ΈΚΔΟΣΗ 2ου ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΤΟΜΟΥ ΕΚΑΤΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΙ ΦΩΝΕΣ, Σεπτέμβριος 2025

Ελένη Γούλα: Εκατό και είκοσι γυναικείες φωνές στον κόσμο μας. Β΄τόμος, εκδόσεις Καστανιώτη
Το φθινόπωρο του 2025 κυκλοφόρησε το βιβλίο Εκατό και είκοσι φωνές από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Είναι ο δεύτερος συλλογικός τόμος του Δικτύου Γυναικών Συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικτονιών “Η Φωνής της”[1], που περιλαμβάνει 120 κείμενα μελών του δικτύου. Τα περισσότερα από αυτά – ποιήματα μιας σελίδας μάξιμουμ και πεζογραφήματα έως 250 λέξεις – δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά. Δημιουργήθηκαν δηλαδή, ως ανταπόκριση στο κάλεσμα του Δικτύου Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ, “να προσεγγιστεί από τις γυναίκες συγγραφείς το πολυδιάστατο θέμα της γυναικείας έμφυλης ταυτότητας «ποιητικώ τω τρόπω» και να παρουσιαστεί η γυναίκα ως κοινωνικό και πολιτικό δρων υποκείμενο”.
Η οργάνωση-παρουσίαση των κειμένων, γίνεται αλφαβητικά. Με το επώνυμο δηλαδή της συγγράφισσας ως ενσωματωμένο πατριαρχικό δομικό στοιχείο της κοινωνίας μας – από όπου νομοτελειακά προέρχονται άλλωστε και οι 120 Φωνές. Σε όλα σχεδόν τα κείμενα, ο αναγνώστης θα διακρίνει τον δυναμισμό και τη μαχητικότητα των γυναικών συγγραφέων καθώς και την αναγκαστική, θα λέγαμε, αισιοδοξία μαζί με τη θλίψη, τον πόνο του αποχωρισμού και τον φόβο για το άγνωστο που διεκδικούν σήμερα οι γυναίκες να κατακτήσουν.
Ως προς τη θεματολογία, μεγάλο μέρος τους (τόσο από τα ποιήματα όσο και από τα πεζά) εμπνέεται από τη γυναίκα του προηγούμενου αιώνα. Έτσι, βρίσκουμε την ανάμνηση ή το βίωμα στην Αναστάσαινα (Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ, Φωτεινή Βασιλοπούλου, σελ. 37-8) στη Μεμούλα (ΤΟ ΖΥΜΑΡΙ, Τζούλια Γκανάσου, σελ. 54-5) και σε άλλες χωρίς όνομα γυναίκες. Με αποδοχή, με συμπάθεια, με αναγνώριση και με κείνο το παράπονο που οι ίδιες δεν εκφράσανε ποτέ. Εδώ οι εγγονές τους, αναλαμβάνουν να τις φέρουν στο φως και να ακούσουμε τη φωνή τους.
Μορφές από τη μυθολογία επίσης διασχίζουν τους αιώνες και επανασημασιοδοτούνται. Η Ελένη μας ειδοποιεί: “Όπου ακούτε τ’ όνομά μου/ Κάποιος κάποιον σκοτώνει στα κρυφά” (ΕΛΕΝΗ, Νάνα Παπαδάκη, σελ. 161-2). Η Αδρομέδα καλεί τον ήρωά της “Έλα με το στομωμένο σπαθί σου,/ έλα να γευτείς της πληγής το άγιο αίμα,/έλα να σκοτώσεις το κήτος/ και μετά για χρόνια να σκοτώνεις εμένα” (ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ, Αλέκα Πλακονούρη, σελ. 177-8) και η Πηνελόπη σαρκάζει στο “βουλισμένο αλώνι”, κι ας είναι μέσα στο όνειρό της – αν είναι όνειρο : “Θα τον περιποιηθώ, έννοια σας. Μ’ αυτές τις ίδιες βελόνες που του πλέκω την κάπα για τα γεράματά του. Γιατί θά ‘ρθει κάποτε και θα βγάλω στην ποδιά του παραθύρου να δείτε το αίμα. Το αίμα από τα μάτια του, το αίμα από τα σκέλια μου – γιατί έχω ακόμη αίμα”. (ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΣΕ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ, Νίκη Τρουλινού, σελ. 207-8)
Οι ηρωίδες σε άλλα κείμενα είναι γυναίκες αληθινές που έζησαν στην εποχή μας και την καθόρισαν, όπως η Φρίντα Κάλο “Αναδημιούργησε τον εαυτό της! Αυτόν που κουβαλούσε σαν γεννήθηκε. ” (ΦΡΙΝΤΑ, Ελευθερία Παραγιουδάκη, σελ. 165-6) ή μόνο τραγικά πρόσωπα όπως η Ντόροθι Χέιλ (ΗΤΑ (Ή ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ), Ελένη Γαλάνη, σελ. 46-7).
Αναφορές γίνονται σε βιασμούς, γυναικοκτονίες, βία και κακοποίηση μέσα στην οικογένεια σε πολλά κείμενα “Από της Υπατίας τον αφανισμό κι ακόμα/ασίγαστο το αίμα ρέει./ […] Δεν πάσχει κατά λάθος η απόπειρα να γράψω ποίημα/ με τόσους φόνους γυναικών. /Οι σφαγμένες Κασσάνδρες μύθος γίνονται στο πανόραμα/της βίας.” (ΟΛΕΣ ΜΑΖΙΤΣΑ, Κωστούλα Μάκη, σελ. 121-2)
Πολλά κείμενα προσπαθούν να σκιαγραφήσουν τη γυναίκα με τις πολλές ιδιότητες, τα χαρακτηριστικά, τους ρόλους της στους αιώνες, αλλά και τη σύγχρονη πραγμάτωσή της. Επιλέγω στίχους από το ποίημα της Γιούλης Βολανάκη “Πολίτιδες” (ΠΟΛΙΤΙΔΕΣ, Γιούλη Βολανάκη, σελ. 42-3) Γυρεύοντας ένα όνομα ψιλόν, ευάρμοστον εντούτοις./ Για τους χρόνους και τους τόπους καταγραφής/ της γυναικείας εμπειρίας./ Για την περιεκτική, ποιητική μεταφορά μιας θηλυκής πορείας: […] Γυρεύοντας τον πολλαπλό εαυτό: / ”
Για τις γυναίκες φίλες εντόπισα ένα κείμενο και ένα για τις γυναίκες “μπάρμπι”. Ο άντρας εκτός από δυνάστης, που εμφανίζεται σε πολλά κείμενα (είτε μέσα σε γάμους-θηλιά είτε στην ενσωματωμένη-εσωτερική πατριαρχία είτε στην εξωτερική καταπιεστική επιβαλλόμενη), απασχολεί τις συγγράφισσες και σαν πατέρας στο συγκλονιστικό ποίημα της Χάρις Παρασκευοπούλου (ΟΜΟΛΟΓΙΑ, Χάρις Παρασκευοπούλου, σελ. 168-9), αλλά και σαν υπέροχος ερωτευμένος άντρας που σαγηνεύεται από τη γυναίκα σειρήνα (ΣΤΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ, Αλεξάνδρα Μπακονίκη, σελ 136-7). Υπάρχει όμως και ένα ποίημα της Κατερίνας Γκιουλέκα. Μια τρυφερή απεύθυνση της μάνας προς τον γιο της (ή της γιαγιάς στον εγγονό), να ξυπνήσει και να αντιδράσει απέναντι στα “λευκά κολάρα ασύδοτα σεξουαλικά αρπακτικά και καπηλ-τέχνες μαστροποί (στο απυρόβλητο)” (IT’S A BOY!, Κατερίνα Γκιουλέκα, σελ. 56-7).
Ο ρόλος της μάνας δεν είναι κυρίαρχος στα κείμενα του τόμου. Η Ελένη Λιντζαροπούλου αγγίζει τον πόνο της μάνας που έχασε το παιδί της (Η ΧΙΜΠΑΤΖΙΝΑ ΕΛΕΝΗ, Ελένη Λιντζαροπούλου, σελ. 117) ενώ η Μαριάννα Νικολάου μένει στον καθημερινό αγώνα της μάνας με το μωρό, τη δουλειά και τις δικές της ανάγκες (ΠΡΙΖΕΣ, Μαριάννα Νικολάου, σελ. 152-3). Επίσης η Βασιλεία Οικονόμου κρυπτικά γράφει για την αγέννητη κόρη της που είναι “σκληρή και χυδαία/ Μου το χρωστάει/ που δεν της έδωσα φωνή να με βρίσει/” (ΓΕΝΕΘΛΙΑ, Βασιλεία Οικονόμου, σελ 157-8) αλλά στοιχειώνει τον αναγνώστη νομίζω και η κραυγή της Ισμήνης Παφίτη “Μαμά, φοβάμαι να γεννηθώ…” (ΣΤΗ ΜΗΤ(Ε)ΡΑ, Ισμήνη Παφίτη, σελ. 172-3).
Τούτες οι γυναίκες που φοβούνται να γίνουν μάνες και οι κόρες που φοβούνται να γεννηθούν, δείχνουν νομίζω μια κατεύθυνση προς την οποία εξελίσσεται συχνά η νέα εργαζόμενη, ανεξάρτητη γυναίκα.
Όσο για τον έρωτα, λες και είναι παρωχημένος (;) δεν απασχολεί παρά 4-5 κείμενα, ενώ πολιτικά και κοινωνικά θέματα θίγονται λίγο. Δυο ποιήματα είναι για τις γυναίκες στη Γάζα (ΚΑΠΟΥ ΣΤΗ ΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΓΑΖΑΣ, Κατερίνα Λιάτζουρα, σελ. 113-4, και ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΓΑΖΑΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΠΡΟΣΜΕΝΕΙ ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Ειρήνη Παραδεισανού, σελ. 167) και ένα για τις εξόριστες στη Μόρια (ΕΞΟΡΙΣΤΕΣ, Νεφέλη Βουτσινά-Πετσιμέρη, σελ. 44-5)
Ηλικιωμένες και νεαρές ηρωίδες αναζητούν την εαυτή τους, τη ζωή τους και τη φωνή τους. Μέσα σε σχέσεις δύσκολες, καταπιεστικές, βίαιες, χωρίς έρωτα. Με ενοχές, φυγές, όνειρα, μοναξιά και την αγωνία του σεξουαλικού προσανατολισμού κάποτε. Ωστόσο, πέρα από το να αποδώσουν εύσημα και να συμπονέσουν τις προηγούμενες γενιές γυναικών τα κείμενα, δείχνουν πως οι γυναίκες, παρόλο τον φόβο και την αγωνία τους, κοιτάνε μπροστά. Οι νεότερες μάλιστα από τις ποιήτριες π.χ. Ζησάκη (ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ, Κατερίνα Ζησάκη, σελ. 74) Χριστοδούλου (ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ, Βάσω Χριστοδούλου, σελ. 222-3), Τόβα (ΔΥΟ ΕΚΑΤΟΣΤΑ, Δέσποινα Τόβα, σελ. 203-4) κλπ ανατέμνουν, εισχωρούν και σφάζουν.
“Αν δεν ορίσουμε εμείς τον εαυτό μας, θα μας ορίσουν οι άλλοι”, γράφει η AUDRE LORD το 1978[2], αναφερόμενη στις Μαύρες γυναίκες και τους Μαύρους άντρες. Και σε άλλο άρθρο της με τον τίτλο “Η ποίηση δεν είναι πολυτέλεια”, ένα χρόνο νωρίτερα, σημειώνει: “Μπορούμε να εκπαιδεύσουμε τον εαυτό μας να σέβεται τα συναισθήματά του και να τα μεταμορφώνει σε γλώσσα, ώστε να μπορεί να τα μοιράζεται. Και όπου αυτή η γλώσσα δεν υπάρχει ακόμα, είναι η ποίησή μας που θα μας βοηθήσει να τη φτιάξουμε”[3].
Σε αυτό το πνεύμα νομίζω κινείται η συγκεκριμένη συλλογική έκδοση, 100+20 Φωνές. Και καθώς μάλιστα έρχεται ως συνέχεια του Α’ τόμου, που εκδόθηκε δύο χρόνια νωρίτερα (2023), μπορούμε να πούμε ότι το Δίκτυο γυναικών Συγγραφέων Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ με μια ενεργητική και δυναμική στάση μοιάζει να δηλώνει: όλες μαζί οι φωνές θα γίνουμε πιο δυνατές, θα δείξουμε το σχήμα, θα πάρει μορφή η θέση, ο ρόλος και το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε οι γυναίκες σήμερα. Έτσι θα προχωρήσουμε στο μέλλον το δικό μας και των παιδιών μας. Γιατί αν δεν γεννήσουν οι δικές μας μήτρες το μέλλον, τότε ποιος θα φροντίσει γι αυτό;
(Το κείμενο -με κάποιες αλλαγές- διαβάστηκε στην πρώτη παρουσίαση του τόμου, που έγινε στο Ρομάντζο στις 5/12/25).
Ελένη Γούλα, μέλος του συντονιστικού στο Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ, συμμετέχουσα στην έκδοση.
[1] Ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο τον Μάιο του 2023 με τίτλο Η Φωνή της και περιλαμβάνει 53 διηγήματα.
[2] AUDRE LORD, sisters outside, μετ. Ισμήνη Θεοδωροπούλου, εκδόσεις κείμενα, 2023, σελ 62. Το άρθρο με τίτλο “ΞΥΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ: Σημειώσεις για τους φραγμούς ανάμεσα στις γυναίκες και στην αγάπη”, δημοσεύτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό The Black Scholar, τόμος 9, τχ 7, (1978).
[3] Στο ίδιο: σελ. 53. Το άρθρο με τον τίτλο: Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ (από τα πιο σύντομα κεφάλαια στο βιβλίο) δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο γυναικείο περιοδικό Chrysalis: A Magazine of Female Culture, τχ.3, 1977
Το Σεπτέμβρη του 2025, μετά την απήχηση που είχε ο πρώτος τόμος με τίτλο το όνομα της συλλογικότητας / δικτύου γυναικών «η φωνή της», κυκλοφόρησε ο 2ος τόμος με τίτλο «εκατό και είκοσι φωνές» και τα δύο βιβλία από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ.
Κι ενώ στο πρώτο βιβλίο η ενικότητα του ουσιαστικού και η κτητική αντωνυμία «της» δήλωνε ότι η φωνή ανήκει σε θηλυκότητες και εκφράζει την ανάγκη συσπείρωσης, τώρα έγινε πολλαπλασιαστικά Εκατό και είκοσι φωνές, διαλαλώντας το άνοιγμα και τη συμμετοχικότητα των γυναικείων φωνών. Πρόκειται για 120 γυναίκες ποιήτριες και πεζογράφους, που είναι μέλη του Δικτύου γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «η φωνή της» και που καταθέτουν τα ποιήματα ή τα μικρά πεζά τους (μικροδιηγήματα), γιατί πολλές γυναικείες φωνές ακούγονται προφανώς δυνατότερα. Γι’ αυτό και στο εξώφυλλο, έργο της Κλαίρης Σταμάτη, εκτός από τον τίτλο του βιβλίου το χέρι με σφιγμένη τη γροθιά γράφει «ποτέ καμία μόνη». Την επιμέλεια του 2ου τόμου έκαναν οι συγγραφείς : Γεωργία Βεληβασάκη, Τζούλια Γκανάτσου, Ελένη Γούλα, Δήμητρα Κουβάτα, Πέννυ Μηλιά, Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου.
Στις 255 σελίδες του βιβλίου, μετά τα περιεχόμενα διακρίνουμε: 1) Πρόλογο της Βαρβάρας Ρούσσου (μόνιμη διδάσκουσα στη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας) 2) Εισαγωγή της Μαρίας Δούκα* (ντοκιμαντερίστρια, σεναριογράφος, δημοσιογράφος) 3) ποιήματα και μικρά πεζά των 120 ποιητριών / συγγραφέων, όπου η καθεμιά καταθέτει τη δική της εμπειρία για τη γυναικεία καθημερινότητα, με το δικό της συγγραφικό / γλωσσικό χαρακτήρα, ύφος και τρόπο έκφρασης. Ως προς το δικό μου μικροδιήγημα (υπήρχε περιορισμός 250-300 λέξεις) με τίτλο «η στέρνα», έχω να πω ότι πρόκειται όχι για την κολλητή μου, αλλά για μια τραυματική βιωματική εμπειρία της επαρχίας των παιδικών μου χρόνων, που φυσικά το όνομά της δεν ήταν Μαρία (σελίδα 115).
Διαβάζοντας με ευκολία ως προς τον τρόπο γραφής το βιβλίο, άλλοτε με απλή διαμαρτυρία και άλλοτε με μεγαλύτερη οργή και αγανάκτηση για τα παθήματα των γυναικών, προσδιορίζουμε τις θεματικές του: η καθημερινότητα της γυναίκας όπως την βλέπουμε στη λογοτεχνία, όχι μόνο στην ελληνική, αλλά και την παγκόσμια, από πολύ παλιά ως τις μέρες μας. Γυναίκες κάθε ηλικίας, χώρας ή περιοχής, κοινωνικής διαστρωμάτωσης, χωριού ή πόλης, φτωχές ή πλούσιες, λιγότερο ή περισσότερο μορφωμένες, προσπαθούν να επιβιώσουν και ανάλογα με το χαρακτήρα τους και τις συνθήκες, βγαίνουν πιο δυνατές ή υποκύπτουν στη μοίρα τους, φτάνοντας πολλές φορές ως την παραφροσύνη, τον εξευτελισμό ή και το θάνατο. Στα κείμενα δίνεται έμφαση στην υπόταξη και τις ποικίλες μορφές βίας : υποταγή σε στερεότυπα / συμβάσεις συμπεριφοράς / εμφάνισης, γυναικοκτονίες, βιασμός, ενδοοικογενειακή βία, σιωπή γυναικών που υπηρέτησαν υποταγμένες το αντρικό προνόμιο ζώντας τη μοναξιά, δυσκολία ή αδυναμία διαφυγής από μια κακοποιητική σχέση, επιβολή μητρότητας, στερεότυπα, πρότυπα επιβεβλημένα, ρατσισμός (ηλικιακός, ταξικός, εθνικός, θρησκευτικός), πατριαρχία στο μεγαλείο της.
Για το «εκατό + είκοσι φωνές» εύλογα θα αναρωτηθούμε : είναι φεμινιστικό ή γυναικείο, επειδή το γράφουμε 120 γυναίκες; Είναι οι θεματικές των ποιημάτων και των πεζών ή το κοινό στο οποίο απευθύνεται; Μήπως από τον τίτλο του συμπεραίνουμε ότι χρειάζονται πολλές φωνές γυναικών, για να ακουστούμε περισσότερο; Το σίγουρο πάντως είναι ότι «λειτουργεί σαν ένα μεγάλο, ευρύχωρο, νοητό, δικό της δωμάτιο, που αποζητούσε η Βιρτζίνια Γουλφ, μια κειμενική τοπογραφία, όπου συναντιούνται και συνομιλούν οι γλωσσικές και αισθητικές ιδιοσυγκρασίες γυναικών συγγραφέων με όρους εκδήλωσης του μέχρι πρότινος ανείπωτου και απωθημένου , σε συνθήκες ελευθερίας».
Δεν έχετε παρά να το πάρετε και να το διαβάσετε, έχοντας μάλιστα υπόψη ότι τα έσοδα από τα δικαιώματα του βιβλίου θα δοθούν στο Ελληνικό Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης. Τέλος , ως προς το Δίκτυο «η φωνή της» πέρα από την επιβράβευση του έργου του χρειάζεται και την έμπρακτη στήριξή μας , σύμφωνα με τη φράση του εξωφύλλου «ποτέ καμία μόνη».
Σημ: Μαρία Λούκα
3. Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη στο ΠΕΡΙ ΟΥ
Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη: Εκατόν είκοσι φωνές – Συλλογικό. Εκδόσεις Καστανιώτη
Σε μια εποχή όπου οι γυναικοκτονίες, ο σεξισμός και οι έμφυλες
ανισότητες εξακολουθούν να στοιχειώνουν τη δημόσια και ιδιωτική ζωή, το
βιβλίο αυτό υψώνει μια φωνή απαίτησης, όχι παράκλησης. Το συλλογικό έργο
Εκατό και Είκοσι Φωνές, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις
Καστανιώτη – για δεύτερη φορά αρωγός στις εκδοτικές πρωτοβουλίες του
Δικτύου κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «Η Φωνή της», δεν
είναι απλά μια ανθολογία. Οι εκατόν είκοσι γυναίκες που γράφουν εδώ,
ποιήτριες και πεζογράφοι της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, δεν
συνυπάρχουν τυπογραφικά. Συγκροτούν ένα κοινό σώμα, ταυτόχρονα
σπαρακτικό και αναγεννητικό, όπου η γυναικεία εμπειρία αποκτά μορφή και
ηχηρή υπόσταση. Κάθε φωνή είναι ένα θραύσμα μνήμης, ένα κομμάτι από το
συλλογικό ασυνείδητο της καταπίεσης. Δεν επαναλαμβάνουν τις παλιές
αφηγήσεις αλλά τις ανασυνθέτουν, με γλώσσα αντοχής, με σιωπές που
μετατρέπονται σε κραυγές, με πόνο που μεταπλάθεται σε τέχνη.
Είναι ένα μανιφέστο ελευθερίας, μια προφορική ιστορία της ψυχής των γυναικών, γραμμένη με αίμα, επιμονή, αγάπη και αλληλεγγύη.
Στο επίπεδο της αισθητικής, το βιβλίο ισορροπεί ανάμεσα στη λογοτεχνία και την πράξη. Είναι ένα μανιφέστο ενσώματης γραφής. Οι επιμελήτριες (Βεληβασάκη, Γκανάσου, Γούλα, Κουβάτα, Μηλιά, Μητσιάλη, Παπαντωνίου) λειτουργούν ως ιέρειες μιας τελετής λόγου που δεν εξωραΐζει το τραύμα αλλά το μετατρέπει σε πολιτισμικό νήμα. Κάθε φωνή ράβει επάνω στην επόμενη, υφαίνοντας μια κοινή σημαία. Η επιμέλεια κατορθώνει να κρατήσει λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο συγκινησιακό βάρος και την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Δεν πρόκειται για συλλογή μαρτυριών, αλλά για ένα έργο με συμπαγή αισθητική συνοχή, όπου η λογοτεχνία γίνεται χώρος αντίστασης. Η ποίηση λειτουργεί εκτός την ευχαρίστηση της ανάγνωσης, ως εργαλείο κοινωνικής δικαιοσύνης. Είμαι βαθιά ευγνώμων που ένα δικό μου ποίημα συμπεριλαμβάνεται στο συλλογικό αυτό έργο, βάζοντας ένα μικρό λιθαράκι σε μια προσπάθεια που υπερβαίνει το προσωπικό και γίνεται κοινότητα.
Οι γυναίκες συγγραφείς του Δικτύου δεν μένουν στη γυάλα τους για να γράφουν απερίσπαστες, μακριά από την κοινωνία. Βγαίνουν στον δρόμο και στηρίζουν κάθε γυναίκα, κάθε πλάσμα που η βία και η προσβολή σκοτώνουν καθημερινά. Το Δίκτυο είναι η απάντηση σε όσους αναρωτιούνται: «Πού είναι οι άνθρωποι του πνεύματος; Γιατί δεν μιλούν;»
Η Βαρβάρα Ρούσσου, μόνιμη διδάσκουσα στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, γράφει στον πρόλογο: «Η φωνή είναι το αντίθετο της σιωπής που βιώσαμε και βιώνουμε, ακόμη κι εντός της λογοτεχνίας, με πρακτικές περιθωριοποίησης και αορατοποίησης των φεμινιστικών φωνών. Οι Εκατό και Είκοσι Φωνές, πολλές και βροντόλαλες, επιδιώκουν να τη σπάσουν και να δηλώσουν ότι η άρνηση του λόγου, και όλες οι μορφές βίας που τον καταπνίγουν, υπάρχουν».
Η Μαρία Λούκα, ντοκιμαντερίστρια, σεναριογράφος και δημοσιογράφος, συμπληρώνει: «Μας ωθεί να ακούσουμε, να διαβάσουμε, να αισθανθούμε η μία την άλλη — και μέσα από αυτή τη δημιουργική ανταλλαγή να στοχαστούμε πάνω στην κοινή πηγή του θυμού μας και στον κοινό ορίζοντα της αλλαγής και της αισιοδοξίας, ως υποκείμενα Ιστορίας».
Η διαδοχή των φωνών γεννά έναν παλμικό ρυθμό, ως κύματα που αναδύονται το ένα μέσα από το άλλο. Το πένθος που γίνεται οργή, ανάταση που διασταυρώνεται με ειρωνεία, θρήνος που ανοίγει χώρο στην ελπίδα. Η εμπειρία της ανάγνωσης; Μια αίσθηση βαθιάς συλλογικότητας. Οι γυναίκες δεν γράφουν η καθεμία για τον εαυτό της αλλά όλες μαζί για τη μία. Τη γυναίκα-θύμα, τη μητέρα, την κόρη, την πρόσφυγα, την εργάτρια, την πόρνη, τη θεά ή τη σιωπηλή μάρτυρα.
Αυτό που ενώνει τις γραφές είναι το σώμα. Στις σελίδες του τόμου το σώμα γίνεται τόπος πολιτικής. Το πεδίο όπου η πατριαρχία χάραξε στίγματα, και όπου η γλώσσα επιχειρεί να αποκαταστήσει το τραύμα. Οι θεματικοί πυρήνες επανέρχονται σαν πληγές. Η σιωπή, η βία στο σώμα, η κληρονομιά της καταπίεσης, η αλληλεγγύη, η μεταμόρφωση. Όλες οι φωνές συνθέτουν ένα πολιτισμικό τοπίο μνήμης όπου η γυναίκα αναγνωρίζει το παρελθόν της για να απελευθερωθεί.
«Η συλλογή, πέρα από τη λογοτεχνική της αξία, φέρει και ηθικό βάρος. Με τα έσοδα να προσφέρονται στο Ελληνικό Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης, το έργο αποκτά τη διάσταση του ενεργού ακτιβισμού. Ο λόγος περνά από τη σελίδα στη δράση. Γιατί καμιά γυναίκα δεν πρέπει να μένει μόνη, γιατί καμιά δεν γνωρίζει τι την περιμένει αύριο. Ας σταθούμε λοιπόν όλες μαζί, μια φωνή, μια ανθρώπινη αλυσίδα. Ας στηρίξουμε αυτή την προσπάθεια. Κι αν δεν διαβάζουμε εμείς, ας το διαδώσουμε, ας το χαρίσουμε σε εκείνη που το χρειάζεται. Καλοτάξιδο να είναι.
4. Ασημίνα Ξηρογιάννη στο ΦΡΑΚΤΑΛ
«Ένα μήνυμα ενότητας, κατανόησης και ελπίδας· μια υπενθύμιση ότι η φωνή κάθε ανθρώπου μετράει, και ότι η τέχνη μπορεί να γίνει γέφυρα ανάμεσα σε μας και τους άλλους»
Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη //
«120
Φωνές», Επιμέλεια: Γεωργία Βεληβασάκη, Τζούλια Γκανάσου, Ελένη Γούλα,
Δήμητρα Κουβάτα, Πένυ Μηλιά, Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Κατερίνα Ι.
Παπαντωνίου, εκδόσεις Καστανιώτη
Ο λαός λέει πως ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη. Κι αυτό βρίσκει την εφαρμογή του σε πολλά. Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο με τίτλο «120 Φωνές» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Είμαι μια γυναίκα που ζω, εργάζομαι και δημιουργώ στα σήμερα.
Σε μια πολύπλοκη, πλουραλιστική κοινωνία με αντιφατικές ποιότητες, ανισότητες και ανισορροπίες, με ενδιαφέρουν οι συλλογικές προσπάθειες γυναικών, έχοντας την επίγνωση ότι η γυναίκα συνεχίζει να βάλλεται και στον σύγχρονο κόσμο.
Συλλογικός τόμος. Πρόκειται για τον δεύτερο τόμο της συλλογικότητας-δίκτυο γυναικών «η φωνή της». Ένα ψηφιδωτό από ποικίλα κείμενα. Με τη συμμετοχή 120 γυναικών της σύγχρονης ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας. Επιμέλεια: Γεωργία Βεληβασάκη, Τζούλια Γκανάσου, Ελένη Γούλα, Δήμητρα Κουβάτα, Πένυ Μηλιά, Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου. Ο πρόλογος της Βαρβάρας Ρούσου και η εισαγωγή της Μαρίας Λούκα. 120 φωνές, 120 βλέμματα, 120 κείμενα όχι μεγάλης έκτασης, αλλά μεγάλης δυναμικής Ευφάνταστα, ουσιαστικά, θίγουν διάφορα επιμέρους ζητήματα, μέσα από ποικίλες οπτικές. Ανιχνεύουν καταστάσεις, συμπεριφορές, τακτικές, συναισθήματα, ιδέες. Οι συγγραφείς του τόμου προσφέρουν τόλμη, παρρησία και γενναιότητα, ένα πραγματικά ενδιαφέρον αποτέλεσμα που αξίζει να το γνωρίσει ο κόσμος, οι άνθρωποι που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, οι άνθρωποι που γράφουν, οι σκεπτόμενοι άνθρωποι. Διαφορετικές γενιές γυναικών ορμώμενες είτε από τα βιώματά τους και τις εμπειρίες τους είτε από όσα είδαν και άκουσαν είτε από μορφές του μύθου και της Ιστορίας, φιλτράρουν μέσα από τη γραφή τους εμπειρίες, ακούσματα, διαβάσματα. Μπαίνουν σε διάλογο, ανταλλάσσουν βιώματα, καταθέτουν εικόνες, αναφέρονται στην έμφυλη βία
Σε ένα κόσμο μοναξιάς, μοναχικότητας και fake επικοινωνίας, οι συλλογικές προσπάθειες φαντάζουν διαμάντια μέσα σε ένα άχαρο και σαθρό πλαίσιο ανθρώπινης επικοινωνίας Θίγονται θέματα όπως η μνήμη, η απώλεια, η βία, η μητρότητα, η παιδική ηλικία, τη μοναξιά, η φιλία, η απώλεια, η ελπίδα ο έρωτας, αλλά και η κοινωνική και πολιτική θέση της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο. Οι γυναικείες φωνές τονίζουν την η ανάγκη για ισότητα, δικαιοσύνη και ελευθερία Η γλώσσα των κειμένων δεν είναι ενιαία. Άλλοτε ο αναγνώστης συναντά ύφος λυρικό και άλλοτε πιο αντικειμενικό και άμεσο. Κάθε φορά όμως αποκαλύπτεται η αλήθεια και η ένταση μιας εμπειρίας.
Πρόκειται για ένα έργο επίκαιρο, αλλά και διαχρονικό, καθώς συνδυάζει επιτυχώς τη λογοτεχνία με την κοινωνική ευαισθησία. Είναι ένα μήνυμα ενότητας, κατανόησης και ελπίδας· μια υπενθύμιση ότι η φωνή κάθε ανθρώπου μετράει, και ότι η τέχνη μπορεί να γίνει γέφυρα ανάμεσα σε μας και τους άλλους. Επίσης, υπενθυμίζει πως ο συγγραφέας, όπως και κάθε καλλιτέχνης, είναι συχνά σεισμογράφος του καιρού του. Σε μια εποχή, που οι γυναικοκτονίες έχουν έρθει στο προσκήνιο και μάλιστα συνοδεύονται από έντονη προβληματική, πώς θα μπορούσαν οι γυναίκες συγγραφείς να σιωπήσουν. Απλά δεν συνάδει μια τέτοια σιωπή.
Η Μαρία Λουκά* στο τέλος της ουσιαστικής εισαγωγής της αναφέρει χαρακτηριστικά: «Τo βιβλίο Εκατό και είκοσι φωνές, σε σύμπνοια με τις κριτικές και ζωογόνες επεξεργασίες του φεμινιστικού κινήματος, πατώντας πάνω στη πολύτιμη παράδοση των συλλογικών γυναικείων πειραματισμών, το κάνει πράξη. Δημιουργεί μια ανεκτίμητη σύνδεση που χωρίς να αφομοιώνει τις διαφορές, αναδεικνύει την δυναμική και τον πλουραλισμό τη γυναικείας γραφής. Μας ωθεί στο να ακούσουμε, να διαβάσουμε, να αισθανθούμε η μια την άλλη και, μέσα από μια τέτοια ανταλλαγή δημιουργικότητας και αλληλοσεβασμού, να στοχαστούμε πάνω στην κοινή πηγή του θυμού μας και στον κοινό ορίζοντα της αλλαγής και της αισιοδοξίας ως υποκείμενα Ιστορίας.» (σελ.23)
Κλείνω τούτο το σημείωμα με αγαπημένους στίχους της Μάγιας Αγγέλου, που-αβίαστα μου ήρθαν στο μυαλό μετά την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου:
«Ακόμα ανατέλλω»
Μπορείτε να με γράψετε στην ιστορία
Με τα πικρά, στρεβλά σας ψέματα
Μπορείτε να με σύρετε στην ίδια τη βρωμιά
Αλλά ακόμα, σαν τη σκόνη, θ’ ανεβαίνω ψηλά.
Σας αναστατώνει η ευφορία μου;
Γιατί με περιβάλλετε με σκοτάδι;
Μήπως γιατί περπατώ σαν να κατέχω πετρελαιοπηγές
Που ξεχειλίζουν απ’ το σαλόνι μου;
Ακριβώς όπως τα φεγγάρια και όπως οι ήλιοι
Με τη βεβαιότητα της παλίρροιας
Ακριβώς όπως οι ελπίδες που πηγάζουν από ψηλά
Ακόμα θ’ ανατέλλω.
Θέλατε να με δείτε να σπάω;
Καλυμμένο κεφάλι και χαμηλωμένα μάτια;
Ώμους που πέφτουν κάτω σαν δάκρυα
Αδύναμη από τις οργισμένες μου κραυγές;
Μήπως το αγέρωχό μου ανάστημα σας προσβάλλει;
Δεν σας έρχεται πολύ δύσκολο
Που γελώ σαν να έχω ορυχεία χρυσού
Σκάβοντας στην πίσω αυλή μου;
Μπορείτε να με πυροβολήσετε με τις λέξεις σας
Μπορείτε να με σφάξετε με τη ματιά σας
Μπορείτε να με δολοφονήσετε με το μίσος σας
Αλλά ακόμα, σαν αέρας, θα ανεβαίνω ψηλά.
Μήπως η σεξουαλικότητά μου σας ενοχλεί;
Εκπλήσσεστε
Που χορεύω σαν να φορώ διαμάντια
Τη στιγμή που σμίγουν οι μηροί μου;
Πέρα από τις καλύβες της ντροπής της ιστορίας
Ανατέλλω
Πάνω από ένα παρελθόν που ρίζωσε στον πόνο
Ανατέλλω
Είμαι ένας μαύρος ωκεανός, κυματιστός και ανοιχτός
Εκπνέοντας γιγαντώνομαι κι αντέχω στην παλίρροια
Αφήνοντας πίσω νύχτες φόβου και τρόμου
Ανατέλλω
Σε ένα ηλιοβασίλεμα που είναι θαυμαστά ξάστερο
Ανατέλλω
Κουβαλώντας τα χαρίσματα που οι πρόγονοι μού κληροδότησαν
Είμαι το όνειρο και η ελπίδα του σκλάβου.
Ανατέλλω
Ανατέλλω
Ανατέλλω
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ (https://frear.gr/?p=22437) σε μετάφραση Ασημίνας Ξηρογιάννη]
ΣΗΜ. Μαρία Λούκα
5. Βαρβάρα Ρούσσου στον Αναγνώστη
Η πολλαπλότητα των γυναικείων εμπειριών (γράφει η Βαρβάρα Ρούσσου)
γράφει η Βαρβάρα Ρούσσου (*)
O συλλογικός τόμος Εκατό και είκοσι φωνές συγκροτείται από κείμενα 120 γυναικών. Δεν λειτουργεί ως ανθολόγιο, ούτε ως αρχειακή καταγραφή, ούτε ως μαρτυρία, παρότι θα μπορούσε, τυπικά, να λάβει και ορισμένους από αυτούς τους χαρακτηρισμούς. Πρόκειται για μια συλλογική χειρονομία όχι μόνον επειδή προέρχεται από μια συλλογικότητα αλλά επειδή είναι ένα άνοιγμα από το πεδίο της γυναικείας εμπειρίας και απευθύνεται σε όλες/όλους/όλα.
Μπορεί κάποιο άτομο να αναρωτηθεί για το στόχο του βιβλίου και μάλιστα ενός εγχειρήματος που οργανώνεται για δεύτερη φορά. Ο πρώτος τόμος που τον τιτλοδότησε το όνομα της ίδιας της γυναικείας συλλογικότητας Η φωνή της (2023 Καστανιώτης) όσο και ο πρόσφατος, δεύτερος, θέτουν το ζήτημα της ορατότητας μέσω του προνομιακού πεδίου της λογοτεχνίας. Η επιμονή στην ορατότητα, ισχυρίζονται πολλοί, λαμβάνει πολλούς τρόπους πραγμάτωσης: διαδηλώσεις, πλακάτ, φυλλάδια, ψηφίσματα, διαμαρτυρίες στον τύπο, συνεντεύξεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συζητήσεις. Γιατί λοιπόν η ορατότητα να επιδιώκεται με μέσο τη λογοτεχνία; Είναι κυρίαρχη η αντίληψη ότι η λογοτεχνία είναι λόγος υψηλός, πανανθρώπινος, περίτεχνος όχι διακήρυξη, δικαιωματισμός, προσωπικό ημερολόγιο, κατάθεση αδιαμεσολάβητου βιώματος. Κρίνεται στη βάση της λογοτεχνικότητας, γράφεται με τρόπους που δεν συνάδουν με την διαδήλωση, την εξέγερση, την απαίτηση και τα δικαιώματα μιας ομάδας, σαν να πρόκειται για μορφή τέχνης εκτός κόσμου και πραγματικότητας, διέπεται από ισχυρούς, σταθερούς, αναλλοίωτους κανόνες μέτρησης πέρα από τη συγχρονία, νόμους ανδροκεντρικούς, κανονικοποιητικούς σε μια πρατρογραμμική γενεαλόγηση όπου οι μεγάλοι λογοτέχνες, άντρες βέβαια, επιβάλλουν τη σκιά τους.
Όλες λοιπόν οι συμμετέχουσες στον τόμο αποφάσισαν να δείξουν και τι άλλο κάνει η λογοτεχνία πιστεύοντας όχι στη διασκεδαστική πλευρά της ούτε και στην υψηλή αλλά στη λογοτεχνία με την ανατρεπτική της δύναμη και την καταγγελτική της ισχύ. Η λογοτεχνία είναι πολιτική και η πολιτική της λογοτεχνίας δηλώνει τη δυνατότητά της να παρεμβαίνει σε στάσεις, πρακτικές, ορατότητα. Δεν ενδιαφέρει εδώ η πολιτική στράτευση/τοποθέτηση των συγγραφισσών του τόμου αλλά η κοινή τους θέση πως η λογοτεχνία κάνει ήδη πολιτική από τη στιγμή που είναι λογοτεχνία. Και εδώ η πολιτική εμφανίζεται κλιμακωτά ως αποτύπωση, ορατότητα, διαμαρτυρία, διεκδίκηση, όλα αυτά μεταποιημένα λογοτεχνικά σε διαβαθμίσεις από το άμεσο βίωμα σαν μέρος μιας μαρτυρίας έως τον υπαινικτικό τρόπο.
Οι γυναίκες είναι ο μισός πληθυσμός, είναι πλέον παντού ισχυρίζονται, υποκριτικά μάλλον, πολλοί: στην εργασία, στη φροντίδα, στη δημόσια ζωή, στα υψηλά αξιώματα, λαμβάνουν αποφάσεις. Είναι βέβαια παρούσες, όμως αριθμητικά ως μετρήσιμα σώματα -και τα σώματά τους είναι μετρήσιμα μέσα από το male gaze- αλλά είναι απούσες ως κύρος, ο δημόσιος λόγος τους μπορεί να γίνεται ανεκτός με δυσκολία, μη νομιμοποιημένος στην ουσία.
Οπότε, σε τέτοια συνθήκη οι Εκατό και είκοσι φωνές θέλουν να δείξουν ότι οι γυναίκες έχουν δυνατή φωνή και η λογοτεχνία μπορεί να μιλάει για τη βία και την υπόταξη ως αθέλητη συνθήκη αλλά και για τη μητρότητα και τη συντροφικότητα ως σωτήριες επιλογές.
Συχνά, στη βιβλιογραφία της φεμινιστικής κριτικής, επαναλαμβάνεται η ανάγκη να μιλάμε από «ενσώματη θέση» όχι με την έννοια της εξομολόγησης και της βιωμένης εμπειρίας αλλά ως υπενθύμιση ότι η γραφή είναι πράξη που προϋποθέτει προνόμια: πρόσβαση στη γνώση, χρόνο, ασφάλεια, θεσμούς που μας φιλοξενούν. Γράφουμε επειδή μπορούμε. Και το ότι μπορούμε δεν είναι ούτε αυτονόητο ούτε αθώο. Έχει κατακτηθεί από τις γυναίκες με πολλούς αγώνες αλλά όχι για όλες. Εμείς που κατέχουμε τη γραφή, που στήνουμε ιστορίες στο χαρτί επειδή ξέρουμε γραφή να θυμόμαστε ότι μιλάμε και γράφουμε και γι αυτές που δεν ξέρουν, δεν έχουν χαρτί, δεν έχουν καν δικαίωμα στο λόγο. Το να αναγνωρίζουμε αυτά τα προνόμιά μας θα πρέπει να συμβαδίζει με την αναγνώριση ότι κάποιες δεν τα έχουν. Δεν σημαίνει επίσης να τα αποκηρύσσουμε θεαματικά αλλά να τα μετατρέψουμε σε εργαλείο ευθύνης.
Αυτό το συλλογικό βιβλίο δεν επιζητεί να κρύψει την οπτική του πίσω από το προσωπείο της αντικειμενικότητας και οικουμενικότητας που λειτούργησε επί αιώνες ως προνόμιο εκείνων που είχαν ήδη εξουσία στη γλώσσα και δεν επιδιώκει να την υποκαταστήσει με μια αντίστροφη μεροληψία, αλλά να υπενθυμίσει το αυτονόητο: ο λόγος παράγεται από σώματα, καταστάσεις, διαδρομές που διαφέρουν.
Το Εκατό και είκοσι φωνές εκκινεί από την πρόθεση να διαφανεί η πολλαπλότητα των γυναικείων εμπειριών, οι πολλαπλές εκφάνσεις του γυναικείου σώματος, της γυναικείας εμπειρίας και ιδίως της βίας, οι διάφορες σχεδόν αφανείς σχεδόν ανεπαίσθητες λέξεις και πράξεις που δείχνουν υποτίμηση, αρνητικότητα, καταπίεση. Τα κείμενα του τόμου δεν κάνουν λόγο μόνο για τη σωματική ή τη λεκτική βία και τις γυναικοκτονίες αλλά για εκείνο το φάσμα στάσεων που δηλώνει ότι ζούμε ακόμη σε καθεστώτα λόγου όπου ο γυναικείος λόγος αμφισβητείται, υποτιμάται ή ανακατευθύνεται. Η βία, άλλωστε, δεν είναι πάντα και μόνο άμεσα ορατή αλλά είναι ο τρόπος με τον οποίο η εμπειρία μιας γυναίκας αμφισβητείται ως υπερβολή, ως παρεξήγηση, ως «λάθος μνήμη». Αυτό ακριβώς που ονομάζουμε gaslighting: η συστηματική αποδόμηση της πραγματικότητάς της. Και είναι επίσης το mansplaining: η εξουσία του να σου εξηγούν τον κόσμο, ακόμη και τον δικό σου κόσμο, καλύτερα από εσένα.
Το έμφυλο δεν είναι θέμα, είναι τρόπος νοηματοδότησης, άρα και τρόπος να γράφουμε και να διαβάζουμε. Είναι το σημείο όπου η γλώσσα αποκαλύπτει το πώς δομούνται οι σχέσεις εξουσίας. Κάθε κείμενο που περιλαμβάνεται στο Εκατό και είκοσι φωνές φωτίζει διαφορετικά αυτό το σημείο. Για άλλες συγγραφείς είναι η σιωπή που κληρονόμησαν και τώρα αρνούνται να αναπαραγάγουν. Για άλλες είναι ο θυμός που ξεπέρασε κάθε όριο. Για άλλες είναι η αναζήτηση της τρυφερότητας και της κατανόησης που δεν τους δόθηκε. Για κάποιες είναι η ανάγκη να ξαναγραφτεί η καθημερινότητα, να αποκτήσει νέο λεξιλόγιο. Για κάποιες η απαλοιφή του ίχνους. Το βίωμα, η μνήμη, το τραύμα.
Οι φωνές λοιπόν που συναντώνται στις σελίδες αυτές δεν θέτουν ζητήματα ύφους, είδους, γενεαλόγησης, επιδράσεων, λογοτεχνικών προγόνων αλλά ταυτόχρονα τα υπονομεύουν. Και για να πετύχουν το στόχο κάνουν τη λογοτεχνία οικεία όσο και ανατρεπτική. Συνυπάρχουν στον τόμο επειδή η συνύπαρξη αυτή παράγει μια πολιτική της ακρόασης. Εννοώ ως «πολιτική της ακρόασης», την επίμονη, σχεδόν πεισματική προσπάθεια να κρατηθεί ανοιχτός ο χώρος για εκείνες τις φωνές που συχνά μιλούν σε περιβάλλοντα αμφισβήτησης ή σιωπής. Στη φεμινιστική θεωρία η ακρόαση δεν είναι παθητική πράξη αλλά αντίσταση, όπως μας υπενθυμίζει η Sara Ahmed: το να επιμένεις να πεις «αυτό συνέβη» είναι ήδη εξέγερση. Το να επιμένεις να ακούσεις, επίσης.
Από αυτή την πλευρά, το βιβλίο δεν θα μπορούσε να είναι ουδέτερο. Στρέφεται προς όσα η ιστορία της λογοτεχνίας έχει συχνά παρακάμψει: προς το έμφυλο ως εμπειρία, ως γλώσσα που επιμένει να αλλάζει, ως φόρτιση που άλλοτε προστατεύει κι άλλοτε πληγώνει. Δεν μιλάμε πλέον για «γυναικεία γραφή» ως κατηγορία, ως στυλ ως αισθητικοποίηση της βίας αλλά ως πολιτικοποίησή της.
Η γραφή μπορεί να γίνει εργαλείο απελευθέρωσης, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και ως όριο. Διαβάζοντας τα κείμενα αισθανόμαστε ότι υπάρχουν στιγμές όπου η γλώσσα δεν αρκεί, όπου η εμπειρία περισσεύει από τα όριά της. Και ακριβώς εκεί στο μεταιχμιακό σημείο που περισσεύει η εμπειρία και μένει αλύτρωτη αναδύεται η αναγκαιότητα της κοινότητας. Το 100 και 20 φωνές είναι απόπειρα να φανεί αυτή η κοινότητα ως κάτι ενεργό και όχι ως στατικό σύνολο ονομάτων και βιογραφικών. Είναι μια πρόταση: να συνυπάρξουν διαφορετικές ποιητικές, διαφορετικές μορφές θυμού, δειλίας, εξέγερσης, φόβου ή επιθυμίας, χωρίς να σβήσει η ιδιαιτερότητα καμιάς αλλά να προβληθεί η κοινή γραμμή όλων.
Κι αν κάτι χαρακτηρίζει τις φωνές εδώ, είναι η ένταση με την οποία συνδέουν τη γραφή με το βίωμα. Δεν πρόκειται για εξομολόγηση αλλά για διεκδίκηση: για την ανάγκη να ειπωθούν ιστορίες που δεν χωρούν εύκολα στις επίσημες αφηγήσεις. Επειδή, παρά τον ολοένα και περισσότερο αυξανόμενο αριθμό ,πεζογράφων και ποιητριών οι γυναικείες ιστορίες δεν αρέσουν και για αυτό συχνά δε λέγονται δυνατά. Γι αυτό απαιτείται η επιμονή για να υπάρξει χώρος στη διαφορά, να ακουστούν ιστορίες που συχνά θεωρούνται «ασήμαντες» για την υψηλή λογοτεχνία.
Στο τέλος, το βιβλίο αυτό είναι μια πρόσκληση. Μια πρόσκληση να σκεφτούμε τι σημαίνει να μιλάμε μαζί. Να δούμε τη λογοτεχνία όχι ως σύνολο κανόνων, αλλά ως χώρο συνάντησης: συνάντησης ανάμεσα σε αυτές που γράφουν, σε αυτές που διαβάζουν, σε αυτές που κάποτε θα συναντήσουν αυτές τις φωνές χωρίς να γνωρίζουν το πλαίσιο από όπου ξεκίνησαν.
Η συλλογή αυτή θέλει να παρακινήσει σε λόγους ή μάλλον στις φωνές να πολλαπλασιαστούν, να συνεχίσουν, να ψάξουν να γνωρίσουν τις προηγούμενες φωνές και να συναντηθούν με τις επόμενες.
(*) Κείμενο από την παρουσίαση του τόμου










Συλλογικό, Εκατό και είκοσι φωνές, Καστανιώτης 2025