Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Γκασούκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Γκασούκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

"Γυναικεία γραφή στον ανδροκρεντρικό κόσμο της λογοτεχνίας", άρθρο της Μαρίας Γκασούκα*

 


Επιβάλλεται μια διευκρίνιση: Δεν είναι απαραίτητο κάθε γυναίκα συγγραφέας να εντάσσεται στη γυναικεία γραφή, καθώς αυτή δεν αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του φύλου, αλλά επιλογή ενός ιδιαίτερου τρόπου έκφρασης

Οι φεμινίστριες Hélène Cixous, Luce Irigaray και Julia Kristeva από νωρίς υποστήριξαν ότι οι γυναίκες μπορούν να δημιουργήσουν μια διαφορετική «λογοτεχνική γλώσσα», απελευθερωμένη από την ανδρική κυριαρχία, που θα χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και συνειρμικότητα της γραφής, που δεν περιορίζεται από γραμμικές, λογικές ή αυστηρά καθορισμένες δομές, αλλά συνδέεται με την «κυκλικότητα» και τον συνειρμικό λόγο, έναν τρόπο που υποδηλώνει την πολυπλοκότητα της γυναικείας εμπειρίας. Ακόμα αυτή η «λογοτεχνική γλώσσα» θα εστιάζει στο σώμα και τις αισθήσεις, θα «γράφει το σώμα» σύμφωνα με τη Cixous, καθώς η γυναικεία εμπειρία εκφράζεται διά της σωματικότητας, των αισθήσεων και της φυσικότητας.

Το σώμα γίνεται κεντρικό στη δημιουργία νοήματος, σε αντίθεση με τη λογική και την αυστηρή γλώσσα της ανδρικής γραφής. Ετσι, ο όρος «γυναικεία γραφή» εμφανίζεται για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1970, κυρίως στο πλαίσιο της φεμινιστικής θεωρίας και της λογοτεχνικής κριτικής και σε ευθεία σύνδεση με τα φεμινιστικά μαχητικά κινήματα. Προέκυψε στο πλαίσιο της γαλλικής φεμινιστικής θεωρίας και σύντομα επηρέασε τη φεμινιστική σκέψη και σε άλλες χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αγγλία. Αναφέρεται σε σύνολο λογοτεχνικών και εκφραστικών χαρακτηριστικών, τα οποία θεωρούνται ιδιαίτερα συνδεδεμένα με τη θηλυκή εμπειρία και την υποκειμενικότητα και έχει στόχο την υπέρβαση ή/και την ανατροπή της πατριαρχικής λογοτεχνίας, καθώς συχνά υπονομεύουν παραδοσιακά λογοτεχνικά μοτίβα, όπως ο ηρωισμός, η ιεραρχία, η κυριαρχία, προτείνοντας νέους τρόπους αφήγησης και έκφρασης. Στο πλαίσιό της οι γυναικείες φωνές δεν παρουσιάζονται μονοδιάστατα. Αντίθετα, οι ιστορίες ενσωματώνουν πολλαπλές προοπτικές, φωνές και αφηγήσεις, αντικατοπτρίζοντας τη συλλογική εμπειρία.

Η «γυναικεία γραφή» είναι έννοια πολυσύνθετη και εξαρτάται από το κοινωνικό, πολιτισμικό και θεωρητικό πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται κάθε φορά. Αποτελεί μέρος της φεμινιστικής κριτικής στη λογοτεχνία, καθώς και της απαίτησης για αναγνώριση της διαφορετικότητας στη λογοτεχνική παραγωγή.

Αναφέρεται σε έναν τρόπο γραφής που: α. Εκφράζει τη γυναικεία εμπειρία: Εστιάζει στις εμπειρίες, τις προοπτικές και τα συναισθήματα των γυναικών, συχνά παραβλέποντας παραδοσιακές ανδρικές οπτικές. β. Απορρίπτει τις πατριαρχικές δομές: Αμφισβητεί ιδιαίτερα τις κυρίαρχες λογοτεχνικές φόρμες που θεωρούνται ανδροκεντρικές. γ. Διαρρηγνύει τις συμβατικές γλωσσικές δομές: Συχνά πειραματίζεται με τη γλώσσα, τις αφηγηματικές τεχνικές και τη μορφή για να εκφράσει συναισθήματα και ιδέες πέρα από τις συμβατικές αφηγηματικές δομές, ενώ επικεντρώνεται σε θέματα που αφορούν τη γυναικεία ταυτότητα, τη σεξουαλικότητα, τον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία και την αποδοχή της διαφορετικότητας. Αρκετές φορές αντλεί περιεχόμενο από τις εμπειρίες της καθημερινότητας, αναδεικνύοντας την οικιακή ζωή, τη μητρότητα, τις σχέσεις και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις, αλλά ταυτόχρονα εξετάζει τη σχέση μεταξύ γυναικών και εξουσίας, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Ακόμα, όχι σπάνια, εκφράζει την ανάγκη των γυναικών να ακουστούν, μέσα σε ένα περιβάλλον που συχνά καταπνίγει τις γυναικείες φωνές, ενώ κάποτε αναζητά μια βαθύτερη σχέση με τη φύση και τον κύκλο της ζωής.

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται μια διευκρίνιση: Δεν είναι απαραίτητο κάθε γυναίκα συγγραφέας να εντάσσεται στη γυναικεία γραφή, καθώς αυτή δεν αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του φύλου, αλλά επιλογή ενός ιδιαίτερου τρόπου έκφρασης. Η γυναικεία γραφή σε μια συγγραφέα αναγνωρίζεται στο περιεχόμενο, τη μορφή και την προσέγγιση της αφήγησης που υιοθετεί. Συχνά χαρακτηρίζεται από Ρευστή αφήγηση: Αντί για αυστηρή γραμμικότητα, η αφήγηση μπορεί να ακολουθεί συνειρμούς, όνειρα ή αναμνήσεις. Υποκειμενικότητα: Η ιστορία συχνά διηγείται μέσα από την υποκειμενική εμπειρία του χαρακτήρα, δίνοντας έμφαση στα εσωτερικά συναισθήματα και τις σκέψεις. Πολυφωνία: Μπορεί να περιλαμβάνει πολλές φωνές και αφηγήτριες, αναδεικνύοντας τη συλλογικότητα και την ποικιλομορφία της γυναικείας εμπειρίας. Συμβολισμό: Συχνά χρησιμοποιούνται συμβολικές εικόνες που σχετίζονται με το σώμα, τη φύση ή τις αισθήσεις. Ταυτόχρονα μπορεί η γλώσσα στη γυναικεία γραφή να είναι Ρυθμική και ποιητική: Επιδιώκει την έκφραση του ανείπωτου μέσα από μια λυρική προσέγγιση. Πολυδιάστατη: Αποφεύγει τη μονοσήμαντη και «αντικειμενική» γλώσσα, υιοθετώντας μια προσέγγιση που εμπλέκει το συναίσθημα και το σώμα. Διασπαστική: Μπορεί να «σπάει» τις κανονικές δομές γραφής, αμφισβητώντας τη λογική τάξη της παραδοσιακής αφήγησης.

Με δυο λόγια, η γυναικεία γραφή σε μια συγγραφέα δεν εντοπίζεται απλώς στη θεματολογία, αλλά στον τρόπο που αυτή πλάθεται: στη γλώσσα, στη μορφή και στις επιλογές αφήγησης. Πρόκειται για μια ευαίσθητη και πολυδιάστατη δημιουργική διαδικασία που επιχειρεί να εκφράσει όσα συχνά παραμένουν αφανή ή περιθωριακά στην παραδοσιακή, ανδροκεντρική λογοτεχνία.

Ωστόσο, η αντίληψη περί γυναικείας γραφής δεν γίνεται καθολικά αποδεκτή από τις φεμινίστριες, καθώς δεν υπάρχει συμφωνία σχετικά με το αν είναι χρήσιμος ή περιοριστικός ο όρος.

Οι αντιπαραθέσεις περιστρέφονται γύρω από την έννοια του φύλου στη γλώσσα, τη λογοτεχνία και τη δημιουργικότητα, καθώς και τον κίνδυνο της ουσιοκρατίας (essentialism). Εκείνες που αποδέχονται την ύπαρξης της γυναικείας γραφής θεωρούν ότι αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα της γυναικείας εμπειρίας και της υποκειμενικότητας που δεν μπορεί να εκφραστεί πλήρως μέσα από τις παραδοσιακές ανδρικές αφηγηματικές φόρμες.

Αναδεικνύει το «άγραφο» ή το «αφανές» των γυναικών στη λογοτεχνία και την ιστορία, αποδομεί την πατριαρχική γλώσσα, καθώς προτείνει έναν ρευστό, ποιητικό και σωματικό τρόπο γραφής που αμφισβητεί τις παγιωμένες νόρμες, προάγει την πολιτισμική και λογοτεχνική πολυμορφία, διαθέτει ισχυρή πολιτική διάσταση, αφού αποτελεί μορφή αντίστασης στις πατριαρχικές δομές, επιτρέποντας στις γυναίκες να οικειοποιηθούν τον λόγο και την αφήγηση και τέλος, βασίζεται στην άποψη ότι το προσωπικό είναι πολιτικό και ότι η θηλυκή προσωπική εμπειρία είναι και πολιτική. Από την άλλη, εκείνες που αρνούνται την ύπαρξης της γυναικείας γραφής επισημαίνουν τον κίνδυνο της ουσιοκρατίας (essentialism), της αγνόησης της ποικιλομορφίας, εφόσον η γυναικεία εμπειρία δεν είναι ενιαία (Γυναίκες από διαφορετικές κουλτούρες, τάξεις, φυλές ή σεξουαλικότητες έχουν διαφορετικές εμπειρίες και η έννοια της γυναικείας γραφής μπορεί να τις ομογενοποιεί), υποτίμησης της ατομικότητας, σε συνδυασμό με έντονη αντίθεση στην ιδέα της κατασκευής μιας «γυναικείας» γλώσσας κ.λπ.

Η απάντηση στις όποιες ενστάσεις είναι πως η γυναικεία γραφή δεν αποτελεί μόνο έναν τρόπο γραφής, αλλά είναι παράλληλα και ένας τρόπος αναζήτησης της ταυτότητας, ένας τρόπος αντίστασης στις έμφυλες ανισότητες και αναδιαμόρφωσης της λογοτεχνικής έκφρασης.

Η γυναικεία γραφή ενσωματώνει συχνά το προσωπικό ως πολιτικό. Συγγραφείς όπως η Βιρτζίνια Γουλφ, η Μάργκαρετ Ατγουντ και η Ελένα Φεράντε, η Ολγα Μπρούμας λ.χ. αντλούν από προσωπικές εμπειρίες ή διερευνούν τις ζωές των γυναικών σε συγκεκριμένα κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια ή αναδεικνύουν τον γυναικείο ψυχισμό και τη ρευστότητα της θηλυκής συνείδησης. Και προφανώς η γραφή τους είναι συνειδητά «γυναικεία».

* Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 7/3/26 στην Εφ συν 

"Ο φεμινισμός δεν κυλάει σε - δυτικά - κύματα", της Μαρίας Γκασούκα

 

Όπως είναι γνωστό, η θεωρία για την εξέλιξη της φεμινιστικής σκέψης, των φεμινιστικών κινημάτων και αγώνων υπό τη μορφή κυμάτων είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη και για ορισμένες/ους προσεγγίζεται ως καθολικά αποδεκτή. Συχνά, μάλιστα, λειτουργεί νομιμοποιητικά στο εσωτερικό του φεμινισμού, κατά τη συνηθισμένη επίκληση του δίπολου παράδοση/συντήρηση - πρόοδος. Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της θεωρίας αυτής, το πρώτο κύμα συνδέεται με την περίοδο της διεκδίκησης της γυναικείας ψήφου, το δικαίωμα των γυναικών στην εκπαίδευση κ.ά. Το δεύτερο κύμα, που διαμορφώθηκε γύρω από την ιστορική και πάντα επίκαιρη διαπίστωση πως «το προσωπικό είναι πολιτικό», συνδέθηκε στενά με το αίτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης και της αυτοδιάθεσης των θηλυκών σωμάτων, αλλά και ευρύτερων δικαιωμάτων των γυναικών στην οικογένεια, την εργασία, την οικονομία, την πολιτική, την τέχνη και όχι μόνο. Το τρίτο κύμα έθεσε επιτακτικά ζητήματα έμφυλων ταυτοτήτων, εθνοτικότητας κ.λπ.

Σήμερα βρισκόμαστε σε ένα μάλλον νεφελώδες τέταρτο κύμα που εστιάζει σε έναν δικαιωματισμό, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως νέος, σύγχρονος, διαθεματικός, επικεντρώνοντας στον λόγο, τον συμβολισμό κ.ά. Τον τελευταίο μάλιστα καιρό, η νομιμοποιητική επίκληση του 4ου κύματος χρησιμοποιείται ιδιαίτερα από εκείνες/ους που αντικαθιστούν τον όρο «Γυναίκα» και τα ιστορικά, πολιτικά, ταξικά, έμφυλα αγωνιστικά συμφραζόμενά του με σχήματα ή/και όρους όπως λ.χ. «άτομα με μήτρα/έμμηνα».

Δεν συμφωνώ με την παραπάνω θεωρία, την οποία αφενός βρίσκω εγγενώς προβληματική, αφετέρου ως κατασκευή βαθιά δυτικοκεντρική και δεν είμαι η μόνη που διαφωνεί. Σημαντικές φεμινίστριες όπως η Oyěwùmí, Oyèrónké («The Invention of Women», 1997) και η María Lugones (Coloniality of Gender, 2008) της ασκούν σοβαρή κριτική, την οποία συμμερίζομαι. Και εξηγούμαι γιατί: Προφανώς και υπήρξαν συγκεκριμένες περίοδοι, ιδέες/απόψεις, με δυο λόγια, χαρακτηριστικά σημεία αναφοράς στην εξέλιξη του φεμινισμού, των αιτημάτων και των διεκδικήσεών του, ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση συνεπάγεται ευθύγραμμη και ενιαία τη συγκεκριμένη πορεία και, φυσικά, ουδέποτε υπήρξε τέτοια. Η θεωρία των φεμινιστικών κυμάτων είναι, παράλληλα, δυτικοκεντρική κατασκευή, η οποία έλκει την καταγωγή της από την ευρωπαϊκή και αμερικανική φεμινιστική σκέψη και τα ανάλογα κινήματα. Αδυνατεί όμως από την εμφάνισή της ήδη να συμπεριλάβει και να εκφράσει τις εμπειρίες, τις προσδοκίες, τις επιδιώξεις κ.λπ. γυναικών άλλων πολιτισμικών υποβάθρων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το γεγονός μάς υπενθυμίζει πως υπάρχουν τόσοι φεμινισμοί όσες και οι διαφορετικές συνθήκες ζωής των γυναικών και οι υλικές και συμβολικές τους ανάγκες, που συγκροτούν αιτήματα και προτεραιότητες συχνά διαφορετικά/ές από αυτά/ές των Δυτικών γυναικών. Ανάγκες και αιτήματα, πιθανά πολύ λιγότερο δικαιωματικού χαρακτήρα, που ίσως και να συνδέονται περισσότερο με την ίδια τους την επιβίωση. Κατά συνέπεια, φεμινιστικές εξηγήσεις περιβαλλόμενες «καθολικότητα» μέσω της «δυτικής αυθεντίας», συχνά αναπαράγουν ιεραρχίες και διακρίσεις στο εσωτερικό της φεμινιστικής σκέψης, αλλά και πρακτικής (παλιές/σύγχρονες, προοδευτικές/αναχρονιστικές κ.ά.). Άλλωστε, ο όρος «κύμα» φαντάζει, έτσι ή αλλιώς, ως φάση προόδου και κατακτήσεων, ολοκλήρωση μιας διαδικασίας που αποτελεί ταυτόχρονα την απαρχή μιας επόμενης. Γνωρίζουμε, ωστόσο, καλά ότι οι φεμινιστικές απόψεις, οι φεμινιστικές δράσεις, οι σχετικοί αγώνες και οι θυσίες που τις/τους συνοδεύουν δεν λειτουργούν διαδοχικά. Συνυπάρχουν, συνδιαλέγονται, διαφωνούν, συμμαχούν και, συχνά, συγκρούονται! Κατά την άποψή μου, δεν είναι δυνατόν η όποιες αναφορές τόσο στη φεμινιστική ιστορία όσο και στον σύγχρονο φεμινισμό να υπονοούν –ή και να εκφράζουν ρητά– μια αρχική αφετηρία και μια ενιαία, υποχρεωτική πορεία.

Αρέσει ή όχι, το ομολογούμε ή όχι, αυτή είναι η δυτική αφετηρία και οι θηλυκές εμπειρίες και μάχες που τη συνόδεψαν ως τις μέρες μας και δυστυχώς αποτελούν το μέτρο αξιολόγησης άλλων αφετηριών και δρόμων, αγώνων διαφορετικών. Και γνωρίζουμε, επίσης, πως οι παραπάνω δυτικοκεντρικές αντιλήψεις οδήγησαν σε ένα είδος «αποικισμού» και προκάλεσαν την αντίδραση και την αυστηρή κριτική άλλων, μη δυτικών φεμινισμών, τη φωνή των οποίων οφείλουμε να ακούσουμε με προσοχή, προκειμένου να συνδιαλλαγούμε μαζί τους, γεγονός που επιτάσσει και την αντίστοιχη αυτοκριτική εκ μέρους μας. Και παραθέτω κάτι που διάβασα και μου άρεσε: «Γιατί ο φεμινισμός δεν κυλά σε κύματα. Κυλά σε ποτάμια, παραπόταμους, καταρράκτες. Και κάποιες φορές, ξεσπά σαν θάλασσα – εκεί που δεν το περιμένει κανείς».

*Ομότιμη καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Αιγαίου


"Woke ατζέντα και μαρξιστική φεμινιστική κριτική", της Μαρίας Γκασούκα

 

Το Black Lives Matter (Οι ζωές των μαύρων έχουν αξία), αλλά και σημαντικά γεγονότα  όπως οι διαδηλώσεις για τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ το 2020, έχουν επαναφέρει τη συζήτηση γύρω από την woke ατζέντα και έχουν αναπτύξει έναν ενδιαφέροντα διάλογο διεθνώς. Ο όρος woke προέρχεται από την αγγλική γλώσσα, από το  "wokeness" ("ξύπνια/ος" ή "ευαισθητοποιημένη/ος") και έχει τις ρίζες του στην αφροαμερικανική κουλτούρα, η οποία αρχικά χρησιμοποιούταν για να περιγράψει την ευαισθητοποίηση γύρω από τις κοινωνικές και πολιτικές αδικίες που συνδέονται με τη φυλή, τα πολιτικά δικαιώματα και την καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων. Με την πάροδο του χρόνου επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει και άλλες μορφές ανισότητας και καταπίεσης.

 Τα χαρακτηριστικά της woke ατζέντας

 Βασικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης ατζέντας αποτελούν πλέον α) η ευαισθητοποίηση για κοινωνικά ζητήματα που συνδέονται με τη φυλή, το φύλο, την εθνοτικότητα, τη σεξουαλικότητα κ.λπ., β) η υποστήριξη των  δικαιωμάτων της  ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και η καταπολέμηση των διακρίσεων που βιώνουν τα μέλη της, γ) η πολιτική ορθότητα διά της προσπάθειας αποφυγής γλωσσικών εκφράσεων  και συμπεριφορών που μπορεί να θεωρηθούν προσβλητικές ή διακριτικές, δ) η κριτική της δομής της εξουσίας και των θεσμών που ενδέχεται να συντηρούν τις ανισότητες και τις διακρίσεις. Η woke ατζέντα εισάγει νέα δεδομένα στη δημόσια συζήτηση γύρω από την κοινωνική δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενσωματώνοντας μεταξύ άλλων θέματα που αφορούν την ποικιλομορφία και την ενδυνάμωση των περιθωριοποιημένων φωνών. Αναγνωρίζει ότι οι διάφορες μορφές καταπίεσης είναι αλληλένδετες και ότι οι εμπειρίες καταπίεσης ποικίλλουν ανάλογα με την ταυτότητα του ατόμου. Παρά τις όποιες αντιθέσεις, αντιρρήσεις και γενικότερα την αυστηρή κριτική που της ασκείται, το βέβαιο είναι ότι η woke ατζέντα εστιάζει σε σημαντικά ζητήματα που, κατά την άποψή της, αφορούν την κοινωνία και την ανθρώπινη εμπειρία, προωθώντας τη δικαιοσύνη και την ισότητα. Έτσι δεν είναι τυχαίο που φεμινιστικά ρεύματα αποδέχονται μεγάλο μέρος της woke ατζέντας, καθώς την συναντούν σε πεδία όπως η ισότητα των φύλων, η καταπολέμηση της πατριαρχίας, η έμφυλη βία, κ.ά. Από την άλλη, ο νεοφιλελευθερισμός ενώ υιοθετεί ορισμένες πτυχές της, κυρίως στον εταιρικό χώρο και στον τομέα της καταναλωτικής αγοράς, ως μέσο ενίσχυσης του προφίλ των εταιρειών και διεύρυνσης της πελατείας, ασκεί κριτική όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η woke ατζέντα μπορεί να επιβάλλει κανονισμούς που παρεμβαίνουν στις ελεύθερες αγορές και στην οικονομική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, η Άκρα Δεξιά βρίσκεται εντελώς απέναντι απέναντι στην woke ατζέντα, βασιζόμενη στην ιδεολογική της δέσμευση για την προστασία των παραδοσιακών αξιών και της εθνικής ταυτότητας. Την προσλαμβάνει ως απειλή για τον κοινωνικό συντηρητισμό, θεωρώντας ότι προωθεί την αποδόμηση των παραδοσιακών θεσμών, της οικογένειας και της εθνικής συνοχής.

 Οι διαφορές

 Ο μαρξιστικός φεμινισμός προσεγγίζει κριτικά την woke ατζέντα, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά της στην αύξηση της  ευαισθητοποίησης σχετικά με τις ανισότητες, αλλά ταυτόχρονα θεωρεί πως εστιάζει υπερβολικά στις ατομικές ταυτότητες και στην πολιτική ορθότητα, παραμελώντας την ταξική ανάλυση και τη συλλογική δράση κατά του καπιταλισμού. Για τις μαρξίστριες φεμινίστριες, η κεντρική λύση στην καταπίεση βρίσκεται στην ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και στην προώθηση της ταξικής ενότητας, η οποία θα επιτρέψει την πραγματική απελευθέρωση όλων των καταπιεσμένων ομάδων και την υπέρβαση της πατριαρχίας ειδικότερα. Αν και οι δύο προσεγγίσεις έχουν κοινούς στόχους, οι διαφορές τους εντοπίζονται στη θεμελιώδη εστίασή τους στην ανάλυση της κοινωνίας και της καταπίεσης. Πιο συγκεκριμένα, ο μαρξιστικός φεμινισμός θεωρεί ότι ο αγώνας για την  απελευθέρωση των γυναικών, και όχι μόνο, συνδέεται ευθέως με την ταξική πάλη και την πάλη κατά του καπιταλισμού ευρύτερα, γεγονός που συμπυκνώνεται στις λέξεις-κλειδιά καταπίεση/εκμετάλλευση. Δεν αποδέχεται την καταπίεση αποκλειστικά ως ζήτημα ταυτότητας (φυλή, φύλο, σεξουαλικός προσανατολισμός), αλλά επικεντρώνεται στη συνολική εκμετάλλευση από το καπιταλιστικό σύστημα και στην ποικιλία των εκφάνσεών της. Κατά την άποψή του η έμφαση στην ταυτότητα μπορεί να οδηγήσει σε αποσπασματικές λύσεις, χωρίς να ανατρέπεται η βασική δομή του καπιταλισμού, που είναι η κύρια πηγή ανισοτήτων. Με δυο λόγια, αν και  ο μαρξιστικός φεμινισμός αναγνωρίζει ήδη από την εμφάνισή του τη σημασία του τρόπου με τον οποίο διάφορες μορφές καταπίεσης διαπλέκονται (π.χ., φύλο, φυλή, τάξη), υποστηρίζει ότι όλες οι μορφές καταπίεσης είναι τελικά συνδεδεμένες με τον καπιταλισμό και την ταξική δομή. Έτσι, η woke ατζέντα δίνοντας έμφαση στις ατομικές ταυτότητες, ενδέχεται να υπονομεύσει τη συλλογική ταξική πάλη και την ανατροπή του καπιταλισμού.

Αρκετές μαρξίστριες φεμινίστριες στέκονται επίσης  με επιφύλαξη απέναντι στην πολιτική ορθότητα που προωθείται από την woke ατζέντα. Παρόλο που αναγνωρίζουν την ανάγκη για έναν πιο περιεκτικό και ευαίσθητο λόγο, ειδικότερα για έναν λόγο που θα κάνει τις γυναίκες και τους κόσμους τους ορατές, θεωρούν ότι η υπερβολική έμφαση στη γλώσσα μπορεί να μετατοπίζει την προσοχή από τις βαθύτερες οικονομικές και υλικές συνθήκες καταπίεσης. Η έμφαση στη γλώσσα και την πολιτική ορθότητα αποσπά την προσοχή από τις δομικές και οικονομικές αιτίες της καταπίεσης, οι οποίες βρίσκονται στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.  Κατά πάσα πιθανότητα, η αλλαγή της γλώσσας είναι δευτερεύουσα σε σχέση με την ανατροπή των υλικών συνθηκών και των σχέσεων παραγωγής που συντηρούν τις ανισότητες. Η πολιτική ορθότητα, ισχυρίζονται, αν και απαραίτητη σε κάποιο βαθμό, δεν είναι αρκετή για να αλλάξει τις δομές που παράγουν  την καταπίεση. Άλλωστε, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός πως ο μαρξιστικός φεμινισμός προσφέρει μια συστηματική οικονομική ανάλυση των ανισοτήτων και της καταπίεσης των γυναικών, βασισμένη στην προαναφερόμενη πεποίθηση ότι η καταπίεση των γυναικών, όπως και των άλλων ομάδων, είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον καταμερισμό της εργασίας και την ανάγκη του καπιταλισμού για εκμετάλλευση της φθηνής εργατικής δύναμης- και της γυναικείας. Εγκαλεί κατά συνέπεια την woke ατζέντα ότι τείνει να επικεντρώνεται περισσότερο στις κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις της καταπίεσης, δίνοντας έμφαση στις εμπειρίες και τις ταυτότητες, χωρίς να εξετάζει επαρκώς τις οικονομικές σχέσεις που τις συντηρούν, παράλληλα με το ότι η έμφαση της woke ατζέντας στις ατομικές ταυτότητες και τα πολιτικά δικαιώματα μπορεί να περιορίσει την ανάγκη για οργανωμένη συλλογική δράση, που αποτελεί τον κύριο δρόμο για την ανατροπή της καταπίεσης.

Ολοκληρώνοντας, αξίζει η επισήμανση πως παρόλο που ο μαρξιστικός φεμινισμός αναγνωρίζει και προτάσσει την  ταξική ανάλυση, αναγνωρίζει επίσης ως εξίσου σημαντικές τις φυλετικές, τις έμφυλες κ.ά. ανισότητες. Προσεγγίζει δε μεταξύ άλλων τον σεξισμό και τον ρατσισμό ως αναπόσπαστα στοιχεία του καπιταλιστικού συστήματος, που μέσω των ανισοτήτων διαχωρίζει την εργατική τάξη και ενισχύει την εκμετάλλευση. Για τον μαρξιστικό φεμινισμό  η πραγματική απελευθέρωση δεν θα έρθει από την ταυτότητα ή τη γλώσσα, αλλά από την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και την εγκαθίδρυση ενός συστήματος που θα βασίζεται στην ισότητα και την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Η woke ατζέντα συχνά δίνει έμφαση σε συμβολικές νίκες, όπως η αλλαγή της γλώσσας ή η αναγνώριση των μειονοτικών ταυτοτήτων σε θεσμικό επίπεδο. Ο μαρξιστικός φεμινισμός θεωρεί τις συγκεκριμένες στρατηγικές ως ανεπαρκείς για την πραγματική κοινωνική αλλαγή. Αντί να αλλάζουν την ουσία των σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης, τέτοιες επιλογές  μπορεί να εμφανίζονται ως  συμβολικοί θρίαμβοι, αφήνουν όμως άθικτες τις βασικές δομές του συστήματος. Ο μαρξιστικός φεμινισμός επιμένει στη σύνδεση της γυναικείας απελευθέρωσης με την ανατροπή των σχέσεων παραγωγής και τη ριζοσπαστική αναδιανομή του πλούτου.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφ. "Η εποχή" 26 Ιανουαρίου 2025 

 

Η Μαρία Γκασούκα είναι Ομότιμη καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Φύλο και μόδα, της Μαρίας Γκασούκα, Ομότιμη Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου


 ΑΦΙΕΡΩΜΑ στη Μαρία Γκασούκα, μέρος πέμπτο: "Φύλο και μόδα"

"...για πολλές/ούς η ενδυμασία συνιστά πλήρη οπτική γλώσσα με διακριτό λεξιλόγιο, ενώ για άλλες/ους μάλλον προσομοιάζει περισσότερο με τη μουσική ή την ποίηση, όπου η απόδοση σαφών εννοιών εξαρτάται από το συναίσθημα και τη διάθεση. [...] Εκτός από την περίπτωση των στολών, συνήθως προτείνει και υπονοεί πολύ περισσότερα από ό,τι δηλώνει, με αποτέλεσμα να προσεγγίζει περισσότερο τη μουσική παρά τη δηλωτική ομιλία."

Οι φεμινιστικές θεωρίες συνέβαλλαν ήδη από τη δεκαετία του ΄70 στον προσδιορισμό και την ανάδειξη της έμφυλης ανισότητας, του τρόπου κατασκευής των ταυτοτήτων, καθώς επίσης και στο πώς πολιτικά και πολιτισμικά διαμορφώνεται η κατανομή της δύναμης και της εξουσίας στην κοινωνία. Η αναλυτική κατηγορία Φύλο (Gender) συνέτεινε στην παραδοχή πως ο προσδιορισμός ενός ατόμου ως αρσενικού ή θηλυκού βασίζεται σε συγκεκριμένα πολιτισμικά κριτήρια και πως ένα σύνολο δομικών, λειτουργικών και συμπεριφοριστικών διαφορών χαρακτηρίζει την αρρενωπότητα και τη θηλυκότητα. Στο πλαίσιο αυτό η έμφυλη συμβολική τάξη αναδεικνύεται ως ανδροκεντρική, γεγονός που απηχείται στη γλώσσα και τον πολιτισμό με τέτοιο τρόπο ώστε, αφενός οι άνδρες να θεωρούνται πιο σημαντικοί από τις γυναίκες, η άποψή τους για τον κόσμο και την κοινωνία περισσότερο αξιόπιστη και με διευρυμένο κύρος, αφετέρου οι γυναίκες να περιορίζονται στο ρόλο των «άλλων». Ακόμα το Φύλο επέτρεψε από νωρίς τη διερεύνηση σημαντικών προβλημάτων, ειδικότερα στο πλαίσιο των πολιτισμικών σπουδών, όπως είναι για παράδειγμα η αποκάλυψη των γυναικείων κόσμων και φωνών, που βρίσκονται στο περιθώριο των διαφόρων θεωριών. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο έγινε εμφανές ότι οι ιδεολογίες, τα συστήματα αξιών και πεποιθήσεων, τα σύμβολα και οι κοινωνικές  δομές που συνδέονται με τα κοινωνικά φύλα, δηλαδή τους άνδρες και τις γυναίκες, διαφέρουν σημαντικά από πολιτισμό σε πολιτισμό, γεγονός που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την ιστορική, κοινωνιολογική, λογοτεχνική, ανθρωπολογική και φυσικά λαογραφική ανάλυσή τους,  μέσω των σχετικών ερευνών. Διερευνώντας όμως στην ουσία τους τις ταυτότητες και τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων, στην πραγματικότητα εξετάζουμε το πώς οι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, βιώνουν τη ζωή τους σε συγκεκριμένα κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια. Υπάρχει βέβαια  μια τεράστια γκάμα τρόπων αυτής της βίωσης και δεν μπορούμε να προσεγγίζουμε το παρελθόν μέσα από γενικεύσεις. Οι σημασίες που συνδέονται με τα φύλα, συσχετιζόμενες, διαμορφώνουν τελικά μιαν αντίληψη για τον κόσμο, παράγουν ιδεολογία, γεγονός που συνεπάγεται με τη σειρά του -έστω και ελάχιστη- ταξινόμηση των φαινομένων και των σημασιών που εξασφαλίζουν την έμφυλη τάξη πραγμάτων σαν συμβολική τάξη. Τέλος η αντίληψη του Φύλου ως πολιτισμικής κατασκευής επέτρεψε στις/στους επιστήμονες να κατανοήσουν ότι οι έμφυλοι ρόλοι ή και οι έμφυλες ταυτότητες αποτελούν οι ίδιοι/ες παραδοσιακές μορφές εκφραστικής επικοινωνίας. Αποτελούν δηλαδή κοινωνικές, αισθητικές κ.ά. ολοκληρώσεις, γεγονός που τις τοποθετεί στο κέντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος. Και φυσικά δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει πως η νέα αυτή- βαθιά πολιτική και δημοκρατική- επιστημονική διάσταση οφείλεται στην ύπαρξη και την ανάπτυξη των διαφόρων μαχητικών φεμινιστικών κινημάτων και των εκπροσώπων τους στον ακαδημαϊκό χώρο.

 

Στην Κοινωνική Λαογραφία η αναλυτική κατηγορία «Φύλο» είναι δυνατόν αφενός να αποδομήσει πατριαρχικές υποθέσεις για την παρουσία ή τους ρόλους των γυναικών στο πλαίσιο του λαϊκού πολιτισμού και των παραδοσιακών κοινοτήτων, αλλά και τους τρόπους και τις διαδικασίες συγκρότησης της "γυναικείας ταυτότητας" σε σχέση και με τα οικονομικά, κοινωνικά ή ηλικιακά συμφραζόμενα. Για παράδειγμα οι φεμινίστριες αντιπαραθέτουν στη μελέτη της κοινότητας γενικά, τη μελέτη του ατόμου μέσα στην κοινότητα, γεγονός που επιτρέπει να γίνουν κατανοητά τα κίνητρα και οι προσδοκίες τόσο των γυναικών όσο και των ανδρών. Έτσι έγινε δυνατό-χάρη σε επιστήμονες όπως η Lyn Lofland για παράδειγμα- να αναδειχθούν και να επανασημασιοδοτηθούν οι δραστηριότητες των γυναικών και αυτό στο πλαίσιο άσκησης κριτικής, και μάλιστα αυστηρής, στην ανδροκεντρική παράδοση των μελετών και ερευνών που αφορούν στις παραδοσιακές κοινωνίες. Τις τελευταίες δεκαετίες επιχειρείται ένας θεωρητικός επαναπροσανατολισμός της έρευνας και της μελέτης του λαϊκού πολιτισμού, για την υπέρβαση του ανδροκεντρισμού που, σε ένα βαθμό, τις διακρίνει. Γίνεται κυρίως μέσω της επανεξέτασης των αναπαραστάσεων, των συμβόλων, των σημασιοδοτήσεων, αλλά και των συμπεριφορών και των κοινωνικών προσδοκιών και απαιτήσεων, οι οποίες συνδέονται με τα κοινωνικά φύλα, τους άνδρες και τις γυναίκες. Επαναξιολογούνται οι παραδοσιακές κατηγορίες και καθιερώνονται ευέλικτα σχετικά υποδείγματα, που αφορούν τόσο στις παραδοσιακές πρακτικές (λ.χ. η μαγεία σαν θηλυκή ομιλία και ως πολιτισμικό κεφάλαιο των γυναικών ή η έμφυλη διάσταση της αφήγησης) όσο και σε σύγχρονα πεδία εξαιρετικού ερευνητικού ενδιαφέροντος, όπως είναι η έμφυλη επιτόπια έρευνα, το θηλυκό σώμα ως φορέας σημασιών, νοημάτων, ελέγχου, απαγορεύσεων μολύνσεων κ.λπ. ή η έμφυλη λαογραφική διάσταση της μόδας και του κόσμου της κ.ά. Η χρήση του φύλου (gender) ως αναλυτικής κατηγορίας αναδεικνύει νέους τρόπους προσέγγισης των ρόλων των γυναικών των παραδοσιακών κοινοτήτων και του συνόλου των λαϊκών ομάδων (folk groups) ευρύτερα,  αναδεικνύει όμως ταυτόχρονα και τους ρόλους των ανδρών, καθώς εστιάζει στις μεταξύ τους σχέσεις και αλληλοεπιδράσεις. Κατά συνέπεια η οπτική του φύλου, τα εναλλακτικά και συχνά αντιπολιτευτικά υποδείγματα που διαμορφώνει, ανανεώνουν, εμπλουτίζουν και διευρύνουν τη γνώση για τον λαϊκό πολιτισμό και την παράδοση

 

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά στη λαογραφική προσέγγιση της μόδας και του κόσμου της-θέμα ενδιαφέρον, καινοτόμο και εν πολλοίς άγνωστο έως πρόσφατα στη χώρα μας- εντοπίζονται ενδιαφέρουσες μελέτες, συχνά ιδιαίτερα γοητευτικές. Χαρακτηριστική είναι η διερεύνηση της σχέσης της μόδας και των παραμυθιών. Το ένδυμα, ως γνωστόν, παίζει σημαντικό ρόλο στην πλοκή και στην εξέλιξη πολλών λαϊκών παραμυθιών, συνδεόμενο με ζητήματα ταυτότητας, αυτοπροσδιορισμού, μεταμφιέσεων, ενώ συχνά προσδίδει στην/στον ηρωίδα/α ισχύ, με μαγικό τρόπο.  Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα σε παραμύθια των αδελφών Grimm, όπως η Σταχτοπούτα, Χιονάτη, η Ωραία Κοιμωμένη κ.ά. στο πλαίσιο των οποίων τονίζεται και προβάλλεται η ατομική ταυτότητα, προσφέρεται  μαγική δύναμη στην/στον ηρωίδα/α, αλλά και κάποτε τιμωρία (με την ενεργοποίηση λ.χ. μιας κατάρας) ή και  θάνατος. Ταυτόχρονα το ένδυμα στα παραμύθια συμβάλλει στην ανάδειξη της διαιώνισης του ιδανικού της γυναικείας ομορφιάς, το οποίο αποτελεί κανονιστικό μέσο κοινωνικού ελέγχου, που έχει παρατηρηθεί ότι εντείνεται, στο βαθμό που οι γυναίκες διεκδικούν μορφές κοινωνικής καταξίωσης και χειραφέτησης. Είναι ευρέως γνωστό πως σχεδιαστές/τριες μόδας, όπως και κινηματογραφιστές/τριες, άντλησαν την έμπνευσή τους από τον κόσμο των παραμυθιών, με πιο πρόσφατη την παρουσίαση των συλλογών διαφόρων οίκων μόδας, του τέλους του 2011 και του 2012, που το θέμα τους είναι εμπνευσμένο από τα παραμύθια των Grimm. Επίσης στις προαναφερόμενες μελέτες  εξετάζεται η αλληλεπίδραση υψηλής μόδας  και κινηματογράφου, καθώς ο τελευταίος αξιοποιεί στις μεταφορές των παραμυθιών στη μεγάλη οθόνη την υψηλή μόδα ή εμπνέεται από αυτήν. Ερευνάται τέλος και η  αλληλεπίδραση της μόδας με άλλες μορφές τέχνης, όπως το μπαλέτο και περισσότερο η φωτογραφία,  όπου το ένδυμα παίζει βασικό ρόλο στην αφήγηση της εικόνας.

  

Η μόδα, που η επίδρασή της αναγνωρίζεται μέσω του γνωστού κλισέ (cliché): «είστε αυτό που φοράτε», προσφέρει φυσικά πλούσια σειρά ενδυματολογικών επιλογών. Παράλληλα όμως αποκαλύπτει τους πολλαπλούς, καθώς και απροσδόκητους τρόπους, δια των οποίων η ένδυση αποτελεί μέρος των απτών, υλικών, αλλά και περίπλοκων και συμβολικών διαδικασιών της διαμόρφωσης του Εαυτού, της ταυτότητας, του σώματος και των κοινωνικών σχέσεων (Adelman, 2008). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως η ενδυμασία συνδέεται ευθέως  με αντιλήψεις, πεποιθήσεις, το σύνολο δηλαδή του κυρίαρχου κάθε φορά κοινωνικού συστήματος αξιών και πως  η δημόσια και άμεσα ορατή φύση της την καθιστά ιδανικό πεδίο για τη μελέτη αυτού του συνδέσμου μεταξύ αξιών και ενδύματος. Το ύφος λ.χ. στην ενδυμασία είναι συνδυασμός προσωπικής έκφρασης και κοινωνικών κανόνων και αυτό η μόδα το λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη στις προτάσεις της. Επηρεάζεται από τις κυρίαρχες αξίες, την κοινωνική στάση, την κοινωνικοοικονομική θέση, το στάδιο ζωής κάποιου/ας και από τις περιστάσεις εντός των οποίων θα θελήσει να βεβαιώσει την παρουσία του/της  Επικοινωνεί δηλαδή συμβολικά το πώς ένα άτομο επιθυμεί και  επιδιώκει να εμφανιστεί στην κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση πάντως, εκτός των ανωτέρω, η ένδυση και η μόδα της, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αντανακλά τον βαθιά  ταξικό χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας. Αρκεί μόνο να αναλογιστούμε την τεράστια διαφορά κόστους κτήσης των «επώνυμων» ρούχων από τα φτηνά αντίγραφά τους. Επίσης η ένδυση αναδεικνύει όψεις της εξουσίας και της δύναμης, ενώ τονίζει  το αρσενικό κύρος.

 

Το λαογραφικό ενδιαφέρον για την ένδυση και τη μόδα έχει στενή σχέση και με το γεγονός πως για πολλές/ούς η ενδυμασία συνιστά πλήρη οπτική γλώσσα με διακριτό λεξιλόγιο, ενώ για άλλες/ους μάλλον προσομοιάζει περισσότερο με τη μουσική ή την ποίηση, όπου η απόδοση σαφών εννοιών εξαρτάται από το συναίσθημα και τη διάθεση. Ο κώδικας της γλώσσας αυτής χρησιμοποιεί  οπτικά και απτικά σύμβολα του πολιτισμού, το κάνει όμως υπαινικτικά, διφορούμενα, έτσι ώστε οι απορρέουσες έννοιες, από τα βασικά στοιχεία του κώδικα (ύφασμα, χρώμα, σχήμα, όγκος και περίγραμμα) να είναι πάντοτε ρευστές. Ωστόσο θα ήταν λάθος να σκεφτεί κάποιος/α τον κώδικα ένδυσης ως το ισομορφικό ισοδύναμο της γλώσσας. Ο κώδικας ένδυσης είναι πιο ασαφής και απροσδιόριστος σημειολογικά. Εκτός από την περίπτωση των στολών, συνήθως προτείνει και υπονοεί πολύ περισσότερα από ό,τι δηλώνει, με αποτέλεσμα να προσεγγίζει περισσότερο τη μουσική παρά τη δηλωτική ομιλία. Η Hollander διατείνεται ότι ακόμη και η γυμνότητα είναι μορφή ενδυμασίας και ότι τα ρούχα έχουν την ίδια διαλεκτική σχέση με το σώμα, όπως η γλώσσα με την καθαρή σκέψη. Με την επιλογή ενδυμάτων δεν αναμένεται να γίνει αντιληπτό το σύνολο των κανόνων που κωδικοποιούνται από την συγκεκριμένη επιλογή. Η αμφισημία του κώδικα ένδυσης οφείλεται στην προσωρινή, ιδιότροπη φύση της μόδας.  Από την άλλη ο κώδικας επηρεάζεται σημαντικά από το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα, καθώς τα μηνύματά του εξαρτώνται από την ταυτότητα, την περίσταση, τον τόπο και ακόμα και την διάθεση. Παράλληλα διαφορετικές αξίες συνδέονται με τους κώδικες ένδυσης σε διαφορετικούς χρόνους. Για παράδειγμα τα μακριά μαλλιά των αρσενικών Hippies ή των beatniks, για τους ίδιους συμβόλιζαν την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους από το πολιτισμικά κατασκευασμένο κοινωνικό φύλο τους, ενώ οι συμβατικότεροι/ες σύγχρονοί/ές τους, τα ερμήνευαν ως διαστροφή των έμφυλων κανόνων και προσπάθεια συγκάλυψης της οκνηρίας τους. Το βέβαιο είναι πάντως πως η ιδέα ότι τα ρούχα αποτελούν γλώσσα είναι βασικής σημασίας για την ανάπτυξη της βιομηχανίας της μόδας, γι’ αυτό προωθείται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τα «γυναικεία» περιοδικά.   

 

Το ένδυμα και η μόδα έγιναν, μεταξύ των άλλων, τον  τελευταίο καιρό αντικείμενο ανάλυσης στο πλαίσιο των έμφυλων πολιτισμικών (όπως και των κοινωνικών άλλωστε) σπουδών, μεταξύ των οποίων και της Λαογραφίας. των Φύλων. Αναγνωρίζεται πως αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες διαμόρφωσης έμφυλης ταυτότητας, αλλά και μέρος των κοινωνικών διαδικασιών της διάκρισης, δηλαδή της αναπαραγωγής των ιεραρχιών θέσης, δύναμης  και γοήτρου, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας διακρίσεων και ιεραρχιών, με εξέχουσες αυτές της κοινωνικής τάξης και του κοινωνικού φύλου. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο το πώς τα ενδύματα προσεγγίζονται ως προσαρμοστικές στρατηγικές, που χρησιμοποιούνται από τα άτομα, όταν συμμετέχουν στις συλλογικές κοινωνικές εμπειρίες, όπως και ως άμεσες εκδηλώσεις της αλληλεπίδρασης των ατόμων με την κοινωνία, γεγονός που εξηγεί και το αυξημένο λαογραφικό, ερευνητικό ενδιαφέρον. Εύστοχα επισημαίνεται ότι η έμφυλη διάσταση της μόδας αποτελεί και οικονομική διεργασία, επειδή η ενδυμασία είναι δημόσια επίδειξη οικονομικής ισχύος. H σχέση μόδας και κοινωνικού φύλου, της οποίας δεν πρέπει να μας διαφεύγει και η έντονη ταξική της διάσταση, αλλάζει από τον ένα πολιτισμό στον άλλο και από εποχή σε εποχή. Τα ενδύματα εμποτίζονται από αυτή την αλλαγή, μεταβάλλοντας και τον κώδικα της γλώσσας της ενδυμασίας, με τη χρήση του οποίου τα άτομα κατασκευάζουν το κοινωνικό τους φύλο (και επιβεβαιώνουν την ταξική τους ταυτότητα άλλωστε) και το διαβιβάζουν στους/στις άλλους/ες. Μέσω των ενδυμάτων αναδεικνύονται τόσο οι ταξικές ταυτότητες όσο και οι ταυτότητες κοινωνικού φύλου και οι εντάσσεις που τις περιβάλλουν. Έτσι σε προηγούμενες δεκαετίες τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική νέες γυναίκες της εργατικής τάξης χρησιμοποιούν τα τζιν, τα κουρέματα punk και rock, τις χρυσές αλυσίδες στον αστράγαλο, για να εναντιωθούν στην επιβαλλόμενη αστική οπτική αισθητική, ενώ φεμινίστριες καίνε συμβολικά τους στηθόδεσμούς τους και φορούν παντελόνια, καταγγέλλοντας μια αρσενικά «κατασκευασμένη» θηλυκότητα. Κατά συνέπεια δεν είναι τυχαία η σύνδεση της εντυπωσιακής διαφοράς που είναι εμφανής στο ντύσιμο μεταξύ των γυναικών και των ανδρών με τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων της κάθε εποχής. Για πολλά χρόνια λ.χ. το να είναι μία γυναίκα «στη μόδα», σήμαινε πως μπορούσε να καταναλώνει χωρίς να είναι υποχρεωμένη να παράγει, δηλαδή να εργάζεται. Αυτό είχε ως συνέπεια το αυξημένο κοινωνικό κύρος των αρσενικών μελών της οικογένειάς της (πατέρας, αδερφός, σύζυγος). Το γεγονός αντανακλούσε την οικονομική διαφοροποίηση μεταξύ των φύλων και την εξάρτηση των γυναικών, που περιορίζονται, άεργες αυτές, στο να   ενισχύουν την κοινωνικοοικονομική θέση των ανδρών και κυρίως του συζύγου, αλλάζοντας το περιεχόμενο της ντουλάπας τους ανάλογα με τις επιταγές της μόδας κάθε εποχής. Ταυτόχρονα η γυναικεία αμφίεση με τα ψηλά τακούνια, τα μακριά μαλλιά, τα σφιχτά μανίκια και ιδίως τον κορσέ, ο οποίος ακρωτηρίαζε ουσιαστικά το θηλυκό σώμα, αποσκοπούσε, μεταξύ των άλλων, στη μείωση της ευκινησίας των γυναικών, καθιστώντας τες μόνιμα ακατάλληλες για να εργαστούν, κι έτσι μαζί με τη χρηματική ευρωστία αναδεικνύονταν και η ανδρική σωματική ρώμη. Με δυο λόγια, από πολύ νωρίς, από τον 19ο αιώνα λ.χ., η ανδρική ενδυμασία ήταν προορισμένη για την δημόσια σφαίρα, ενώ η γυναικεία για την ιδιωτική. Αυτό άρχισε να υποχωρεί βαθμιαία από τις αρχές του 20ου αιώνα, καθώς οι γυναίκες αναλαμβάνουν πια περισσότερους ρόλους στη δημόσια σφαίρα της ζωής. Ωστόσο και στη σύγχρονη εποχή οι γυναίκες κοινωνικοποιούνται με τρόπο που να θέτουν ψηλά στις προτεραιότητές τους την κοινωνική λειτουργία της ένδυσης και της μόδας, γεγονός που δείχνει ότι, τουλάχιστον στον πολιτισμό μας, διαθέτουν ισχυρότερη σύνδεση με τη μόδα και τις επιταγές της  και υψηλότερο βαθμό συνειδητοποίησης των λειτουργιών της από ότι οι άνδρες.

 

Γεννιέται συνεπώς εύλογα το ερώτημα: Γιατί  οι άνδρες  δε συμμετέχουν στη μόδα στο ίδιο εύρος και με το ίδιο πάθος όπως οι γυναίκες; Η εξήγηση που δίνεται είναι ότι η αξιολόγηση των ανδρών καθορίζεται πολύ λιγότερο από την ενδυμασία και την εξωτερική τους εμφάνιση σε σχέση με  την κοινωνική τους θέση και το ανάλογο κύρος. Το να ακολουθούν πιστά τις απαιτήσεις της συνεχώς μεταλλασσόμενης μόδας δε συνάδει με βασικά χαρακτηριστικά της αρρενωπότητας, αφού τους εμφανίζει να σύρονται υποταγμένοι από εξωτερικές δυνάμεις. Ήδη από τον 18ο αιώνα συντελείται η «μεγάλη αρσενική εγκατάλειψη» της μόδας. Ενώ  οι γυναίκες τελειοποιούν μέσω της ενδυμασίας τους τρόπους κοινωνικής, οικονομικής, ερωτικής έκθεσης, το ανδρικό ένδυμα διακοσμείται όλο και πιο λίγο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τον 19ο αιώνα παραμένουν μεν σημαντικές έμφυλες ανισότητες, παράλληλα όμως η πτώση της αριστοκρατίας συνέτεινε στην ηθική αναβάθμιση της αξίας της εργασίας κι έτσι η πολυποίκιλη ανδρική ενδυμασία των προηγούμενων αιώνων έγινε σύμβολο κοινωνικής διαφθοράς. Οι άνδρες εγκατέλειψαν την αξίωση τους να θεωρούνται όμορφοι και εφεξής στοχεύουν να είναι μόνο χρήσιμοι. Υιοθετούν, υπό το φως της γαλλικής επανάστασης, ως «ανδρικές» αξίες  τη σκληρή εργασία και τη δημοκρατικότητα. Έκτοτε η κοινωνική αλληλεπίδραση των ανδρών λόγω της εργασίας τους καθόρισε τις ενδυματολογικές τους επιλογές. Καθώς η δημόσια σφαίρα σταθεροποιείται και περιορίζει το ανδρικό ένδυμα, κάθε παραλλαγή από τον κανόνα συνεπάγεται σημαντικό κοινωνικό αντίκτυπο. Αναπτύσσεται ο έντονος ανδρικός φόβος της αντίληψης περί «διαφορετικού» από τους γύρω, μαζί με τη γενικευμένη απόρριψη του ναρκισσισμού. Αντίθετα η γυναικεία μόδα, συνεχώς ρέουσα, επιτρέπει πλήθος μορφών εκφραστικότητας και «δικαίωμα λάθους». Αποτέλεσμα των αλλαγών αυτών είναι το ότι οι γυναίκες έχουν πλέον μεγαλύτερη πιθανότητα να δανειστούν το ανδρικό ύφος, χωρίς αυτό να εγείρει θέματα «διαφορετικότητας», ενώ η ανδρόγυνη μόδα που αναπτύσσεται έκτοτε διαθέτει κατά κανόνα περισσότερο αρσενική απόχρωση παρά θηλυκή (Davis,1992).

 

Στο πλαίσιο της λαογραφικής έρευνας και των σύγχρονων αντιλήψεων για τον λαϊκό πολιτισμό και το έμφυλο περιεχόμενό  του διερευνάται  η σχέση κοινωνικού φύλου και μόδας. Όπως γίνεται προφανές, η γλώσσα των ενδυμάτων και οι σχετικοί συμβολισμοί αλλάζουν με το χρόνο και επανερμηνεύονται αδιάκοπα, σε συνάρτηση με τις μεταβαλλόμενες έμφυλες αντιλήψεις, αλλά και το πρόσφατο ενδιαφέρον τόσο της ανθρωπολογίας όσο και της κοινωνικής λαογραφίας για το σώμα. Όπως επισημαίνει η Παπαγαροφάλου, «το σώμα αποτελεί κεντρική αναλυτική κατηγορία στην ερμηνεία των κοινωνικών σχέσεων και προσεγγίζεται ως πολιτισμικά κατασκευασμένο «κείμενο» που γράφεται από όσες/ους το «φέρουν», αλλά και το «βιώνουν». Σήμερα λαογράφοι και ανθρωπολόγοι, μάλιστα οι ενασχολούμενες/οι με τη λειτουργία και τη σημασία των τελετουργιών, αποδίδουν στο σώμα εξέχοντα ρόλο όσον αφορά στην κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας. Το θεωρούν δε ως αρχικό μέσον παραγωγής και έκφρασης πεποιθήσεων, συμβολικών σχέσεων, εντέλει δε πολιτιστικής γνώσης. Παράλληλα ένας μεγάλος αριθμός μελετών που αφορούν στο Φύλο εστιάζει στις σημασίες του γυναικείου σώματος, στις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς που το περιβάλλουν, στις «ρυπάνσεις» που εκκινούν απ' αυτό (λ.χ. μετά τον τοκετό ή κατά τη διάρκεια της εμμηνόρροιας). Διερευνούν στο πεδίο αυτό ενδείξεις για τον τρόπο που οι άνθρωποι τα ταξινομούν όλα αυτά και κτίζουν τον κοινωνικό τους κόσμο. Χαρακτηριστική πάλι η επιβολή του κορσέ στις γυναίκες, που, εκτός των προαναφερομένων, θεωρείται και μέσον οικονομικού ελέγχου και τρόπος δυνάστευσης της συμπεριφοράς τους, με το πρόσχημα της κομψότητας και της ευπρέπειας. Ο θηλυκός εαυτός ανταποκρίνεται με τον τρόπο αυτό στις κοινωνικές πατριαρχικές προσδοκίες και η έμφυλη τάξη πραγμάτων παραμένει σταθερή και απαρασάλευτη. Έτσι ή αλλιώς πάντως το βέβαιο είναι πως η άμεση υλική επαφή και η οικειότητα της ενδυμασίας με το σώμα, καθιστά τον θηλυκό «Εαυτό» ιδιαίτερα εμφανή στην κατασκευή της κοινωνικής ταυτότητας γενικά και του κοινωνικού φύλου ειδικότερα.

 

Τα υλικά που φοριούνται και φέρονται επί του σώματος είναι απτά και με αυτά τα κοινωνικά φύλα, οι άνδρες και οι γυναίκες, δημιουργούν τις «κοινωνικές επαφές», που μεσολαβούν στην ασταθή αλληλεπίδραση μεταξύ σώματος και λοιπού κόσμου. Η ενδυμασία, ως μορφή υλικού πολιτισμού, είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για να εκφράσει τη σχέση μεταξύ των προσωπικών αξιών και αυτών που αποδίδονται στα υλικά αγαθά, λόγω της στενής σχέσης της με τις αντιλήψεις για τον Εαυτό. Οι ορισμοί του κοινωνικού φύλου παίρνουν επίσης διαφορετικές διατυπώσεις μαζί με τη μόδα και αυτό δείχνει την αδιάλειπτη απαίτηση της κοινωνίας να υπάρχουν τα κοινωνικά φύλα. Το ένδυμα δεν είναι μόνον ένα αφηρημένο συμβολικό αντικείμενο, ούτε στατική εικόνα της ταυτότητας του φύλου, αλλά αποτελεί μορφή τεχνικής του σώματος, που εκφράζει  μεγάλη γκάμα από διαθέσεις και τοποθετήσεις για τον Εαυτό και την κοινωνία, καθώς και συνήθειες. Είναι τόσο ισχυρή η σύνδεση μεταξύ ενδύματος και ταυτότητας που για ορισμένους/ες θεωρητικούς, η δεύτερη δεν μπορεί να υπάρξει ξεκομμένη από τα ρούχα που κάποιος/α φοράει, αν και το ένδυμα χρησιμοποιείται εκτός από την δήλωση της ταυτότητας φύλου, και για τη συγκάλυψη. Το «κοινωνικό δέρμα» που διαμορφώνουν τα ενδύματα, μαζί με  τις στάσεις, τις χειρονομίες κ.λπ., διευκολύνει την ένταξη σε μεγαλύτερες ομάδες. Τα ρούχα είναι με δυο λόγια το ορατό, αποσπώμενο δέρμα που εκφράζει φιλοδοξίες, φαντασιώσεις και όνειρα. Φυσικά κι αυτό το λαμβάνει υπόψη της η μόδα και το αξιοποιεί με τον πιο πρόσφορο κάθε φορά τρόπο, ειδικότερα στην περίπτωση των γυναικών. Άλλωστε όλες/οι γνωρίζουμε πως ποτέ δεν έχει κάποιος/α τον πλήρη έλεγχο της εμφάνισής του/της, καθώς αυτή υπαγορεύεται όχι μόνο από τη βιομηχανία της μόδας, αλλά και από άλλα κινήματα έξω από αυτήν και την ευρύτερη αίσθηση του «ανήκειν» κάθε ανθρώπου.

 

Ολοκληρώνοντας αξίζει μια επισήμανση: Το ένδυμα θεωρείται τύπος οπτικού κειμένου, παρόμοιος με τις φωτογραφίες και τις διαφημίσεις. Η ενδυμασία των υποομάδων νεολαίας, διαφορετικών πολιτισμών, διαφόρων φυλών,  ομοφυλοφιλικών κοινοτήτων κ.λπ., η δική τους επιλεγμένη «μόδα», συντελεί στο να κατανοηθεί το πώς εκφράζονται, και μέσω της ένδυσης, οι αξίες των συγκεκριμένων κοινωνικών ταυτοτήτων. Η έμφαση όμως στην απεικόνιση των συγκεκριμένων κωδίκων συχνά καθίσταται επικίνδυνη. Κι αυτό γιατί δεν περιορίζονται μόνο στη διευκόλυνση της κοινωνικής επαφής. Δεν είναι λίγες οι φορές που η «εμφάνιση» δεν γίνεται κατανοητή για τον/την παρατηρητή/τρια και δεν αποτυπώνει πιστά την ταυτότητα και την κοινωνική θέση του/της χρήστη/τριας. Οι τεχνικές απεικόνισης μετατρέπονται τελικά σε κρυπτογραφία  των ηθικών αξιών ενός ατόμου. Έτσι υπάρχει λ.χ. μακραίωνη συσχέτιση μεταξύ γυναικείας ηθικής και θηλυκής ενδυμασίας και οι γυναίκες εξακολουθούν να κινδυνεύουν να κατηγορηθούν για τον τρόπο που ντύνονται. Πρόκειται για την περίπτωση που η ιδιότητα της ένδυσης να διαμορφώνει την επιφάνεια του σώματος «διαβάζεται» λάθος, σαν κάτι παροδικό ή επιφανειακό, με αποτέλεσμα την απώλεια της κατανόησης του ενδύματος ως «κοινωνικού δέρματος». Μάλιστα καθώς οι δυτικοευρωπαϊκές παραδόσεις τείνουν συχνά να ανιχνεύουν τις ταυτότητες φυλής ή φύλου εντός των φυσιοκρατικών πλαισίων του βιολογικού σώματος, η ενδυμασία  αξιολογείται ηθικά, ανάλογα με τις ισχύουσες κάθε φορά απόψεις περί ηθικής, που στην περίπτωση των γυναικών παραμένουν βαθύτατα πατριαρχικές.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Arvanitidou, Ζ. and Gasouka,M. (2011). Dress, Identity and Cultural Practices. In: The International Journal of the Humanities. Champaign. Illinois. USA. pp 17-25

Carter, A. (1978). Fashion: a Feminist View. Sunday Times Magazine, 1, pp. 50 – 55.

Γκασούκα, Μ. (2008). Κοινωνιολογία του Λαϊκού Πολιτισμού.Τομ.ΙΙ. Το Φύλο κάτω από το Πέπλο. Αθήνα: Ψηφίδα

Γκασούκα, Μ. (2007). «Συστήματα  Φύλου, Σύμβολα και Σώμα»,  στο Βιτσηλάκη Χ., Γκασούκα Μ. και Παπαδόπουλος Γ.(επιμ.),  Φύλο και Πολιτισμός. Αθήνα: Ατραπός. ππ 41-60

Davis, F. (1988). Clothing, Fashion and the Dialectic of Identity. In: Maines, D. & Couch J. (Eds.), Communication and social structure. Springfield: Charles &Thomas.

Davis, F. (1992). Fashion, Culture and Identity. Chicago: University of Chicago Press

Hollander. Α. (1995). Sex and Suits. New York: Kodansha International.

Turner, S. (1980). The Social Skin. In Cherfas, J.& Lewin, R. (eds). Not Work Alone: A Cross-Cultural View of Activities Superfluous to Survival. Beverly Hills: SAGE.

 

   Η Μαρία Γκασούκα είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Λαογραφίας και Φύλου του Πανεπιστήμιου Αιγαίου και πρώην Αντιπρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης-Διευθύντρια του Ινστιτούτου Επιμόρφωσης. Είναι συγγραφέας είκοσι τριών βιβλίων στο πεδίο του Φύλου και του Πολιτισμού. Έχει δημοσιεύσει πλήθος σχετικών επιστημονικών άρθρων στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, ενώ κείμενά της έχουν μεταφραστεί στα Τουρκικά και στα Ισπανικά. Έχει σχεδιάσει, υλοποιήσει και αξιολογήσει σημαντικό αριθμό έμφυλων Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων και Κοινοτικών Πρωτοβουλιών. Είναι η συντάκτρια του «Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Ισότητα των Φύλων 2007-2013» της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι η συγγραφέας μαζί με την καθηγήτρια Μαριάνθη Γεωργαλλίδου των «Οδηγών Χρήσης μη Σεξιστικής Γλώσσας  στα  Δημόσια  Έγγραφα» της Ελλάδας και της Κύπρου. Υπήρξε Πρόεδρος της ομάδας εργασίας του Υπουργείου Εσωτερικών για τη διαμόρφωση του Σ.Ν. για την Ουσιαστική Ισότητα. Είναι Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Παρατηρητήριου Ισότητας Κύπρου (ΠΙΚ), καθώς και εξωτερική συνεργάτρια του EIGE.  Είναι πρώην Πρόεδρος της Επιτροπής Ισότητας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και σήμερα επίτιμο μέλος της. Είναι μέλος της Πρωτοβουλίας κατά των Γυναικοκτονιών  και του Δικτύου Γυναικών Συγγραφέων κατά της Έμφυλης Βίας και των Γυναικοκτονιών «η Φωνή της». 

                                                 

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ ΣΤΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΟ ΕΡΓΟ, της Μαρίας Γκασούκα, ομότιμης καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου


 

Συνέχεια αφιερώματος στη Μαρία Γκασούκα, μέρος τέταρτο: ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ ΣΤΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΟ ΕΡΓΟ 

"Το παρόν άρθρο επιδιώκει να συμβάλλει στην ανάδειξη  του κοινωνικού περιεχομένου του έργου του Παπαδιαμάντη, κατ’ εξοχήν φιλογυναικείου, με τον προσδιορισμό της κοινωνικής θέσης των γυναικών μέσα σε αυτό, πάντα με αναλυτική κατηγορία το Φύλο και λαμβάνοντας υπόψη δύο παραμέτρους: πρώτα τον βιωματικό τρόπο γραφής του Παπαδιαμάντη, το γεγονός πως κύρια συγγραφική του πηγή αποτελούν οι αναμνήσεις του, τα γεγονότα που ίδιος έζησε, οι καταστάσεις στις οποίες συμμετείχε άμεσα ή τις παρατηρούσε και τις αποτύπωνε και δεύτερο το γεγονός ότι ο αριθμός των ηρωίδων του είναι τόσο σημαντικός, ώστε μπορεί να θεωρηθεί πως αυτές, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, αντιπροσωπεύουν τις γυναίκες της εποχής του και τον τρόπο ζωής τους και πως, κατά συνέπεια, αποτελούν αξιόπιστο δείγμα".

Ο Μαξίμ Γκόρκυ χαρακτήρισε τη λογοτεχνία ως «καλλιτεχνική έρευνα» ή «μελέτη του ανθρώπου». Η ποιοτική αυτή μοναδικότητα του αντικειμένου της λογοτεχνίας έχει ήδη επισημανθεί από τον Αριστοτέλη, που πίστευε ότι η πλοκή των ποιητικών έργων έχει σχέση με τις σκέψεις, την προσωπικότητα και τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά στην ολότητά της έγινε αντιληπτή και αποδεκτή κατά τον 19ο αιώνα.[ ∆εν είναι τυχαίο ωστόσο που από τον 19ο αιώνα η ποίηση υποχωρεί έναντι του μυθιστορήματος- μπορούμε να πούμε πως ο αιώνας αυτός είναι κατεξοχήν ο αιώνας του μυθιστορήματος- του μυθιστορήματος που δενόταν όλο και πιο πολύ με την πραγματικότητα.] Κατά συνέπεια, είναι ευεξήγητο το γεγονός ότι και η σχέση ανάμεσα στις ιδεολογίες και στη λογοτεχνία γινόταν όλο και λιγότερο περιφερειακή και τυχαία. Οι άμεσοι ή έμμεσοι επηρεασμοί του με κριτική έννοια κοινωνικού δεδομένου πάνω στο καθαρά αισθητικό στοιχείο- έστω και μέσα από αντιφάσεις και αποχρώσεις - είναι από πολύ νωρίς ορατοί στη μεγάλη πλειοψηφία των «δημιουργικών» συγγραφέων.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Προκάλεσε και προκαλεί συζητήσεις ο τρόπος που το κοινωνικό περιβάλλον επιδρά στη δημιουργία του λογοτεχνικού έργου ή ακόμα και στην εμφάνιση και ανάπτυξη ενός λογοτεχνικού ρεύματος και για το ότι ωθεί σε αναζητήσεις της «συσκοτισμένης» πραγματικότητας.[ Στα ρήγματα αυτής της σκοτεινής πραγματικότητας, όσον αφορά στις γυναίκες, ανακαλύπτουμε σε περιπτώσεις όπως αυτής της Daphne Du Maurier λ.χ., της οποίας  το αριστούργημά της Rebecca, υπό-αξιολογήθηκε και κάποτε απορρίφθηκε ως «γυναικεία μυθοπλασία» για σημαντικό χρονικό διάστημα, πριν θεωρηθεί κλασικό. βλ.σχ. Γκασούκα, Μ.(2022). «Πρόλογος» στο Δουτσίου, Σ., Κουρουτσίδου, Μ. κ.ά. Η Φωνή της. Αθήνα: Κέδρος. σ.σ.11-20] Οι αναζητήσεις αυτές αποτέλεσαν το έναυσμα για τη σχετικά πρόσφατη ανάπτυξη ενός κλάδου της κοινωνιολογικής επιστήμης γνωστού ως Κοινωνιολογία της Λογοτεχνίας και την εξέταση της λογοτεχνίας σε σχέση με τα ιστορικά και κοινωνικά της συμφραζόμενα. Έτσι κι αλλιώς, «οι κοινωνίες και η λογοτεχνία έχουν μια ενεργή ιστορία που είναι πάντοτε αναπόσπαστα δεμένη με τις επιδράσεις ενεργών ηθικών αξιών». [βλ.σχ. Γκασούκα, Μ. (2004). «Έμφυλες, Κοινωνιολογικές Προσεγγίσεις της Λογοτεχνίας» στο Κατσίκη-Γκίβαλου, Α. (επ.). Η Λογοτεχνία Σήμερα. Όψεις, Αναθεωρήσεις, Προοπτικές. Πρακτικά Συνεδρίου. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. σσ 722-727. ]  Πρόκειται για συζητήσεις εξαιρετικού ενδιαφέροντος που οδήγησαν συχνά σε προβληματισμούς, οι οποίοι κάθε φορά και σε σχέση με τις συγκυρίες εμφανίζουν επικαιρότητα και ξανανοίγουν ζητήματα που φαίνονταν πως είχαν κλείσει τον κύκλο τους. Αναφέρω ενδεικτικά τις απόψεις του Eagleton για την υφισταμένη συστοιχία «ανάμεσα στις εκάστοτε κρατούσες αντιλήψεις για την εξουσία και το κείμενο», ή τη συζήτηση για τη σχέση λογοτεχνίας και μεγάλων κοινωνικών αλλαγών, σχέση μεταβλητή, διαλεκτική, διαφορετικών επιπτώσεων ανάλογα με την εποχή και τις περιστάσεις [βλ. σχ. Eagleton, T. (2009). Reason, Faith, and Revolution: Reflections on the God Debate. New Haven/London: Yale University Press]. Βεβαίως δεν θα πρέπει να μας διαφύγει πως η πνευματική διάσταση των λογοτεχνικών έργων επιτρέπει έναν ισχυρό βαθμό αυτονομίας τους σ' αυτή την αμφίδρομη σχέση απέναντι στις κοινωνικοοικονομικές δομές. Πρόκειται για αυτονομία σε ό,τι αφορά στην πνευματική δράση ανθρώπων και ομάδων, ωστόσο παρουσιάζει ενδιαφέρον το κοινωνικό και πνευματικό πλαίσιο «μέσα στο οποίο ξετυλίγεται το αέναο παιχνίδι της κοινωνικής δυναμικής και της πνευματικής δημιουργικότητας.» (Eagleton, 2009:46) από τους/τις ίδιους/ιες τους/τις δημιουργούς με βάση τα κυρίαρχα έμφυλα  πρότυπα και την έμφυλη κλίμακα αξιών. Κατά κανόνα διέπονταν από σεξισμό και έβριθαν από προκαταλήψεις, χωρίς ωστόσο να χάνουν το παραμικρό από την αξία και τη σημασία τους. Παράλληλα όσον αφορά στην Κοινωνιολογία της Λογοτεχνίας, και στον δικό της λόγο αναπαράγεται με τη μία ή την άλλη μορφή ένα από τα μεγάλα επιστημονικά προβλήματα: η συνάρθρωση του βιολογικού με το κοινωνικό και ιδιαίτερα το έμφυλο, του οποίου ο ιδεολογικός χαρακτήρας τροποποιείται σε λειτουργική σχέση με τις ποικιλίες της αντίληψης για τη φύση. Η αλήθεια είναι πως η λογοτεχνία είχε-και σε ένα βαθμό εξακολουθεί να έχει-σημαντική συμβολή στην αναπαραγωγή και διαιώνιση των έμφυλων στερεοτύπων.[ Γκασούκα, ο.π.]  Έως πρόσφατα, καθώς οι γυναίκες συγγραφείς ήταν σπάνιες, τα περισσότερα βιβλία που παρουσίαζαν γυναίκες τις εμφάνιζαν  σε στερεότυπους ρόλους. Παράλληλα, το περίφημο «οικουμενικό ισοδύναμο», δηλαδή η γλώσσα, υπήρξε βαθύτατα ανδροκεντρική, διαμορφωμένη έτσι που να αναδεικνύει τις ποικίλες έμφυλες, και όχι μόνο, κοινωνικές ασυμμετρίες, ενώ συχνά, ακόμα και σήμερα, κάνει τις γυναίκες αόρατες.  Έτσι οι πληροφορίες που διασώζονταν, επίσης έως πρόσφατα, για τις γυναίκες στην τέχνη προτάσσονταν και αξιολογούνταν μέσα από ανδρική οπτική, χωρίς να μειώνεται η προσφορά  και η σημασία τους στην ανασύνθεση του ιστορικού παρελθόντος των γυναικών και του πλέγματος των μύθων και των νοοτροπιών που το περιβάλλουν. Πάντως ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα, φεμινίστριες θεωρητικοί της λογοτεχνίας, αλλά και αρκετές λογοτέχνιδες,  όπως λ.χ. η Βιρτζίνια Γουλφ στο «∆ικό μου δωμάτιο», θέτουν ερωτήματα που για να απαντηθούν χρειάζεται και η Κοινωνιολογία της Λογοτεχνίας να προσδιορίσει τα δεδομένα, αλλά κάποτε και το ύφος της. Η χρήση του φύλου (gender) ως αναλυτικής κατηγορίας  επέτρεψε νέες, σύγχρονες προσεγγίσεις, άνοιξε δρόμους σε αδιέξοδα, αφού τόσο τα κλασικά όσο και τα σύγχρονα λογοτεχνικά έργα διακρίνονται για την ισχυρή έμφυλη διάστασή τους. Η μελέτη του φύλου στη λογοτεχνία αποτελεί στην ουσία αυστηρή κριτική στις κοινωνικές σχέσεις με βάση έμφυλα, επιθετικά στερεότυπα και βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις, αλλά και προκαταλήψεις και κοινωνικές πρακτικές, οι οποίες συνδέονται και με κατηγορίες όπως αυτές της φυλής, της εθνότητας, του έθνους, της σεξουαλικότητας, της αναπηρίας κ.ά. Η έμφυλη λογοτεχνική κριτική, με δυο λόγια, αποτελεί επέκταση της λογοτεχνικής κριτικής, που εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο οι πολιτισμοί χρησιμοποιούν σύμβολα για να καθορίσουν και να επιβάλουν στις/στους ανθρώπους τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του  φύλου, εστιάζοντας σε τομείς όπως η γλώσσα, η επιλογή χαρακτήρων, το φύλου του/της συγγραφέα . Κι αξίζει να επισημάνουμε πως οι άνδρες συγγραφείς είχαν πάντα  σοβαρό πλεονέκτημα στο να αφηγούνται τις  ιστορίες τους. Αντίθετα η γυναικεία γραφή θεωρήθηκε ανήθικη, αντιμετωπίστηκε με προκατάληψη και της ασκήθηκε εξουθενωτική  κριτική [ Ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πατριαρχικής αντίληψης, έπρεπε να δημοσιεύουν με ανδρικά ψευδώνυμα, για να έχουν μια ευκαιρία επαγγελματικής αποδοχής από τους συγγραφείς].    


ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΦΥΛΟ ΣΤΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

«Ηξεύρω ότι ουδείς τολμά ποτέ ν’ ατενίσει εντός εαυτού, ως εις βαθύ και απύθμενον φρέαρ, προς ό ιλιγγιά η όρασις» (1,249).

Παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η έμφυλη ανάγνωση του παπαδιαμαντικού έργου, που βρίσκεται σε εξέλιξη την τελευταία τριακονταετία στη χώρα μας, παρά τις έντονες αντιδράσεις που σημειώθηκαν στην αρχή και τις ανησυχίες που διατυπώθηκαν σχετικά, ότι δηλαδή μια τέτοια προσέγγιση φάνταζε απειλητική τόσο για τον δημιουργό όσο και για το έργο του [Στο γυναικοκεντρικό κατά την άποψή μας παπαδιαμαντικό έργο είναι εμφανές πως το Φύλο και οι ταυτότητες που συνδέονται με αυτό αποτελούν σχέσεις και συνδιαλλαγή ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες, στην αρρενωπότητα και τη θηλυκότητα και πως η λογοτεχνία (αλλά και η ιστορία και η λαογραφία κ.λπ.) αποτελούν πεδίο αλληλοδράσης και αλληλεπίδρασης των  Φύλων. Βλ. σχ. Γκασούκα, Μ.(1998). Η Κοινωνική Θέση των Γυναικών στο Έργο του Παπαδιαμάντη. Αθήνα: Φιλιππότη]. Επιφυλάσσει ένα διαρκές ξάφνιασμα, μια επαναλαμβανόμενη έκπληξη, για το πώς ένας άνδρας συγγραφέας και μάλιστα θρησκευόμενος και για κάποιους αναχωρητής μπόρεσε να συγκεντρώσει και να αποδώσει με πιστότητα έστω και «ασύνειδα» τόσο και τέτοιο πλήθος στοιχείων και πληροφοριών για την κοινωνική θέση των γυναικών και να δημιουργήσει τελικά ένα γυναικοκεντρικό στη βάση του έργο. Από την αρχή γίνεται αντιληπτή η ευνοϊκή στάση του συγγραφέα απέναντι στις ηρωίδες του σε σχέση με τους ήρωές του. Οι γυναίκες του είναι σημαντικές, πολλές φορές ασυνήθιστες, συχνά ξεφεύγουν από τα κοινωνικά στερεότυπα και ο ρόλος τους στην εξέλιξη των ιστοριών του γίνεται καθοριστικός, αφού αυτές κινούν συνήθως τα νήματά τους. Αντίθετα οι άνδρες- με την εξαίρεση του Πλήθωνα, κεντρικού ήρωα της Γυφτοπούλας,  και λιγότερο του Χρήστου Μηλιώνη- αν και στη ρομαντική, αρχική του περίοδο διαθέτουν ενεργητική συμμετοχή, σε έναν βαθμό πάντοτε, αργότερα θα χάνουν ολοένα και περισσότερο τη σημασία τους και, με κάποιες εξαιρέσεις, λίγο θα ενδιαφέρουν τον αναγνώστη και την αναγνώστρια που κερδίζονται σχεδόν αποκλειστικά από τις παπαδιαμαντικές ηρωίδες. 

Ήδη από την πρώτη περίοδο της δημιουργίας του ο Παπαδιαμάντης, διαθέτοντας την εσωτερική παραδοχή για υπαρκτές γυναικείες δυνάμεις, ακούσια/εκούσια, συχνά παρουσιάζει και καθοδηγεί την πορεία μεταβολής ορισμένων ηρωίδων του από τυπικά γυναικεία πρότυπα της εποχής τους σε κοινωνικοποιημένα άτομα, τα οποία προχωρούν κάτω από την πίεση των γεγονότων σε υπερβάσεις των καθορισμένων έμφυλων ρόλων και συμπεριφορών. Με σημείο εκκίνησης τα κυρίαρχα κοινωνικά χαρακτηριστικά του φύλου και τη συγκεκριμένη γυναικεία συμμόρφωση προς τα ήθη και τις συνήθειες του κοινωνικού περιβάλλοντος, ο συγγραφέας δημιουργεί τις συνθήκες της μεταβολής, της εξέλιξης των ηρωίδων του. Τις οδηγεί, όπως φαίνεται στην περίπτωση της Αυγούστας και της Φραγκογιαννούς [δες σχ. Παπαδιαμάντη Α. (1982-1988). ΆΠΑΝΤΑ. Τομ.1-5. Αθήνα: Δόμος], σε υπερβάσεις  μικρότερες ή μεγαλύτερες, μέσα από μία ενεργητική διαδικασία συγκεκριμένων πράξεων αυτογνωσίας και αυτοαναγνώρισης, άρα και διαφοροποίηση των ταυτοτήτων τους. Από την άλλη, στο γυναικοκεντρικό, όπως προαναφέρθηκε, παπαδιαμαντικό έργο [Γκασούκα, Μ. (1998). Η Κοινωνική Κατάσταση των Γυναικών…ο.π.], οι ανδρικές ταυτότητες, ρευστές και ποικίλες, δομούνται και ανασυντίθενται, μεταξύ των άλλων, και σε ευθεία συσχέτιση με τους γυναικείους κόσμους. Κι αξίζει να επιμείνουμε στο συγκεκριμένο γεγονός. Πρόκειται για τους κόσμους εκείνους, έτσι όπως αυτοί αναπαρίστανται στην αρσενική φαντασία και εντός του πλαισίου του ανδροκεντρικού αξιακού συστήματος της εποχής, τόσο στη νεοσύστατη πρωτεύουσα όσο και στην παραδοσιακή Σκιάθο. Τις περισσότερες φορές  βρίσκονται  μακριά από τη θηλυκή πραγματικότητα, τις επιθυμίες, τις προσδοκίες των γυναικών και  συχνά σε πλήρη διάσταση με κίνητρα που τους αποδίδουν οι ανδρικές αναπαραστάσεις και προκαταλήψεις. Κατά συνέπεια δομούνται οι ανδρικές ταυτότητες σε μια διαδικασία απόδοσης στις γυναίκες χαρακτηριστικών της «άλλης», σε σχέση πάντα με τον δικό τους ανδρικό πολιτισμό, τον τρόπο ζωής και τα ιδεολογήματα που τον περιβάλλουν, όπως μπορούμε ενδεικτικά να διαπιστώσουμε στα  διηγήματα τα «Ρόδιν’ Ακρογιαλιά» [τομ. 4, 223-290] και ο «Καλόγερος» [2, 315-342] κυρίως δια του  λόγου (discourse) που αναπτύσσουν οι ομάδες των ηρώων τους. Κι ο λόγος δεν είναι τίποτε άλλο παρά θεσμοποιημένος τρόπος σκέψης, προβληματισμού και θεώρησης των πραγμάτων, ο οποίος είναι θεμελιωμένος και αντανακλάται σε κοινωνικές πρακτικές. «Αλλά εσύ όμως μην εμπιστεύσης εις την θάλασσαν με τα φελούκια, που κάνουν νερά, μήτε εις τας γυναίκας» [ 4, 241] θα επισημάνει ο Παπαδιαμάντης- αφηγητής από την αρχή της συζήτησης ανάμεσα στην παρέα των ηρώων του ανδροκεντρικού διηγήματος «Τα Ρόδιν’ Ακρογιάλια», προσδιορίζοντας και δομώντας έγκαιρα την «άλλη», την πηγή κάθε δυσκολίας και προβληματισμού των ανδρών, άποψη που θα επαναλαμβάνει αρκετά συχνά στο έργο του, πεισμένος για τη γυναίκα-φορέα του κακού. Στην περίπτωση αυτή, ο λόγος εκφράζει μια συμβολική ερμηνεία της θηλυκότητας, η οποία πηγάζει από την  αίσθηση της ανωτερότητας του ανδρισμού και περικλείει σαν πολιτιστικός ιστός το πλαίσιο των συλλογικών, αρσενικών εξηγήσεων του κόσμου και της καθημερινότητάς τους. 

Σε πολλά παπαδιαμαντικά διηγήματα επιβεβαιώνεται το ότι η ανδρική ταυτότητα (και η θηλυκή οπωσδήποτε) συγκροτείται, σε σημαντικό βαθμό, από τη μια μέσω αντιθετικών, ιεραρχικών δίπολων: ανώτεροι/κατώτερες, αθώοι/πονηρές, ανεξάρτητοι/ εξαρτημένες, κ.λπ. και από την άλλη διά της ενδοφυλικής αλληλεγγύης, η οποία αποτελεί πολιτική στρατηγική διεύρυνσης και διατήρησης της έμφυλης εξουσίας. Στη λαϊκή ομάδα (folk group) λ.χ. που αποτελεί η ανδρική παρέα του ανωτέρω διηγήματος, η αλληλεγγύη στο εσωτερικό του φύλου είναι έμπρακτη, ποικίλη, νομιμοποιείται δια της αφήγησης και της μνήμης και κορυφώνεται μέσω ενός καθαρά αρσενικού τελετουργικού, όπως είναι η διαδικασία προετοιμασίας και πραγματοποίησης ενός ανδρικού συμποσίου και τα αντίστοιχα σύνεργα που αυτό επιβάλλει. Παραπέμπει μάλιστα σε αρχέγονες τελετές αδερφοποίησης από τις οποίες προήλθε αυτή η αλληλεγγύη. Το ενδιαφέρον προκαλεί ο χώρος στον οποίο η τελετουργική διαδικασία συντελείται, αφού αναφερόμαστε σε σπήλαιο και μάλιστα θαλάσσιο, χώρο κατ’ εξοχήν θηλυκό, συνδεδεμένο, όπως και το νερό, με τις θηλυκές αναπαραγωγικές δυνάμεις και τη λατρεία του γυναικείου κορμιού και των μυστηρίων του [βλ.σχ. Γκασούκα, Μ. (2006). Κοινωνιολογία του Λαϊκού Πολιτισμού. Δοκίμια Κοινωνικής Λαογραφίας. τομ. Ι. Αθήνα: Ψηφίδα.]. Καθώς μάλιστα οι συμβολικές μορφές έλκουν την καταγωγή τους από τη δράση των ανθρώπων, γίνεται αντιληπτή η πρόσβαση των ηρώων του διηγήματος σε ένα κοινό συμβολικό, αλλά και υλικό ταυτόχρονα, πλαίσιο, όπου οι «άλλες», οι ξένες, δηλαδή οι γυναίκες, δεν έχουν πρόσβαση. Στο πλαίσιο αυτό είναι διακριτά, αναγνωρίσιμα, προβλέψιμα τα χαρακτηριστικά της αρρενωπότητας. Η λαϊκή ομάδα (folk group) των ανδρών αυτών μοιράζεται στη διάρκεια της ανωτέρω διαδικασίας την κοινή, αρσενική εμπειρία που η πατριαρχία «την επικυρώνει συγχρόνως ως παγκόσμια, πανανθρώπινη, παραδειγματική» [βλ.σχ. Μπόκλουντ-Λαγοπούλου Κ. (2009). στο Λαμπρόπουλος, Α, Μπαλασόπουλος Α. (επιμ.). Χώρες της θεωρίας: Ιστορία και γεωγραφία των κριτικών αφηγημάτων.  Αθήνα: Μεταίχμιο. σσ.31-49. Ταυτόχρονα, τα ιεραρχικά δίπολα είναι εξίσου διακριτά στον λόγο που αρθρώνεται μεταξύ των μελών της παρέας: άνδρες-αθώοι/γυναίκες υποχθόνιες κ.ά.]. 

      Η ταυτότητα και στο συγκεκριμένο διήγημα, όπως και σε άλλα, συγκροτείται από μια σειρά παράγοντες προσιδιάζοντες στην «ανδρική φύση». Θα περιοριστώ, για την οικονομία του κειμένου, σ’ αυτόν που πρυτανεύει μεταξύ τους. Πρόκειται για τη δυνατότητα αυτοδιάθεσης ή/και ελεύθερης μετακίνησης των ανδρικών κορμιών, δυνατότητα απαγορευμένη για τις γυναίκες της Σκιάθου της συγκεκριμένης περιόδου. Και ο Παπαδιαμάντης- αφηγητής έχει το δικαίωμα να περιπλανηθεί, να πλεύσει με τη βάρκα, να παραμείνει στο σπήλαιο με την ανδρική συντροφιά του και να συμμετάσχει στις δραστηριότητες και στον λόγο που αρθρώνεται μεταξύ τους χωρίς να δώσει λογαριασμό και ο Σταμάτης «διέτριψεν επί δεκαετίαν εις Γαλλίαν, Αγγλίαν και Αμερικήν» [4, 240] και ο Αγάλλος επέρασε ένα διάστημα «ως βαρκάρης ες μίαν παραλίαν της Γαλλίας» [4, 249] και όλοι μαζί νομιμοποιούνται από το πατριαρχικό σύστημα αξιών να περιφέρονται ελεύθερα σε οποιαδήποτε περιοχή του νησιού, ακόμα και ο παντρεμένος Πατσοστάθης. Ταυτόχρονα η ταυτότητα συγκροτείται υπό τη μορφή άμυνας απέναντι στη θηλυκή απειλή. Η  απειλούμενη ταυτότητα εντείνει τη ρευστότητα και την ανασφάλεια και επιβάλλει στρατηγικές άμυνας, κυρίως σε ιδεολογικό επίπεδο, καθώς και σε επίπεδο αναπαραστάσεων. Η θηλυκή απειλή μπορεί να είναι απτή και μετρήσιμη και να αφορά σε υλικά αγαθά: «Ούτος τότε εκήρυξε και διεξήγαγε λυσσώδη πόλεμον κατά της γυναίκας εκείνης. Μαχόμενος δια των όπλων των δεξιών και αριστερών, το μεν δικαστικώς, το δε αυθαιρέτως κατήνεγκε βαρέα τραύματα εις τα στέρνα της μητριάς» [4, 240]. Μπορεί να έχει μεταφυσική διάσταση, συνδεόμενη συχνά και με τη μαγεία και τον μέσω αυτής έλεγχο των ανδρών. Χαρακτηριστική η οπτασία  της εγκαταλελειμμένης  από χρόνια και νεκρής πλέον αρραβωνιαστικιάς του Αγάλλου, που τον στοιχειώνει ενοχοποιώντας τον και δεν τον αφήνει να ησυχάσει, με «μια λεπτή, ψίθυρος, παραπονεμένη φωνή: Μ’ ξέχασες!...» » [4,253].  Ή, τέλος, η θηλυκή απειλή μπορεί, για να μεταφερθούμε από τα Ρόδιν’ Ακρογιάλια, να έχει τη μορφή της «μεσήλικης, αλλά όχι ρητιδωμένης» γυναίκας της πόλης, που λίγο ή πολύ ταυτίζεται με τον βιβλικό όφι ή τον ίδιο τον σατανά και θέτει σε δοκιμασία την εγκράτεια του Καλόγερου[ 2,315]   στο ομώνυμο αθηναϊκό διήγημα [ 2, 315-342.]. 

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Το Παπαδιαμαντικό έργο αποτελεί, κατά τη διατυπωμένη άποψή μου, την έναρξη μιας φιλογυναικείας λογοτεχνίας στη χώρα μας, μολονότι οι σχέσεις του συγγραφέα με τις γυναίκες είναι ιδιότυπες, περίπλοκες και συχνά αντιφατικές: σχέσεις αγάπης, φόβου, συμπόνιας, αποστροφής και κατανόησης, ανομολόγητου έρωτα και ομολογούμενης απόρριψης, οι οποίες εντοπίζονται νωρίς, από την πρώτη, τη ρομαντική του περίοδο» [βλ. σχ. Γκασούκα, Μ.(1998). Η Κοινωνική Θέση των Γυναικών… ο.π.]. Άλλωστε, όπως επιβεβαιώνεται τόσο στα Σκιαθίτικα όσο και στα Αθηναϊκά του διηγήματα που θα ακολουθήσουν, οι κοινωνίες και οι χώροι που περιγράφει ο Παπαδιαμάντης, οι κοινωνίες, δηλαδή, που γνωρίζει και στις οποίες ουσιαστικά ζει- είτε στο νησί του είτε στις αθηναϊκές λαϊκές αυλές- είναι κοινωνίες των γυναικών, οι οποίες διαχειρίζονται τελικά, άμεσα ή έμμεσα, τις περισσότερες και πιο ενδιαφέρουσες από τις κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνονται. Ο κόσμος αυτός είναι οικείος και κοντινός στον συγγραφέα και, παρά την πολυπλοκότητα, τις αντιφάσεις του ή τη σύγχυση που του προκαλεί, τον κάνει να αισθάνεται ασφαλής και πρόθυμα συνδιαλέγεται μαζί του. Η απόδοση αυτού του κόσμου στα γραπτά του είναι η αναμενόμενη κατάληξη, καθώς έχει ουσιαστικά στρέψει την πλάτη στον κόσμο των ανδρών, ιδιαίτερα των ανδρών της πόλης, των οποίων πολλές ενασχολήσεις και αντιλήψεις αποδοκιμάζει ως επικίνδυνες. Ασχολείται μαζί τους κυρίως για να τις χλευάσει» [βλ.σχ. Γκασούκα, Μ., ο.π.]. 

Η ανάγνωση του παπαδιαμαντικού έργου αναδεικνύει τις βασικές και αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις του Παπαδιαμάντη όσον αφορά στις γυναίκες και στις ιδιότητές τους, την πολυπλοκότητα των συναισθημάτων του απέναντί τους και, σε έναν βαθμό, την ιδεολογική σύγχυση που του δημιουργούν με την ύπαρξη και τη δράση τους στους διάφορους κοινωνικούς ρόλους που τους έχουν ανατεθεί. Για παράδειγμα, για τον Παπαδιαμάντη οι γυναίκες είναι φορείς  του καλού αλλά και του κακού. Δεν είναι τυχαίο που στη δεύτερη περίπτωση ο Παπαδιαμάντης προτιμάει πολλές από αυτές να μην είναι Ελληνίδες και, κυρίως, να μην είναι ορθόδοξες. Το ίδιο συμβαίνει αργότερα και με τη Μαρούσα, τη βεβαρημένη ηθικά συμπαραστάτιδα της Φραγκογιαννούς. Για τον Παπαδιαμάντη οι γυναίκες διέπονται από μυστηριώδεις, σχεδόν υπερκόσμιες δυνάμεις,  άποψη που επαναλαμβάνεται σε ολόκληρο το έργο του και στην οποία διαφαίνεται ο υποβόσκων φόβος του, αλλά και η γοητεία που δοκιμάζει από αυτό το στοιχείο. Ακόμα οι γυναίκες είναι η προσωποποίηση αρχαίων πνευμάτων και νυμφών. Διατηρούν όχι μόνο τη μεταφυσική τους προέλευση, αλλά και μέρος των χθόνιων δυνάμεών τους. Πιο αραιά, αλλά καθαρά πάντοτε, διαφαίνεται και η πεποίθησή του για την ύπαρξη ενός ολόκληρου, γυναικείου στη βάση του, μεταφυσικού κόσμου: θεές, σειρήνες, νεράιδες και ο ίδιος ο σατανάς κάποτε είναι γένους θηλυκού και μάλιστα ανεξάρτητα από τις χρονικές περιόδους στις οποίες αναφέρονται ιστορίες του. Ο Παπαδιαμάντης, αποδεχόμενος την ύπαρξη αυτών των μορφών και δυνάμεων, τις αναδεικνύει  σε κύριο άξονα του έργου του. Τέλος είναι ευνόητο μέσα από αυτή τη βεβαιότητα του Παπαδιαμάντη πηγάζει και μία άλλη, η οποία επαναλαμβάνεται συχνά: η βεβαιότητα πως αφού οι γυναίκες είναι φορείς του καλού και του κακού, γίνονται έτσι και οι ηθικοί αυτουργοί, αυτές που υποκινούν και παρακινούν τις πράξεις των ανδρών. Για τον συγγραφέα, όπως και για άλλους, ο άνδρας - Αδάμ είναι ανίσχυρος στο βάθος να αντιμετωπίσει τη γυναίκα- Εύα, αλλά και πρόθυμος να αποδεχθεί τις γυναικείες επιθυμίες και προτροπές. Με τον τρόπο αυτόν, και ανεξάρτητα από τις προθέσεις του δημιουργού, τίθεται το ζήτημα της ενοχής των γυναικών για πράξεις για τις οποίες δεν ευθύνονται, αντίληψη διαχρονική, άμεσα συνδεδεμένη με την απώλεια του παραδείσου, που τις καταδιώκει  εφόρου ζωής [βλ. σχ. Γκασούκα, Μ., ο.π.]. Το βέβαιο είναι πως  αρκετές από τις ηρωίδες του Παπαδιαμάντη διακατέχονται από βαθιά και περίπλοκα αισθήματα, αγωνίες και εσωτερικές συγκρούσεις, εξάρσεις και απογοητεύσεις, οι οποίες δεν εκδηλώνονται μόνο με τις δράσεις τους, αλλά και με τις σιωπές και τις αδράνειές τους. Ακόμα και οι θετικές ηρωίδες του, που εκφράζουν με τη στάση και τις αποφάσεις τους τις κοινωνικά αποδεκτές για τις γυναίκες αξίες, όχι σπάνια, αποκαλύπτουν έναν ψυχισμό αναστατωμένο, ο οποίος συνήθως μένει κρυφός, εξαιτίας της δεδομένης αγωγής του φύλου και της τάξης.

      Όπως προαναφέρθηκε, η βαθιά ριζωμένη στερεοτυπική αντίληψη περί των γυναικών-φορέων του κακού συχνά τις «κατασκευάζει» σαν εκφράσεις του «πνεύματος του πονηρού», ως σατανικά όντα. Οι αναπαραστάσεις του καλόγερου Σαμουήλ προσωποποιούν αυτή την αντίληψη ευρύτερα στις γυναίκες του εκκλησιάσματος, στις οποίες μεταθέτει  τις προσωπικές του υποβόσκουσες ερωτικές επιθυμίες και την αφύπνιση της καταπιεσμένης του σεξουαλικότητας: «…υπηρέτει δε προθύμως και τας ευλαβείς κυρίας, τας προσερχομένας εις τον ναόν ίνα εκκλησιασθώσι, με τα καπέλα των, με τα πτερά των, με τις μυρωδιές των, με τα ριπίδιά των, διασχίζων συχνά τους στοίχους των, προσφέρων εις αυτάς καθίσματα, ακούων τα ευχαριστώ των και ποτέ έως τώρα δεν αμάρτησεν, ειμή δια της ακουσίας επαφής της γινόμενης εν ημέραις μάλλιστα συρροής κόσμου, όπως την Μεγάλην Εβδομάδα και εις άλλας εορτάς. Εκείναι δε εφαίνοντο τόσον αθώαι, τόσον αγναί και τόσον αδιάφοροι! Προφανέστατα, ούδ’ υπώπτευαν  καν το ότι υπό το ράσον του μοναχού ήτο δυνατόν και κρύπτηται σαρκικής τις ορμή. Και αι πλείσται δεν δυσηρεστούντο δια την ακουσίαν επαφήν και όλαι σχεδόν δεν απέφευγον τον προς τον άνδρα συγχρονισμόν. Εις τι ημάρτησεν  ο καλόγηρος έως τώρα;» [ 2, 326-327]. Η γυναίκα-φορέας του κακού ωστόσο, με την μορφή της «μεσήλικης, αλλά όχι ρητιδωμένης» ενορίτισσας, στοιχειώνει το φαντασιακό και τα όνειρα του καλόγερου, ταυτίζεται με την κόλαση, τη δική του κόλαση, ανδρική και ιερατική, καθώς «…μετάβαλλε πάλιν μορφήν, ήνοιγε το στόμα της ως φρέαρ, τα μέλη του σώματός της εξηλείφοντο, εγίνετο όλη στόμα, στόμα χάσκον και έτοιμον να καταπίη. Αυτή ήτο η πύλη της Κολάσεως…Ο καλόγηρος ετινάζετο φρίσσων επί της κλίνης του, εξύπνα τρέμων, και πάλιν εβυθίζετο εις νάρκην και κάρωσιν. Και έβλεπε την κλίμακα την πάνω. Έβλεπε την ιδίαν ψυχήν του αγωνιώσαν, φεύγουσαν, μη δυναμένην να αναβή, κινδυνεύουσαν να κρημνησθή εκεί κάτω, εις το στόμα της γραίας» [2, 337]. Η αποκαλυπτική αυτή αναπαράσταση- παραίσθηση, που -από όσο επιτρέπει να κατανοήσουμε η ανάγνωση του διηγήματος- αποτελεί συστατικό, έντονα συγκρουσιακό, στοιχείο της ταυτότητας του άνδρα-ιερέα, δεν είναι μεμονωμένη, προσωπική ιδεοληψία του ήρωα. Η ταύτιση των γυναικών με το κακό, τον πειρασμό και την αμαρτία είναι επίσης στοιχείο  της κοινοτικής, συλλογικής συνείδησης. Προκύπτει όμως και από τα λόγια του συγγραφέα, κατά τη συνήθη παρέμβασή του και στο συγκεκριμένο διήγημα, όταν ισχυρίζεται πως: «Ταύτα δεν τα εσκέπτετο όλα ο Σαμουήλ με την κεφαλήν του, αλλά τις συγγραφεύς υπήρξεν όστις δεν υποκατέστησεν ενίοτε εαυτόν εις τας σκέψεις του ήρωός του. Με την άδειαν του αναγνώστου, παρενεβάλαμεν και εμείς ολίγας ιδέας ατομικάς μας εις τα αισθήματα του ατυχούς μοναχού» [2, 329]. Ωστόσο κατά τον ίδιο τρόπο  που η θηλυκότητα και η αρρενωπότητα δεν είναι αιώνιες και αμετάβλητες έννοιες, έτσι και οι αναπαραστάσεις αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου, άλλοτε γοργά και  άλλοτε με καθυστερήσεις [Βλ.σχ. Γκασούκα, Μ. (2013). Κοινωνιολογικές Προσεγγίσεις του Φύλου. Ζητήματα Εξουσίας και Ιεραρχίας. 2η εκδ.  Αθήνα: Διάδραση.].

Η ΑΚΡΑΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ «ΦΟΝΙΣΣΑΣ» 

Η «Φόνισσα» [Βλ.σχ. Γκασούκα, Μ. (1992). «Μια φεμινιστική προσέγγιση της Φόνισσας του Α. Παπαδιαμάντη». Αυγή, 15-8-1992] θεωρείται η κορυφαία δημιουργία του Παπαδιαμάντη και ταυτόχρονα σηματοδοτεί μια σημαντική στιγμή της φιλογυναικείας λογοτεχνίας, ενός τομέα όχι ιδιαίτερα παραγωγικού στην Ελλάδα για πολλές δεκαετίες. Είναι απαραίτητο να τονιστεί πως το συγκεκριμένο έργο δεν αποτελεί ένα απροσδόκητο γεγονός και κατά συνέπεια η απορία και η αμηχανία για το πώς ένας συγγραφέας με την αγωγή και τη θρησκευτικότητα του Παπαδιαμάντη έγραψε ένα τέτοιο ακριβώς έργο είναι μάλλον αδικαιολόγητη. Ο Παπαδιαμάντης σε ολόκληρη τη συγγραφική του πορεία συγκέντρωσε στοιχεία, τα οποία διάπλασαν τη φυσιογνωμία και τη δράση της ηρωίδας του, ενώ χαρακτήριζε με αυτά και ηρωίδες προηγούμενων έργων του.  Χαρακτηριστικές η Αυγούστα [Πρόκειται για την ηρωίδα των Εμπόρων των Εθνών, τ. 1ος ]  η γραία Κοντάκαινα [Πρόκειται για την ηρωίδα του Χριστόψωμου, τ.2ος] και βεβαίως η τόσο ενδιαφέρουσα, αλλά παραμελημένη από τις/τους μελετήτριες/τές Χαρμολίνα [Πρόκειται για την ηρωίδα της  Θητείας της Πενθεράς, τ.3ος ]. Τελικά στη «Φόνισσα» συνθέτει την προσωπικότητα μιας γυναίκας που συγκεκριμένοι κοινωνικοί λόγοι, στους οποίους ο ίδιος παραπέμπει επανειλημμένα με συνέπεια, την οδηγούν, ακούσια πάντα, σε ένα είδος έμφυλης αυτοσυνείδησης και στη συγκρότηση μιας στάσης ζωής που πηγάζει απευθείας από την ιδιότητα και τα πάθη του φύλου της. 

Η συγκεκριμένη στάση της Χαδούλας- Φραγκογιαννούς υπερβαίνει τα καθορισμένα έμφυλα όρια της σκιαθίτικης κοινωνίας και συγκρούεται με ένα κοινωνικό περιβάλλον απρόθυμο ή ανώριμο να αντιληφθεί τους προβληματισμούς της, οι οποίοι πηγάζουν από τις τραυματικές εξαιτίας του φύλου της εμπειρίες. Στη ρήξη της Χαδούλας με το περιβάλλον της εντοπίζεται επίσης από τον συγγραφέα ο κοινωνικός χαρακτήρας του εγκλήματος και ολοκληρώνεται η διερεύνηση που άρχισε στο «Χριστόψωμο» [ο.π.], σχετικά με τις συνθήκες οι οποίες οδηγούν σε αυτό τις γυναίκες. Αποκαλύπτονται ακόμα οι πολλαπλοί, μακροχρόνιοι τραυματισμοί των γυναικών, αλλά και των ανθρώπων γενικότερα, και αναπτύσσονται οι στοχασμοί του Παπαδιαμάντη πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής του.  Όλα αυτά είναι επόμενο να τον  οδηγούν σε συνειδητές οι ασύνειδες υπερβάσεις της χριστιανικής του αγωγής και συνείδησης, οι οποίες μόνον ως θεολογικές δεν μπορεί να χαρακτηριστούν στην προκειμένη περίπτωση [βλ.σχ. Γκασούκα, Μ.,(1998). Η Κοινωνική Θέση των Γυναικών…ο.π]. Η αγωνία μελετητών του παπαδιαμαντικού έργου όσον αφορά τη σχέση του δημιουργού με το δημιούργημά του και οι προσπάθειές τους να υψώσουν τείχη μεταξύ τους,  έρχεται να προστεθεί και στην άποψη ότι η προσέγγιση του παπαδιαμαντικού έργου επιβάλλεται να γίνεται κατ’ αποκλειστικότητα από θεολογική σκοπιά. Στην αντίληψη αυτή έχουν ασκήσει ισχυρή κριτική τόσο ο ελληνιστής Guy Saunier όσο και η συγγραφέας του παρόντος κειμένου [Σε κάθε περίπτωση ωστόσο και ανεξάρτητα από τα προαναφερόμενα, η λειτουργία τελικά ενός έργου και οι μελλοντικές του επιδράσεις  ξεπερνούν πολλές φορές τις προθέσεις του/της δημιουργού όπως και τις επιμέρους προσεγγίσεις του. Έτσι, παρά τις όποιες διατυπωμένες απόψεις, δεν μεταβάλλεται κοινωνική-έμφυλη σημασία και το εύρος της Φόνισσας.]. 

Η Χαδούλα-Φραγκογιαννού αποτελεί το τυπικό, το αυθεντικό προϊόν μιας κοινωνίας, που εξολοθρεύει τα θηλυκά παιδιά της. Είναι η γυναίκα, η οποία-σε αντίθεση με τις υπόλοιπες- έχει κατανοήσει πού και για τι βρίσκεται και έχει διαμορφώσει σχετική αντίληψη μέσα από την οδυνηρή διαδρομή της ίδιας της της ζωής. Συνεπώς, η αντίδραση, ο τρόπος και η μέθοδος που ακολουθεί, έρχονται ως φυσικό αποτέλεσμα, μα και ολοκλήρωση αυτής της διαδρομής. Είναι σίγουρα  διαφορετική. Ο συγγραφέας αποδέχεται αυτή τη διαφορετικότητα, η οποία ωστόσο συγκρούεται με τις προσωπικές του αντιλήψεις για τους ρόλους των φύλων. Λύνει την αντίθεση αποδίδοντας στην ηρωίδα του ανδρικά χαρακτηριστικά, ώστε να υπερβεί και στην όψη το φύλο της, όπως το υπερβαίνει στη σκέψη και στη συνείδηση. Η Φραγκογιαννού λοιπόν είναι «καλοκαμωμένη με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν και δύο μικράς άκρας  μύστακος άνω των χειλέων της» [3,417]. Το σίγουρο είναι πως η έμφυλη συνειδητοποίηση της Χαδούλας υπήρξε η έγκαιρη και λογική συνέπεια των βιωματικών της εμπειριών. Διαπίστωσε την καταδίκη της και όχι μόνο εντόπισε τους λόγους που την προκάλεσαν, αλλά διαισθάνθηκε και τις επιδράσεις της στη μελλοντική της ζωή. Έτσι, η πορεία της στη ζωή σύμφωνα με τους ισχύοντες πατριαρχικούς κανόνες ολοκληρώνεται πάνω από το λίκνο του άρρωστου εγγονιού της. Η συνειδητοποίηση των παθών της και των αιτιών που τα προκάλεσαν, η συναίσθηση πως σπατάλησε την ύπαρξή της για τους άλλους, με τρόπους και μεθόδους που της επέβαλλαν οι άλλοι χωρίς τη θέλησή της, η φρίκη που αισθάνεται για το αποτέλεσμα, την οδηγούν στην απόρριψη και από κει στην εξέγερση [βλ.σχ. Γκασούκα, Μ. (1998). Η Κοινωνική Θέση των Γυναικών…ο.π]. Οργισμένη στρέφεται όμως όχι κατά της κοινωνίας- θύτη, αλλά κατά του κατεξοχήν θύματος που είναι γυναίκες, αφού ούτε για μια στιγμή δεν αμφισβητεί τον ιερό προορισμό του αρσενικού και το δικαίωμα της κυριαρχίας του. Κατευθύνει τη μανία της εναντίον του ίδιου της του φύλου: πρέπει να το εξοντώσει, να το εξαφανίσει, για να το σώσει από τα πάθη και ταυτόχρονα να ελαφρώσει την κοινωνία από το βάρος του. Η έξαρση του νου της εις «ανώτερα ζητήματα» οδηγεί το χέρι της. Η ρήξη με την κοινωνία, αλλά και τον παλιό της εαυτό είναι οριστική. Οι προϋποθέσεις που την ετοίμαζαν εξήντα χρόνια ολοκληρώθηκαν. Ο συγγραφέας υποδεικνύει σε ολόκληρο το έργο τόσο  την προετοιμασία όσο και όσες/ους ώθησαν το νου να εξαρθεί και θεωρεί τις εξελίξεις από κει και πέρα φυσικές και επόμενες. Στην περιγραφή του πρώτου φονικού το αποκαλύπτει η λέξη «επιτέλους» [«Της Φραγκογιαννούς άρχισε πράγματι να ψηλώνει ο νους της. Είχε παραλογίσει επιτέλους. Επόμενον ήτο, διότι είχεν εξαρθή εις ανώτερα ζητήματα. Έκλινεν  επί του λίκνου. Έχωσε τους δύο μακρούς, σκληρούς δακτύλους μέσα εις το στόμα του μικρού  διά να το σκάσει» (3, 448).]. 

Η γυναίκα χάνεται ανάμεσα στο θείο και το ανθρώπινο. Μπροστά της ο Άϊ-Σώστης,  πίσω της οι «τακτικοί» και στη μέση ο βάλτος, τον οποίο δεν διστάζει να επιλέξει. Ο συγγραφέας δεν επιθυμεί την εφαρμογή πάνω της του ανθρώπινου νόμου, που τον θεωρεί αιτία της καταστροφής της, αλλά από ό,τι φαίνεται δεν επιθυμεί και την ανάμιξη του θείου σε μια αδικία που προκάλεσαν οι άνθρωποι. Έτσι αναθέτει στη φύση τη λύση του προβλήματος. Οι φόνοι της Χαδούλας-Φραγκογιαννούς  διατάραξαν και τη δική της ισορροπία [βλ.σχ. Γκασούκα, Μ. (1998). Η Κοινωνική Θέση των Γυναικών…ο.π].

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ

  «Τις συγγραφεύς δεν υποκατέστησεν ενίοτε εαυτόν εις τας σκέψεις του ήρωός του;» (2, 329). 

Από τα προαναφερόμενα, έγινε  εμφανές πως οι κατηγορίες «γυναίκες» και «άνδρες» είναι πολιτισμικές και ιστορικές και πως η κοινωνική κατασκευή του Φύλου προϋποθέτει συγκεκριμένο κάθε φορά πλαίσιο [βλ.σχ. Downs, L. (2010). Writing Gender History. London: Bloomsbury Academic]. Στη βάση αυτή έγινε ορατή, λ.χ., μέσω των σχετικών ερευνών, μια ενδιαφέρουσα ποικιλία θηλυκών δραστηριοτήτων, συνεισφορών, μορφών εξουσίας και επιρροής, η οποίες συχνά βρίσκονται σε αντίθεση με την κυρίαρχη ιδεολογία. Το Φύλο ως αναλυτική κατηγορία, ως εργαλείο ερμηνείας του κόσμου, συνέτεινε  στην υπέρβαση του μύθου πως οι γυναίκες είναι καταδικασμένες από τη βιολογία τους να είναι πιο κοντά στη φύση από τον πολιτισμό. Αποτελεί πολύ λιγότερο προϊόν των ανθρώπινων σωμάτων, από ό,τι προϊόν κοινωνικών μορφών και τρόπων σκέψης, ενώ η περίφημη και άμεσα συνδεδεμένη με τα φύλα διαίρεση «ιδιωτικό/δημόσιο» λειτούργησε ως πεδίο αμοιβαίας στέγασης της ανθρώπινης ιστορίας. Έτσι ή αλλιώς πάντως, τόσο η έννοια του Φύλου, όσο και οι έμφυλοι ρόλοι και οι ταυτότητες επηρεάζονται από τα κοινωνικοοικονομικά, πολιτικά, γεωγραφικά και πολιτιστικά πλαίσια, και οι όποιες αλλαγές τους συμβαδίζουν με μεταβαλλόμενες οικονομικές, πολιτισμικές ή πολιτικές συνθήκες [Βλ.σχ. Dill, T.B and Zambrana, R. (2009). Emerging Intersections: Race, Class and Gender in Theory, Policy and Practice. NJ: Rutgers University Press]. Ιδιαίτερα, σε ό,τι αφορά στην καλλιτεχνική δημιουργία ευρύτερα και τη λογοτεχνική ειδικότερα, η αξιοποίηση της σχετικής αναλυτικής κατηγορίας καταρρίπτει μύθους, όπως αυτόν τον τόσο διαδεδομένο περί του αρσενικού χαρακτήρα της μεγαλοφυΐας. Επιτρέπει δε στα λογοτεχνικά κείμενα να λειτουργήσουν ως πηγές πληροφοριών για τη ζωή των γυναικών και του κόσμου τους κι, όπως έχω ξανά τονίσει, από την άποψη αυτή εμείς οι γυναίκες σταθήκαμε τελικά τυχερές. Οι πληροφορίες που αντλήσαμε και εξακολουθούμε να αντλούμε είναι πολύτιμες πραγματικά κι επιβεβαιώνουν τον ρόλο της τέχνης ως μάρτυρα και συμμέτοχης στη διαδικασία αλλαγής της πατριαρχικής συλλογικής συνείδησης και των δυνάμεων που δρουν στο κοινωνικό εποικοδόμημα [βλ.σχ. Γκασούκα, Μ.(1998). Η Κοινωνική Θέση των Γυναικών…ο.π.]. 

Το παρόν άρθρο επιδιώκει να συμβάλλει στην ανάδειξη  του κοινωνικού περιεχομένου του έργου του Παπαδιαμάντη, κατ’ εξοχήν φιλογυναικείου, με τον προσδιορισμό της κοινωνικής θέσης των γυναικών μέσα σε αυτό, πάντα με αναλυτική κατηγορία το Φύλο και λαμβάνοντας υπόψη δύο παραμέτρους: πρώτα τον βιωματικό τρόπο γραφής του Παπαδιαμάντη, το γεγονός πως κύρια συγγραφική του πηγή αποτελούν οι αναμνήσεις του, τα γεγονότα που ίδιος έζησε, οι καταστάσεις στις οποίες συμμετείχε άμεσα ή τις παρατηρούσε και τις αποτύπωνε και δεύτερο το γεγονός ότι ο αριθμός των ηρωίδων του είναι τόσο σημαντικός, ώστε μπορεί να θεωρηθεί πως αυτές, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, αντιπροσωπεύουν τις γυναίκες της εποχής του και τον τρόπο ζωής τους και πως, κατά συνέπεια, αποτελούν αξιόπιστο δείγμα. Σε αυτό ίσως να συνέτεινε και η διάχυτη  στο σύνολο του έργου του ερωτική/αισθησιακή του φύση στην οποία αξίζει μια σύντομη αναφορά. Εκφράζεται  όχι τόσο με τις ίδιες ιστορίες αγάπης, γύρω από τις οποίες υφαίνονται πολλά από τα μυθιστορήματα ή τα διηγήματά του, όσο με διάφορες εκδηλώσεις λ.χ. χάριν τρυφερότητας, όπως το ερωτικό παιχνίδι του πειρατή και της γοργόνας [Η Γυφτοπούλα, 1,602] ή ο ανταγωνισμός των ερωτευμένων με την Πολύμνια εφήβων [Ολόγυρα στη λίμνη, 2, 379]. Είναι όμως και τα σπαρακτικά ξεσπάσματα, οι σκέψεις, οι ανέκφραστες επιθυμίες, ακόμα και οι υποψίες και οι απαγορεύσεις.  Οι προκαταλήψεις συγκρούονται με τις ανάγκες του σώματος, που αναστατώνεται, όπως αυτό της Αυγούστας. Πίσω του φυσικά αναστατώνεται ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, ο οποίος   δεν διστάζει να ομολογήσει ότι «εξ όλων των παθών ο σαρκικός έρωτας είναι το τυραννικότατον. Διότι έχει παγίδα, εις την οποίαν μας κρατεί το ίδιον σώμα μας» [1, 160]. Θα πρόσθετα δε πως είναι εντελώς ακατανόητη η αντίδραση ενός μέρους των μελετητών του, οι οποίοι προσεγγίζουν το έργο του θεολογικά ή αυστηρά ηθογραφικά, όταν γίνεται αναφορά στον αισθησιακό συγγραφέα, σαν να πρόκειται για ελάττωμα και μάλιστα ελάττωμα που του αποδίδεται με δόλο και που αποσκοπεί στην καλλιτεχνική του μείωση. Η πραγματικότητα είναι πως ο αισθησιασμός του Παπαδιαμάντη λειτουργεί με τρόπο δημιουργικό και ενδυναμώνει την έμπνευσή του. Ο ίδιος θα παραδεχτεί στο διήγημά του «Ο Καλόγερος»: «Τις συγγραφεύς δεν υποκατέστησεν ενίοτε εαυτόν εις τας σκέψεις του ήρωός του;» [ 2, 329].   

 Κλείνοντας, αξίζει μια παρατήρηση: τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις που οι γυναίκες προκαλούν στον Παπαδιαμάντη παραμένουν συνήθως κρυμμένα πίσω από μια μοναχική και προσηλωμένη θρησκευτικότητα, η οποία δεν έδωσε πολλά περιθώρια σε εκείνες και εκείνους   που θα  επιθυμούσαν ίσως να διερευνήσουν αυτό το κομμάτι του εαυτού του, ενόσω ακόμα ζούσε. Σε κάθε περίπτωση,  ο Παπαδιαμάντης, συνειδητά ή όχι,  μίλησε πολύ για τις γυναίκες στο έργο του και αποκάλυψε με τον τρόπο που μίλησε  όσα, επίσης συνειδητά ή όχι, αισθανόταν ή και διαισθανόταν για αυτές. Και πρέπει να αναγνωρίσουμε πως το συγκεκριμένο έργο είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό των συνθηκών μέσα στις οποίες έζησαν οι Ελληνίδες κατά τη χρονική περίοδο 1850-1910. Ο συγγραφέας, ο οποίος δεν διστάζει τις περισσότερες φορές να κριτικάρει αυτές τις συνθήκες καταγράφοντάς τες, προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για ένα χρονικό διάστημα και για ένα ζήτημα που η επιστημονική έρευνα παρουσίασε στο παρελθόν σημαντικό έλλειμμα  και από την άποψη αυτή το έργο του, πέραν της φιλολογικής αξίας του, μετατράπηκε  σε σημαντικό βοήθημα κάθε κοινωνικής ερευνήτριας ή κοινωνικού ερευνητή.


Η Μαρία Γκασούκα είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Λαογραφίας και Φύλου του Πανεπιστήμιου Αιγαίου και πρώην Αντιπρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης-Διευθύντρια του Ινστιτούτου Επιμόρφωσης. Είναι συγγραφέας είκοσι τριών βιβλίων στο πεδίο του Φύλου και του Πολιτισμού. Έχει δημοσιεύσει πλήθος σχετικών επιστημονικών άρθρων στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, ενώ κείμενά της έχουν μεταφραστεί στα Τουρκικά και στα Ισπανικά. Έχει σχεδιάσει, υλοποιήσει και αξιολογήσει σημαντικό αριθμό έμφυλων Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων και Κοινοτικών Πρωτοβουλιών. Είναι η συντάκτρια του «Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Ισότητα των Φύλων 2007-2013» της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι η συγγραφέας μαζί με την καθηγήτρια Μαριάνθη Γεωργαλλίδου των «Οδηγών Χρήσης μη Σεξιστικής Γλώσσας  στα  Δημόσια  Έγγραφα» της Ελλάδας και της Κύπρου. Υπήρξε Πρόεδρος της ομάδας εργασίας του Υπουργείου Εσωτερικών για τη διαμόρφωση του Σ.Ν. για την Ουσιαστική Ισότητα. Είναι Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Παρατηρητήριου Ισότητας Κύπρου (ΠΙΚ), καθώς και εξωτερική συνεργάτρια του EIGE.  Είναι πρώην Πρόεδρος της Επιτροπής Ισότητας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και σήμερα επίτιμο μέλος της. Είναι μέλος της Πρωτοβουλίας κατά των Γυναικοκτονιών  και του Δικτύου Γυναικών Συγγραφέων κατά της Έμφυλης Βίας και των Γυναικοκτονιών «η Φωνή της».