίνει τα χειρόγραφά της.

 Παγιδευμένες οι ηρωίδες, φτάνουν συχνά στο σημείο να ενστερνιστούν και οι ίδιες την κυρίαρχη ιδεολογία, να αναπαράγουν τη φωνή του εκάστοτε διώκτη τους μαζί με το βαθύτατο αίσθημα ενοχής που την συνοδεύει κάθε φορά που παρεκκλίνουν από τα επιβεβλημένα πρότυπα. Απέναντι στη βία που υφίστανται, οι περισσότερες υιοθετούν παθητική στάση ή προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στη φαντασία και στην ονειροπόληση. Σε λίγες περιπτώσεις επιλέγουν τη φυγή και ακόμα σπανιότερα εξεγείρονται, εκδικούνται, διεκδικούν μια άλλη ζωή.  

Η λογοτεχνία υπήρξε πάντα ένα ισχυρό όπλο, μια πηγή γνώσης που απελευθερώνει τον άνθρωπο γιατί ως γνωστόν, η γνώση είναι εξουσία. Η δύναμη των λέξεων είναι τεράστια, η λογοτεχνία σπάζει τα ταμπού, ξεσκεπάζει τις δεισιδαιμονίες και τις προκαταλήψεις, μορφώνει, προάγει την ευρύτητα του πνεύματος, τη δημιουργία σκεπτόμενων πολιτών. Αυτός ακριβώς είναι και ο στόχος των 53 αυτών διηγημάτων. Να αποκαλύψουν το πρόβλημα εξερευνώντας τις ποικίλες μορφές του, με σκοπό να καταδείξουν το συλλογικό και διαχρονικό τραύμα που οφείλεται στην έμφυλη βία και να συντελέσουν στην επούλωσή του. Να στηρίξουν τα θύματα βοηθώντας τα να συνειδητοποιήσουν  τις παθογένειες που αναπτύσσονται στο παρόν κοινωνικό σύστημα και τους μηχανισμούς που τις συντηρούν. Να μας κάνουν όλους συμμέτοχους και την επόμενη φορά που θα ακούσουμε ένα γυναικείο ουρλιαχτό στη γειτονιά μας, να μην κλείσουμε το παράθυρο προφασιζόμενοι ότι δεν μας αφορά. Να προσφέρουν λύτρωση και να προτείνουν νέους τρόπους με την ελπίδα ότι οι επόμενες γενιές ανδρών και γυναικών θα μεγαλώσουν όχι αναπαράγοντας ρόλους αφέντη και υποτελούς, δυνάστη και δέσμιου, θύτη και θύματος, αλλά με πρότυπα που θα προωθούν ανάμεσα στα φύλα σχέσεις ισότητας και αλληλοσεβασμού.

 

Η Λίλα Κονομάρα είναι συγγραφέας, μέλος του δικτύου, “η Φωνής της”

"Δομημένη πατριαρχία και έμφυλη βία" της Ελένης Πριοβόλου (από την παρουσίαση του συλλογικού τόμου "η Φωνή της", στα Βριλήσσια Αττικής)

 


Η βία κατά των γυναικών σχετίζεται άμεσα από τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν τα αγόρια στην κοινωνία μας. Είναι θέμα εκπαίδευσης  και καθόλου βιολογίας. Το μοντέλο διδάσκεται και ως εκ τούτου επιβάλλεται.   Το έθος έχει δύναμη ισχυρότερη του νόμου. Διότι ο νόμος μπορεί να αλλάξει ή να βελτιωθεί με μια διάταξη, το εθιμικό δίκαιο όμως ριζώνεται και γίνεται ταυτότητα.

Ο ρόλος της πατριαρχίας και της ανδρικής κυριαρχίας είναι λοιπόν ζήτημα θεσμών. Όπως φυσικά είναι και η μορφή της οικογένειας, με τον τρόπο που μάθαμε να την ορίζουμε και για τούτο είναι δύσκολο να αποδεχτούμε μια άλλη  με γονείς δυο άντρες ή δυο γυναίκες ή μια οικογένεια μονογονεϊκή.  Και ενώ στις δυτικές κοινωνίες τούτο αρχίζει κάπως να γίνεται αποδεκτό και να  καλλιεργείται μέσα από τους αγώνες των γυναικών  και την ερευνητική προσπάθεια- να αποδειχτεί πως η διάκριση φύλου είναι κοινωνική και όχι βιολογική-  στις θεοκρατικές κοινωνίες, όπου η θρησκεία είναι μοντέλο πολιτικής διακυβέρνησης τούτο αποτελεί αιτία θανάτου.

 Όλοι οι θεσμοί λοιπόν, συμπεριλαμβανομένης και της οικογένειας είναι πατριαρχικοί.

 Η πατριαρχία αποτελεί ένα κοινωνικό σύστημα που «στηρίζεται στις σχέσεις δύναμης καθώς και στις βιολογικές διαφορές μεταξύ των φύλων» και με αυτό το πρόσχημα παραχωρεί την κυριαρχική εξουσία στους άντρες απέναντι στις γυναίκες. Σε άλλους πολιτισμούς χορηγείται με ήπιες, «αγαθές», αλλά πολύ διαβρωτικές μεθόδους, ώστε να γίνεται συνειδητότητα, και σε άλλους πολιτισμούς επιτυγχάνεται με την σπάθα υψωμένη πάνω από τους λαιμούς των γυναικών και των λοιπών θηλυκοτήτων.  

Υπάρχουν παραδείγματα γυναικών- στην ίδια την Ευρώπη του Διαφωτισμού- και  μάλιστα μετά από επαναστατικές διαδικασίες που νόμιζες ότι θα αλλάξουν τον ρουν της ιστορίας- που γυναίκες καταδικάστηκαν για τις θέσεις τους από την ίδια την επανάσταση που πριν γίνει καθεστώς τους έδωσε φωνή. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της υπέροχης Έμιλυ ντε Γκουζ, της γυναίκας συγγραφέως που συνέταξε για λογαριασμό της γαλλικής επανάστασης την «Διακήρυξη των δικαιωμάτων της γυναίκας Πολίτη». Η επαναστατική διαδικασία την ανέβασε στα έδρανα για να διατρανώσει τον λόγο της γυναικείας χειραφέτησης. Όταν όμως η επανάσταση μετατράπηκε σε καθεστώς και ο Ροβεσπιέρος σκόρπισε την λευκή τρομοκρατία, η Έμιλυ βρέθηκε στο ικρίωμα υπό τα ουρλιαχτά του μαινόμενου όχλου, μέσα στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν και γυναίκες.  Ήθελες ισότητα; Λάβε θάνατο. Γιατί μόνο με τον θάνατο επέρχεται κάθε μορφής ισότητα και δικαιοσύνη.  

Ο ριζοσπαστικός φεμινισμός, ανέδειξε ένα θέμα τόσο από την αμιγώς φεμινιστική όσο και από τη νομική της σκοπιά. Η θεωρία εντάσσει επιτέλους και την σκοπιά της γυναίκας στον διάλογο που ανοίγεται. Έτσι τίθενται σε συστηματική επεξεργασία ζητήματα όπως είναι η πορνεία, η πορνογραφία, ο βιασμός. Συνάμα στο τραπέζι μπαίνει και ένα νέο ζήτημα που είναι ο βιασμός σε καιρό πολέμου και μάλιστα ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Ο βιασμός σε αυτή την περίπτωση είναι ένα ακόμα αποτρόπαιο έγκλημα. Ειδικά ο μαζικός βιασμός γυναικών που επιβάλλεται σαν «ψυχαγωγία» ή και σαν έπαθλο για τις στρατιωτικές νίκες ή η υποδούλωση των γυναικών και μικρών κοριτσιών ακόμα για παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών στους στρατιώτες και τους αξιωματούχους. Τέτοια φρικιαστικά εγκλήματα έγιναν κατά κόρον κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο στην Κορέα και την Κίνα από τον στρατό της Ιαπωνίας. Τα μεγαλύτερα όμως εγκλήματα αυτού του τύπου συντελέστηκαν στον Εμφύλιο της Σιέρα Λεόνε και σε όλους τους εμφυλίους της Αφρικής.

  Και επανέρχομαι στους αγίους ειρηνικούς καιρούς.

 Το πατριαρχικό κοινωνικό σύστημα χρησιμοποιείται από κάθε κυρίαρχη ιδεολογία  για να εκμεταλλεύονται και να ελέγχουν τη συμπεριφορά των γυναικών τόσο εντός όσο και εκτός της οικογένειας. Αν οι γυναίκες δεν συμμορφώνονται, υψώνοντας το λεγόμενο «μπαϊράκι», καθίστανται αποσυνάγωγες με κάθε τρόπο. Θυμάμαι όταν για πρώτη φορά στα 14 τόλμησα να κυκλοφορήσω με παντελόνι σε κεντρικό δρόμο του Αγρινίου και μάλιστα μέρα αργίας. Ποιος σπιούνος της παραθρησκευτικής λυκειάρχου με εντόπισε; Άγνωστο. Πάντως την επόμενη ημέρα βρέθηκα κατάδικος και τιμωρήθηκα με αναγραφή του ονόματός μου στο ποινολόγιο. Ποινή που την έσερνα μέχρι την αποφοίτησή μου από το γυμνάσιο. Ρετσινιά που ακόμα και η φιλελεύθερη μητέρα μου έφερνε βαρέως, διότι έπρεπε να απολογείται στο σόι, στη γειτονιά στο χωριό ολόκληρο.  Και μιλάμε όχι τον μεσαίωνα αλλά την εποχή που οι φοιτητές κλεισμένοι στο Πολυτεχνείο έβαζαν μπουρλότο στο μαλακό υπογάστριο της χούντας, είχε προηγηθεί ο Μάης του 68, οι υπαρξιστές έφεραν τα πάνω κάτω στις παγιωμένες κοσμοθεωρίες, τα κινήματα της μπητ κουλτούρας και των Χίπις έλεγες θα ανοίξουν νέους ορίζοντες στο γυναικείο και φεμινιστικό κίνημα. Όμως ο καπιταλισμός είναι άγριο καθεστώς με τον τρόπο του. Φορώντας τη μάσκα της δημοκρατίας ή το τομάρι του αρνιού, έχει αποτελεσματικές μεθόδους υποταγής. Αυτές των σχέσεων παραγωγής και του χρήματος.      

Remaining Time-0:00

Fullscreen

Mute

Η αυστηρή υπακοή στις κοινωνικές νόρμες, το καρφίτσωμα αρνητικών ετικετών στις γυναίκες που δεν προσαρμόζονται, οι άκαμπτοι ρόλοι που επιφορτίζονται οι άνδρες και οι γυναίκες από τη γέννησή τους, η αδυναμία πρόσβασης των γυναικών στα επαγγέλματα που θεωρούνται αμιγώς αντρικά, η έλλειψη  οικονομικής ανεξαρτησίας και η βία ένεκα αυτής, όλα συντείνουν να βάζουν φραγμούς σε όσα οι γυναίκες μπορούν να κατακτήσουν.

Δυστυχώς τα θέματα είναι ακόμα ανεπίλυτα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια επάνοδο των κοινωνιών στην συντηριτικοποίηση. Όσο λιγότεροι είναι οι οικονομικοί πόροι που διατίθενται στο ζωντανό εργατικό κομμάτι των κοινωνιών, όσο η φτώχεια μαστίζει την ανθρωπότητα, τόσο η ανασφάλεια αποτρέπει τις γυναίκες που έχουν κακοποιηθεί, να απομακρυνθούν από τους κακοποιούς συντρόφους.   

Δυστυχώς η παραδοσιακή ιδεολογία έχει ακόμα μεγάλη ισχύ. Τα παραδοσιακά πιστεύω του κάθε εθιμικού δικαίου, δρουν προς όφελος του πατριαρχικού μοντέλου κυριαρχίας, που δίνει έμφαση στη θέση της γυναίκας ως μητέρας και συζύγου που ανήκουν στην εστία. Δεν τις θεωρεί ισότιμες με τους άντρες, τους απονέμει δευτερεύοντες ρόλους, άρα και μικρότερη οικονομική αξία μέσα στο μοντέλο της παραγωγικής διαδικασίας.

Οι έρευνες έχουν δείξει πως το 75% των γυναικών που κακοποιήθηκαν, είχαν ζήσει μέσα σε ένα περιβάλλον πατερναλιστικής ανατροφής. Δηλαδή να υπερηφανεύονται για έναν καλό γάμο και συχνά αναλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη για έναν κακό γάμο. Εάν μια γυναίκα αισθάνεται ότι ο γάμος της αποτυγχάνει, είναι πιθανό να ντρέπεται. Θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τον σώσει ακόμα και με μπαλώματα στο λιωμένο πάπλωμα της σχέσης.  Μέσα στο υποσυνείδητό της, κατακάθισε το μοντέλο και ενσωματώθηκε με την σκέψη την οποία δεν παρήγαγε η ίδια, αλλά κατά κάποιον τρόπο τής εμφυτεύτηκε. Αποτέλεσμα να μη λαμβάνει πρόνοια προστασίας για τον εαυτό της, να μην μάχεται φανερώνοντας την δύναμή της, και εν τέλει να καθίσταται παθητικό αντικείμενο κακοποίησης.

Δυστυχώς και σήμερα ακόμα οι γυναίκες ενθαρρύνονται να πιστεύουν ότι η αποτυχία του γάμου τους αντιπροσωπεύει τη δική τους αποτυχία. Δεν έχουν αξία ως άτομα μακριά από τους συζύγους τους. Και το χειρότερο είναι ότι αυτή την αντίληψη ενστερνίζεται μεγάλη μερίδα γυναικών. Οι κακοποιημένες γυναίκες βλέπουν τον εαυτό τους, αλλά φαίνονται και στα μάτια των άλλων περισσότερο σαν «θύτες». Συχνά ακούμε τη φράση «Του τα έπρηξε του ανθρώπου». Διότι η διεκδίκηση λογίζεται σαν γκρίνια και κρεβατομουρμούρα. Τόσο απλοϊκά και τόσο αψυχολόγητα. Αλλά και τόσο βολικά για το καθεστώς. Το καθεστώς που θέλει τον άντρα στην κεφαλή και τη γυναίκα κάτι σαν υποπόδιο. Όταν η γυναίκα επιδιώξει να κατακτήσει την κορυφή που αποδόθηκε στον άντρα, σε κάθε τομέα, τότε ο άντρας θεωρεί ότι κινδυνεύει η θέση που δικαιωματικά του αποδόθηκε και επέρχεται η σύγκρουση. Μέσα σε αυτή φανερώνει περίτρανα την ενσωματωμένη κοινωνικά αντίληψη του δυνατού που οφείλει να καθυποτάξει την αδύναμη. Η χρήση βίας λοιπόν καθίσταται αναπόφευκτη.   

Το ξυλοκόπημα της συζύγου κατά συνέπεια «είναι μια φυσιολογική βία που δε διαπράττεται από βίαιους άνδρες αλλά από αυτούς που πιστεύουν ότι η πατριαρχία είναι το δικαίωμά τους και ο γάμος τούς δίνει απεριόριστο έλεγχο επί των γυναικών τους και ότι η άσκηση βίας είναι ένα αποδεκτό μέσο επιβολής αυτού του ελέγχου. 

Αυτοί που κακοποιούν μια γυναίκα κατανοούν όλο το παραπάνω θεωρητικό πλαίσιο; Ή δρουν με βάση αρχές και κανόνες; Καθόλου. Η βία που αναφύεται όταν ληφθεί το ερέθισμα, είναι βαθειά ριζωμένη στα έγκατα του εγκεφάλου και εκρήγνυται αυθόρμητα και τυφλά. Γιατί η βία οποιασδήποτε μορφής δεν συνδέεται με το συλλογιστικό αλλά με το θυμικό. Έχει τη δική της ανεξάρτητη έκφραση η οποία όμως είναι αποτέλεσμα του χρόνιου διογκούμενου αποστήματος.   

Το δίκτυο «η φωνή της» θα πολεμά με τις λέξεις. Οι λέξεις δεν είναι πυροτεχνήματα. Αποτελούν το εκμαγείο ενός κόσμου που θέλουμε να χτίσουμε και όπως είπε η νεαρή Μαλάλα όταν έλαβε το Νόμπελ,

«Υψώνω τη φωνή μου, όχι για να φωνάξω, αλλά για να ακουστούν όσες δεν έχουν φωνή. Δεν μπορούμε να πετύχουμε όταν οι μισές από εμάς κρατούνται πίσω».

 

Η Ελένη Πριοβόλου είναι συγγραφέας, μέλος του δικτύου «η φωνή της».