Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι φωνές μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι φωνές μας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

"Η γλώσσα ως εξουσιαστικός έλεγχος κατασκευής του φύλου αλλά και ζωντανός Οργανισμός", της Ελένης Πριοβόλου

 


Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται διαρκώς και αναπροσαρμόζεται στις ανάγκες μιας ταχύτατα μεταβαλλόμενης κοινωνίας. Οι μετατροπές, μεταλλάξεις, μεταποιήσεις, «αυθαιρεσίες» δεν σημαίνουν αλλοίωση της γλώσσας αλλά απλά εξέλιξη που μοιραία περιλαμβάνει δάνεια, καινούριους γραμματικούς τύπους και συντακτικό που καθορίζονται από τη χρήση και τις αναγκαιότητες, διατηρώντας ωστόσο τον κορμό της γλώσσας ενεργό για πάνω από 4000 χρόνια, όσον αφορά την Ελληνική γλώσσα.

Δανεικές λέξεις εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο και υιοθετούνται ακόμα και αν στην αρχή ξενίζουν. Όσο για την ορθότητα των γραμματικών τύπων εξαρτώνται από την εκτεταμένη χρήση τους.

Ιστορικά η γλώσσα μας είχε πολλές διαλέκτους οι οποίες αποτέλεσαν στο βάθος του ιστορικού χρόνου την κοινή νεοελληνική.

Οι μάχες για την γλώσσα στο παρελθόν έφταναν μέχρι την εμφύλια σύρραξη. Παλιά και Νέα Αθηναϊκή Σχολή αλληλοϋβρίζονταν. Αρχαϊστές  και οπαδοί του δημοτικισμού προκαλούσαν ταραχές και αιματοχυσίες. Τα «Ορεστικά» και τα «Ευαγγελικά» αποτέλεσαν μαύρες σελίδες στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος. Οι «μαλλιαροί» ήταν οι κατάπτυστοι και επικίνδυνοι οπαδοί του Σοσιαλισμού αρχικά και του Κομμουνισμού μετέπειτα. Όσο για τη γλώσσα του Αναρχισμού θεωρούνταν  το σκουπίδι συνυφασμένο με την  αντεργκράουντ κουλτούρα. Στην ιστορική εξέλιξη της γλώσσας έρχεται να προστεθεί και η γλώσσα της σωματικότητας, του φύλου και τις εμπειρίας όπως διαμορφώθηκε μέσα από τους αγώνες του φεμινιστικού κινήματος.

Ωστόσο από την δεκαετία του ’30 άρχισε να υπάρχει μια ανεκτικότητα στη γλωσσική ποικιλότητα. Δεν είχαμε ανοικτές συγκρούσεις αλλά παρασκηνιακές ζυμώσεις από τους γλωσσολόγους, φιλολόγους και κριτικούς λογοτεχνίας,  που κοιτούσαν με περιφρόνηση την γλωσσοπλαστική τάση στην ποίηση και τον πεζό λόγο.  Όμως οι γλωσσοπλάστριες-στες  δημιούργησαν την υψηλή μας  πεζογραφία και ποίηση.

Και ερχόμαστε στις  μέρες μας, όπου πνέει ο άνεμος της ανεκτικότητας, της συμπερίληψης και της προσπάθειας απαλλαγής της γλώσσας από το πατριαρχικό μοντέλο. Μέσα σε αυτή την πάλη έρχονται λέξεις που καθιερώνουν το θηλυκό υποκείμενο αποκομμένο από το αντρικό καθιερωμένο. Έτσι θηλυκοποιείται ο συγγραφέας σε συγγράφισσα,  και καθόλου δεν είναι να σηκώνει θύελλες αντιδράσεων, αλλά να γίνει κατανοητός ο λόγος και να ενταχθεί στη νέα γραμματική. Η γλώσσα της αφήγησης μετατοπίζεται όταν αλλάζει υποκείμενο. Η γραφή είναι μια κατάσταση ρευστή, μη γραμμική, συνδεδεμένη με το σώμα και την επιθυμία, που αντιστέκεται στη λογική και την ιεραρχική δομή της αντρικής γλώσσας. Πειραματίζεται ριζικά με τη γραμματική και καταργεί ή ανατρέπει τα φύλα της γλώσσας. Η επανέκδοση των λέξεων και των εννοιών από τη γυναικεία σκοπιά, επανανοηματοδοτεί τη σχέση σώματος-γλώσσας-εξουσίας.

Στη σημερινή γραφή συναντούμε τη χρήση τύπων ως καθολικών. Ποιήτριες αντί για ποιητές, βουλεύτριες αντί για βουλευτές, φοιτήτριες αντί για φοιτητές, γιατρίνες αντί για γιατρούς κοκ.

Συναντούμε σπασμένη σύνταξη και αποφυγή γραμματικής «κανονικότητας».

Δίνεται έμφαση στο σώμα, την εμπειρία, τη φροντίδα, και τη μνήμη.

Η γραμματική πολιτικοποιείται και αυτή είναι μια επανάσταση. Η γυναίκα και οι θηλυκότητες δεν είναι απλά φύλα αλλά τρόπος ύπαρξης. Η επαναδιατύπωση του υποκειμένου καθιστά τη γλώσσα υποκειμενική και συναισθηματική. Για τούτο παρέχει το δικαίωμα στα φύλα της ποικιλότητας να χρησιμοποιούν @ ή * στην κατάληξη. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα του άλλου να εκφράσει την εμπειρία του σύμφωνα με τον συναισθηματικό του κόσμο και τον τρόπο που αυτοπροσδιορίζεται. Το αποτέλεσμα του λογοτεχνικού κειμένου με τους συμβολισμούς στις καταλήξεις θα κριθεί με κριτήρια αισθητικά ως προϊόν καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Η Ζωή Καρέλλη εμφανίζει τις γυναίκες ως συλλογικό υποκείμενο αντικαθιστώντας στην ποίησή της το αρσενικό «ο άνθρωπος» με το θηλυκό «η άνθρωπος», δίνοντας υπαρξιακό και φιλοσοφικό περιεχόμενο στην γυναίκα. Η κριτική τότε το δέχτηκε με επιφυλακτικότητα. Δεν καταγράφεται βέβαια κάποια μαζική αντίδραση αλλά πολλοί κριτικοί, άντρες, απέφυγαν να τονίσουν τη διάσταση του φύλου. Το ερώτημα της Καρέλλη διακινήθηκε περισσότερο ως υπαρξιακό παρά ως φεμινιστικό και υποτιμήθηκε εντέχνως η ριζοσπαστικοποίηση του θέματος. Εντάχθηκε έτσι στα μεγάλα ερωτήματα που δεν συζητιούνται ανοιχτά. Η περιορισμένη ανάδειξη της έμφυλης διάστασης από την κριτική της εποχής υποδηλώνει όχι απλά την απουσία ριζοσπαστικής άποψης αλλά και την αδυναμία πρόσληψης του ζητήματος.

Επίσης, η Κική Δημουλά και η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, δεν μεταβάλλουν άμεσα τη μορφή της γλώσσας αλλά επαναπροσδιορίζουν τη σημασία της μέσα από την υποκειμενικότητα και την ειρωνεία. Ταυτίζουν τη γυναίκα με την απουσία και το τραύμα. Ιδιαίτερα η Δημουλά δεν αλλάζει τη γραμματική αλλά αποδομεί τη σημασία της και εισάγει την ειρωνεία. «Το σώμα μιλά πριν από τις λέξεις» γράφει η Μαρία Λαϊνά σε μια αισθητική και υπαρξιακή κατάσταση. Στο έργο της Μάρως Δούκα μελετάμε την έμφαση στη γυναικεία αφήγηση και εμπειρία αναδεικνύοντας πώς η γλώσσα της αφήγησης μετατοπίζεται όταν αλλάζει υποκείμενο.

Η Moniqke Wittig στο Les Guerilleres χρησιμοποιεί θηλυκό γένος ως καθολικό, με αντιστροφή της γλωσσικής κανονικότητας, πολιτικοποίηση της γραμματικής, κατάργηση του αντρικού ουδέτερου.

Η Helene Cixous, μορφή της έννοιας «θηλυκή γραφή» προτείνει μια γραφή συνδεδεμένη με το σώμα και την επιθυμία, που αντιστέκεται στη λογική και τη δομή της «αντρικής γλώσσας».

Τέλος η Margaret Atwood,  αφηγηματική στο σύνολο του έργου της, δείχνει πως η γλώσσα ελέγχει και κατασκευάζει το φύλο. Όμως δείχνει και τον τρόπο πώς αυτό μπορεί να ανατραπεί.

Εν κατακλείδι, η ανακατασκευή της γλώσσας, η επαναδιεκδίκηση των λέξεων από τη γυναικεία σκοπιά, επανανοηματοδοτεί τη σχέση σώματος-γλώσσας-εξουσίας.

Είναι πράξη πολιτική.

 

*Η Ελένη Πριοβόλου είναι συγγραφέας, μέλος του δικτύου Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ

 

"Ένα κλικ για την Αγάπη", της Ελένης Λιντζαροπούλου

 Δεν μας χρειαζόταν εμάς κανένα αντιρατσιστικό για να μην είμαστε ρατσίστριες, γιατί είχαμε φάει τον ρατσισμό με το κουτάλι. Τουρκόσπορες, ορφανές, χήρες, ζωντοχήρες, παρατημένες, έπρεπε να αποδείξουμε αργότερα οι κόρες και οι εγγονές του τσαγκάρη και της κλωστοϋφάντριας ότι είμαστε κάτι περισσότερο από τις ταμπέλες μας, ότι είμαστε άνθρωποι. Έλα όμως που είχαμε έναν τόσο σκληρό τσαγανό… ένα DNA που δεν το έβαζε κάτω, που άντεχε σε καταστροφές και μικρασίες. Μπολιασμένο με κάτι μανιάτικα σπέρματα, πίστη και ελπίδα και κάτι διώξεις κομμουνιστών προγόνων, όταν αντάμωνε το όμοιο γινόταν αδελφικό. Σπαρτάραγε μέσα στην καρδιά η αγάπη άνευ εθνικότητας.

Έτσι έγινε και με την Ματίλντα. Ήρθε να βοηθά τη μάνα μου καθώς πια δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τις δουλειές της. Όχι για πολύ, κάθε δεκαπέντε… νεαρή γυναίκα, κοπέλα, με έφεση στην γνώση, μυαλό σπίρτο, μανούλα δυο κοριτσιών άριστων μαθητριών… Τα λέγανε με την Μαρίτσα σαν φιλενάδες. Νομίζω μοιράζονταν και τα μυστικά τους ψουψουψου…

Ένα πρωί της λέει η Μαρίτσα: Μου έρχεται να σου κάνω μια αγκαλιά…. Κάθε φορά μου έρχεται, σα να είσαι παιδί μου.

Τι έγινε δεν ξέρω. Μόνο την ερχόμενη εβδομάδα που μίλησα με την Ματίλντα μου είπε: Η μάνα σου με έκανε και έκλαψα.

Δεν ξέρω πώς να περιγράψω αλλιώς την εγγύτητα αυτή παρά μόνον με την λέξη αγάπη. Θα το χαλάσω αν πω πολλά λόγια γι’ αυτό θα προσθέσω απλώς ένα «κλικ» 

 ΣΗΜ: Το κείμενο δημοσιεύεται με αφορμή το WORKSHOP Φωτογραφίας, που διοργανώνει το Δίκτυο "η Φωνή της" με συμμετοχή μεταναστριών και μελών του Δικτύου: 

Στέκι Μεταναστών, Τσαμαδού 13, Εξάρχεια. Παρασκευή 20 Ιουνίου, Σάββατο 21 Ιουνίου, Κυριακή 22 Ιουνίου, 18:00-20:00.  

Υπεύθυνη του προγράμματος Όλγα Μπακοπούλου  -  συγγραφέας, φωτογράφος, μέλος του δικτύου. Βοηθός συντονισμού το μέλος του δικτύου και του φεστιβάλ: Ειρήνη Νομικού 

 

Η Ελένη Λιντζαροπούλου είναι θεολόγος και ποιήτρια, συντονίστρια του Δικτύου για τον Πολιτισμό και την Εκπαίδευση στις Φυλακές «Γεώργιος Ζουγανέλης». Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, μικρά πεζά, μελέτες και βιβλία για παιδιά. Κείμενα της δημοσιεύονται σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά, Ισπανικά, Πολωνικά.

 

 

"Ως τα αστέρια", της Δέσποινας Τόβα

 "Περήφανες φωνές"  Λογοτεχνικό Αφιέρωμα της ΦΩΝΗΣ ΤΗΣ με αφορμή το Pride (14/6/2025). 

 Το Pride γεννήθηκε από την αντίσταση — όταν, το 1969, μέλη της lgbtq κοινότητας, τρανς γυναίκες, μαύρες και λατίνες θηλυκότητες στάθηκαν απέναντι στην αστυνομική βία. Ύστερα από τα γεγονότα του Stonewall, ξεκίνησε ο παγκόσμιος αγώνας. Από τότε, η υπερηφάνεια δεν είναι μόνο γιορτή, είναι φωνή, μνήμη και διεκδίκηση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Σε αυτό το πνεύμα τα μέλη του δικτύου Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ μοιράζονται ιστορίες — αληθινές ή μυθοπλαστικές — που αγγίζουν ζητήματα ταυτότητας, σώματος, επιθυμίας, κοινότητας, αλληλεγγύης, ή ό,τι άλλο συνδέεται με την έννοια της περηφάνειας ως πράξη θηλυκότητας και αντίστασης. 

Επιμέλεια αφιερώματος,  Ελένη Γούλα 


Από μικρή ήθελα να γίνω αστέρι. Κυριολεκτικά. Όταν ήμουν εννιά ο μπαμπάς ήρθε σπίτι με μια τεράστια κούτα. Έσκισα το χαρτί που στόλιζε την ανυπομονησία μου και αντίκρισα ένα τηλεσκόπιο. Να κοιτάς εκεί που θες να φτάσεις γιε μου. Το πρώτο βράδυ δεν ξεκόλλησα το μάτι μου από τον φακό. Σύντομα έμαθα απ’ έξω κι ανακατωτά όλους τους αστερισμούς, τους πλανήτες κι ό,τι μπορούσε να ανακαλύψει ένα εννιάχρονο με ένα τηλεσκόπιο και ένα παιδικό βιβλίο αστρονομίας. Χρειάστηκε να σκαλίσω τον κουμπαρά μου για να το αποκτήσω. Μιλούσα για τα αστέρια σε κάθε συζήτηση ώσπου κάποιος να μου πει ευγενικά να σταματήσω, ενώ μέσα του ευχόταν να το βουλώσω. Με φανταζόμουν στο ατελείωτο μαύρο να λάμπω, να εκπληρώνω ευχές με κάθε μου κίνηση, να κάνω τούμπες, σβούρες και φιγούρες. Πίσω μου να αφήνω χρυσό στον ουρανό. Κάποιες φορές, ωστόσο, ήμουν απλά μια πύρινη μπάλα με χέρια και πόδια, κι άλλες είχα μυτερές άκρες. Μερικές φορές ήμουν κανονικό αστέρι, με πιτζάμες και μαλλιά.

Μεγαλώνοντας, αυτή η τρέλα άρχισε να ξεθυμαίνει. Το τηλεσκόπιο έγινε κρεμάστρα για βρώμικα ρούχα και ο φακός του είχε τόση σκόνη όση και ο φυσικός δορυφόρος της γης. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να μένω μόνη στο σπίτι. Θα γυρίσουμε γύρω στις εννιά παλικαράκι μου, μην κάνεις ζαβολιές. Η πόρτα έκλεινε, μετρούσα τα σκαλιά, έβγαινα στο μπαλκόνι, και μόλις άκουγα τη μηχανή του αυτοκινήτου να παίρνει μπρος εκτοξευόμουν στη ντουλάπα της μαμάς. Χάζευα τα χρώματα και άγγιζα τις υφές των υφασμάτων ώσπου έβρισκα εκείνο. Το ένα και μοναδικό φόρεμα που η μάνα μου δεν φορούσε ποτέ, κι ας το είχε χρόνια. Ακούνητο με την καρτέλα του να κρέμεται. Πράσινο βελούδο γλιστρούσε στο σώμα μου, σα να ράφτηκε για εμένα κι ας μου ήταν φαρδύ, τεράστιο. Ήταν τέλειο. Το αγαπούσα πιο πολύ από οποιοδήποτε άλλο, γιατί κρυφά άγγιζε μόνο το δικό μου σώμα. Κοιτώντας στον καθρέφτη έβλεπα εμένα. Εμένα. Όχι εμένα με κάποιο ρούχο που φόραγε η μάνα μου χθες ή προχθές. Εμένα με το φόρεμά μου.

 Εννιά παρά δέκα το φόρεμα επέστρεφε στη ντουλάπα κι εγώ με μποξεράκι και φανέλα διάβαζα το βιβλίο μου, ανάποδα, στον καναπέ. Ύστερα γυρνούσαν. Ένα χάδι στα μαλλιά κι ένα φιλί στο μέτωπο. Να σου κάνω ένα αυγό καμάρι μου;  Όχι μάνα δεν πεινάω.  

Προσπαθούσα να τα πηγαίνω καλά στο σχολείο, να είμαι συνεπής, να συμπεριφέρομαι όπως όλα τα παιδιά, να μην ανησυχήσουν οι δικοί μου, να μην καθίσουν βράδυ στο κρεβάτι μου για να μιλήσουμε, να μην με ρωτήσουν πράγματα που δεν μπορώ να απαντήσω, να μην ακούσουν φήμες ή λέξεις που τρομάζουν. Να είμαι αόρατη. Μια αδιάφορη σκιά, που αποκτά σάρκα και οστά μόνο μέσα στο πράσινο βελούδο, που μέρα με τη μέρα με στρίμωχνε όλο και πιο πολύ. Μέχρι να σκάσω. Το σώμα μου μεγάλωνε, σχηματιζόταν.  Γινόταν ξένο. Ασφυκτικό. Το πουλί μου μάκραινε και οι τρίχες μου αγρίευαν. Τα πόδια και οι πλάτες μου φούσκωναν και φούσκωναν ώσπου έγινα μια μπάλα. Μια πύρινη μπάλα με χέρια και πόδια. Καιγόταν ό,τι άγγιζα, μαζί και εγώ. Άρχισα να φλέγομαι, με κάθε λέξη μου να εκρήγνυμαι.

Σχεδίασα ένα μυτερό αστέρι στο πρόσωπο μου. Χώθηκα στο φόρεμα ξεχειλώνοντας τις ραφές του.  Έκρυψα ανάμεσα στα πόδια μου ό,τι μου περίσσευε. Έβαλα τα τακούνια της μάνας μου, και μια περούκα. Ήταν η πρώτη φορά που βγήκα από το δωμάτιο ντυμένη η εαυτή μου. Κάθε βήμα αντηχούσε στον διάδρομο του σπιτιού. Τα τακούνια τρυπούσαν το πάτωμα. Η μαμά μαγείρευε και ο μπαμπάς ξεσκόνιζε. Δεν μίλησε κανείς. Μείναμε ακίνητοι να κοιταζόμαστε για ώρες, χρόνια, αιώνες, ώσπου να σβήσουν όλα τα αστέρια και να αναγεννηθούν ξανά από την αρχή μαζί με τον κόσμο, τον κόσμο τους.

Ο μπαμπάς μου γύρισε την πλάτη. Σκυφτός έφυγε προς τον διάδρομο. Η σιωπή του έπνιξε ολόκληρο το σπίτι, τα αυτιά μου βούιζαν. Πήγε στο δωμάτιο και έφερε το τηλεσκόπιο. Το ξεσκόνισε και το έστησε στο μπαλκόνι. Έλα. Θα βρούμε τη θέση σου.  

Κόλλησα το μάτι μου στο φακό, και νομίζω κάπου με είδα.

 

Η Δέσποινα Τόβα γεννήθηκε το 1998 στη Λέσβο. Είναι απόφοιτη του Τμήματος «Αγωγής και Φροντίδας στην πρώιμη παιδική ηλικία» του Πανεπιστήμιου Δυτικής Αττικής. Εργάζεται ως μουσικός παιδαγωγός και πραγματοποιεί εργαστήρια παιδικής λογοτεχνίας. Ποιήματα και πεζά κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή.