Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

“Η γυναικεία φωνή στη λογοτεχνία” της Λίλας Κονομάρα (Από την παρουσίαση του συλλογικού τόμου “η Φωνή της” στο Χαλάνδρι)

 


Από την αρχαιότητα έως σήμερα, η παγκόσμια λογοτεχνία έχει να παρουσιάσει μια πλειάδα γυναικείων χαρακτήρων που διαθέτουν εξαιρετικό πλούτο και ποικιλία.  Αντιγόνη, Μήδεια, λαίδη Μάκβεθ,  Άννα Καρένινα, μαντάμ Μποβαρύ, πόσες και πόσες αξιομνημόνευτες ηρωίδες! Πόσες μοναδικές προσωπικότητες! Ωστόσο αν παρατηρήσουμε τα πράγματα από πιο κοντά θα διαπιστώσουμε τα εξής:

Κατά πρώτον ότι όλες σχεδόν αυτές οι ηρωίδες είναι δημιουργήματα ανδρών συγγραφέων.

Κατά  δεύτερον ότι μέχρι τις αρχές του 20 αιώνα, αναπαράγοντας και διαιωνίζοντας συγκεκριμένα στερεότυπα, οι άντρες συγγραφείς παρουσιάζουν τις γυναίκες σε πολύ συγκεκριμένους ρόλους: της μούσας, της ιδανικής συζύγου και μητέρας, της αγνής, ευαίσθητης, ρομαντικής, υπάκουης ύπαρξης ή αντίθετα της άπιστης, της δολοπλόκας, του ολέθριου θηλυκού, της femme fatale, της μάγισσας που πρέπει να καεί στην πυρά επειδή αρνείται να υποταχθεί. Είτε άγγελος είτε διάβολος, η γυναίκα στη λογοτεχνία δεν προσδιορίζεται ως αυθύπαρκτο ον, όποτε δε αποκλίνει από τους ρόλους που της επιφυλάσσονται και εναντιώνεται στα κοινωνικά πρότυπα, η τιμωρία δεν αργεί.

Κατά τρίτον θα διαπιστώσουμε ένα ακόμα παράδοξο. Η γυναίκα, όπως λέει η Βιρτζίνια Γουλφ στο «Ένα δικό της δωμάτιο» «από πλευράς φαντασίας, έχει ύψιστη σημασία, από πρακτικής πλευράς είναι εντελώς ασήμαντη. Στη μυθοπλασία κυριαρχεί στις ζωές βασιλέων και κατακτητών, στην πραγματικότητα ήταν η σκλάβα οποιουδήποτε αγοριού, όταν οι γονείς του της περνούσαν με το στανιό ένα δαχτυλίδι στο δάχτυλο. Μερικά από τα πιο εμπνευσμένα λόγια, μερικές από τις βαθύτερες σκέψεις στη λογοτεχνία βγήκαν από τα δικά της χείλη. Στην πραγματική ζωή με δυσκολία μπορούσε να διαβάσει, μετά βίας μπορούσε να γράψει…»

 Μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα,   λοιπόν, η ζωή της γυναίκας είναι συνυφασμένη με δεκάδες απαγορεύσεις, περιορισμούς και αποκλεισμούς που συχνά θέτουν σε κίνδυνο την ψυχική, πνευματική και σωματική της ακεραιότητα. Δεν έχει τη δυνατότητα να μορφωθεί, να βγει στην αγορά εργασίας χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα ή του συζύγου της, να επιλέξει τον σύζυγό της, να διαθέσει το σώμα της όπως εκείνη θέλει και πάνω απ’ όλα να έχει λόγο για όλα αυτά. Στον χώρο της τέχνης, ακόμα και σήμερα εξακολουθούμε να λέμε ‘ο δημιουργός’, ‘ο καλλιτέχνης’.

Είναι ευρέως γνωστό ότι η γυναικεία λογοτεχνική δημιουργία πολεμήθηκε κατά κόρον τους προηγούμενους αιώνες. Αμφισβητήθηκε η αξία του έργου των γυναικών, απορρίφθηκαν επανειλημμένα τα γραπτά τους, οι ίδιες αναγκάστηκαν να κρύψουν το φύλο τους πίσω από ένα ανδρικό ψευδώνυμο προκειμένου να εκδώσουν τα βιβλία τους όπως η Georges Sand, η George Eliot και τόσες άλλες. Πολλές είδαν τα έργα τους να τα σφετερίζονται άντρες συγγραφείς, όπως η Colette που ο σύζυγός της τα παρουσίαζε ως δικά του. Ακόμα πιο πολλές παραγκωνίσθηκαν από την παγκόσμια Ιστορία. Ωστόσο, οι γυναίκες δεν έπαψαν ποτέ να γράφουν. Ξεκινώντας από τη Σαπφώ και φτάνοντας έως σήμερα, τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Ήδη τον 10o αιώνα, στην επαρχία Χουνάν της Κίνας, οι γυναίκες, μην έχοντας δικαίωμα στην εκπαίδευση, επινόησαν τη δική τους μυστική γραφή προκειμένου να εκφραστούν, την οποία και μετέφεραν από μάνα σε κόρη. Πέραν της ευρύτατης θεματολογίας που ανέπτυξαν ανά τους αιώνες, γυναίκες συγγραφείς όπως η Κριστίν ντε Πιζάν τον 15ο αιώνα, οι Σοφολογιότατες τον 17ο, η Σαρλότ Μπροντέ και πολλές άλλες ομότεχνές της του 19ουαιώνα, καθώς και πλήθος συγγραφέων του 20ού αμφισβήτησαν τους κυρίαρχους θεσμούς, στηλίτευσαν τις διαφόρων ειδών αδικίες και αποκλεισμούς  που υφίσταντο λόγω του φύλου τους, μίλησαν για καταπιεσμένα συναισθήματα και απαγορευμένες επιθυμίες, διεκδίκησαν μια άλλη θέση στην κοινωνία. Συγγραφείς όπως η Σιμόν ντε Μποβουάρ, η Βιρτζίνια Γουλφ, η Τόνι Μόρισον η Ελέν Σιξού  ανανέωσαν με τον δικό τους πρωτοπόρο λόγο τη γραφή, απεκδυόμενες τον πατριαρχικό Λόγο που επί αιώνες αναγκάστηκαν να εσωτερικεύσουν. Και πώς θα μπορούσαν άλλωστε να σιωπήσουν όταν αυτό που πρέπει πρώτα απ’ όλα να αποκτήσουν όλες οι γυναίκες στον κόσμο είναι μια φωνή. Μια φωνή έτσι ώστε να μπορέσουν να διεκδικήσουν τον λόγο και τον ρόλο που τους αναλογεί στην επίσημη Ιστορία. Μια φωνή έτσι ώστε να μπορέσουν να αρθρώσουν ένα τεράστιο ΟΧΙ σε κάθε μορφή κακοποίησης και ένα μεγάλο ΝΑΙ σε σχέσεις βασισμένες στον σεβασμό της γυναικείας τους υπόστασης, της πνευματικής, ψυχικής και σωματικής τους υγείας.

Στον συλλογικό τόμο 53 διηγημάτων που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη, γυναίκες συγγραφείς από όλη την Ελλάδα αποτυπώνουν η κάθε μια με τη δική της ιδιαίτερη φωνή τα φαινόμενα βίας των οποίων όλες οι γυναίκες στον κόσμο γίνονται θύματα από την παιδική τους κιόλας ηλικία. Με φόντο τη μεγαλούπολη ή τον ασφυκτικό περίγυρο της επαρχίας, τα διηγήματα παρουσιάζουν τη βία σε όλες της τις εκφάνσεις – λεκτική αλλά και σωματική που ενίοτε φτάνει στον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων και στον φόνο – καθώς και τους τρόπους που διαποτίζει όλες τις σχέσεις, οικογενειακές, ερωτικές, εργασιακές. Από τον βιασμό από άτομο του συγγενικού περιβάλλοντος μέχρι την κακοποιητική συμπεριφορά του γυναικολόγου, τα απάνθρωπα έθιμα όπως εκείνο της σύγκριας, την απόρριψη και την καταδίκη των γυναικών όχι μόνο από άνδρες αλλά και από ομόφυλές τους, τα διηγήματα απεικονίζουν άλλοτε με ωμό ρεαλισμό, άλλοτε υπαινικτικά ή αλληγορικά τη βία που υφίσταται ένας πολύ μεγάλος αριθμός γυναικών σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η πατριαρχική αντίληψη και ο μισογυνισμός. Δεν τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση όπως στην περίπτωση μίας από τις πρώτες ελληνίδες συγγραφείς της Ελισσάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου την οποία η οικογένειά της πάντρεψε με το ζόρι παρά την επιθυμία της να αφοσιωθεί στο έργο της. Στη μυθιστορηματική της εκδοχή, σε δύο διηγήματα του τόμου, στερείται και την ελευθερία του λόγου καθώς μετά τον θάνατό της, ο γιος της λογοκρίνει τα χειρόγραφά της.

 Παγιδευμένες οι ηρωίδες, φτάνουν συχνά στο σημείο να ενστερνιστούν και οι ίδιες την κυρίαρχη ιδεολογία, να αναπαράγουν τη φωνή του εκάστοτε διώκτη τους μαζί με το βαθύτατο αίσθημα ενοχής που την συνοδεύει κάθε φορά που παρεκκλίνουν από τα επιβεβλημένα πρότυπα. Απέναντι στη βία που υφίστανται, οι περισσότερες υιοθετούν παθητική στάση ή προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στη φαντασία και στην ονειροπόληση. Σε λίγες περιπτώσεις επιλέγουν τη φυγή και ακόμα σπανιότερα εξεγείρονται, εκδικούνται, διεκδικούν μια άλλη ζωή.  

Η λογοτεχνία υπήρξε πάντα ένα ισχυρό όπλο, μια πηγή γνώσης που απελευθερώνει τον άνθρωπο γιατί ως γνωστόν, η γνώση είναι εξουσία. Η δύναμη των λέξεων είναι τεράστια, η λογοτεχνία σπάζει τα ταμπού, ξεσκεπάζει τις δεισιδαιμονίες και τις προκαταλήψεις, μορφώνει, προάγει την ευρύτητα του πνεύματος, τη δημιουργία σκεπτόμενων πολιτών. Αυτός ακριβώς είναι και ο στόχος των 53 αυτών διηγημάτων. Να αποκαλύψουν το πρόβλημα εξερευνώντας τις ποικίλες μορφές του, με σκοπό να καταδείξουν το συλλογικό και διαχρονικό τραύμα που οφείλεται στην έμφυλη βία και να συντελέσουν στην επούλωσή του. Να στηρίξουν τα θύματα βοηθώντας τα να συνειδητοποιήσουν  τις παθογένειες που αναπτύσσονται στο παρόν κοινωνικό σύστημα και τους μηχανισμούς που τις συντηρούν. Να μας κάνουν όλους συμμέτοχους και την επόμενη φορά που θα ακούσουμε ένα γυναικείο ουρλιαχτό στη γειτονιά μας, να μην κλείσουμε το παράθυρο προφασιζόμενοι ότι δεν μας αφορά. Να προσφέρουν λύτρωση και να προτείνουν νέους τρόπους με την ελπίδα ότι οι επόμενες γενιές ανδρών και γυναικών θα μεγαλώσουν όχι αναπαράγοντας ρόλους αφέντη και υποτελούς, δυνάστη και δέσμιου, θύτη και θύματος, αλλά με πρότυπα που θα προωθούν ανάμεσα στα φύλα σχέσεις ισότητας και αλληλοσεβασμού.

 

Η Λίλα Κονομάρα είναι συγγραφέας, μέλος του δικτύου, “η Φωνής της”

"Δεν έχεις πια δική σου φωνή. Αντηχείς τον διώκτη σου" της Ελένης Γούλα (παρουσίαση του συλλογικού τόμου "η Φωνή της" στο "Περί ου")

 

“Δεν έχεις πια δική σου φωνή. Αντηχείς τον διώκτη σου[1]

Δεν γνώριζα καμιά τους. Δεν είχα ποτέ οργανωθεί σε φεμινιστική ομάδα, ούτε σε άλλη συλλογικότητα. Εμφανίστηκα, δειλά και ντροπαλά, σε μια από τις πρώτες δράσεις τους – χειμώνας του 2022 – έξω από το Εφετείο, όπου θα εκδικαζόταν, (για να αναβληθεί για μια ακόμη φορά), η υπόθεση Τοπαλούδη. Ήταν εκεί κρατώντας πανώ η  Ελένη Πριοβόλου, η Κατερίνα Παπαδημητρίου, η Όλγα Μπακοπούλου, η νεαρότατη Αντωνία Απέργη, η Μαρία Γκασούκα και η Κατερίνα Γκιουλέκα. Ίσως  ξεχνάω κάποια.

Είχα μάθει για την κίνησή τους, να γίνουν δηλαδή η Φωνή των γυναικών που υφίστανται βία, λίγες μέρες νωρίτερα. Ήταν Φεβρουάριος του 2022, εν μέσω πανδημίας. Την προηγούμενη χρονιά, το 2021 είχαμε τη μαύρη λίστα των γυναικοκτονιών (επίσημη καταμέτρηση 18 γυναίκες νεκρές σκοτωμένες επειδή ήταν γυναίκες), καμιά μας πουθενά δεν ένιωθε ασφαλής και έτρεμε η ψυχή μας για τις κόρες και τους γιους μας. Μόλις τον Ιούλιο η Γαρουφαλιά, είχε βρει τον θάνατο στη Φολέγανδρο σπρωγμένη στα βράχια από τον 30χρονο φίλο της.

Αυτές οι γυναίκες που γνώρισα κείνο το πρωί στο Εφετείο είχαν αποφασίσει να αντισταθούν στο φόβο και τη βία με το όπλο που γνώριζαν να χρησιμοποιούν. Ήταν συγγραφείς, είχαν ασκηθεί στην τέχνη του λόγου, και τόλμησαν να βγουν στα ΜΜΕ, να κρατήσουν πανώ και να υπογράψουν το ιδρυτικό κείμενο της ομάδας: «Εμείς, γυναίκες συγγραφείς, αντιστεκόμαστε σε κάθε μορφή βίας που συνδέεται με το φύλο και επιθυμούμε να ενώσουμε τη φωνή μας με τη φωνή γυναικών που κακοποιούνται, βιάζονται ή και θανατώνονται στο πλαίσιο της πατριαρχίας, φαινόμενο μοναδικής ιστορικής αντοχής, το οποίο αναπαράγεται και διαιωνίζεται και στη χώρα μας»[2]

Τι; Θα κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Τι; Θα γράφουμε για τον εαυτό μας; Τι; θα φυλάμε τα έργα μας στο συρτάρι και θα ονειρευόμαστε ότι κάποιος κάποτε θα μας ανακαλύψει. Όταν η κοινωνία στενάζει θα γράφουμε μόνο για λουλούδια και θάλασσες; Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες, σημείωνε ο Καρυωτάκης πριν εκατό χρόνια και τώρα το βλέπουμε ότι πίσω από το α΄ πληθυντικό στοιβάζονται όλοι όσοι γίνονται αντένες του καινούριου αγναντεύοντας τα χάη για να “πέσουνε γρήγορα σπασμένες”.

Στις πρώτες 63 υπογραφές των γυναικών συγγραφέων, πολύ σύντομα, όταν το νέο για “τη Φωνή της” κυκλοφόρησε, προστέθηκαν κι άλλες, γύρω στις 200, γράφοντας το όνομά τους στο μέιλ που διακινούσε η μία με την άλλη.

Υπέγραψα κι εγώ τότε. Συμμετείχα και στις πρώτες δράσεις, όπως σ’ αυτή την κινητοποίηση έξω από το Εφετείο και λίγες μέρες αργότερα σε μια άλλη διαδήλωση κατά της βίας. Όμως έλλειψα καιρό από την Αθήνα, κάτι συνέβη και δεν έπαιρνα τα μέιλ, τις έχασα. Όταν τις ξαναβρήκα, είχαν ήδη ετοιμάσει το βιβλίο η Φωνή της και είχε γίνει η έκδοση από τον Καστανιώτη.

Στην αρχή, δίσταζα να το πάρω το βιβλίο στα χέρια μου. Γυρόφερνα τον πάγκο, άκουγα τις εισηγήσεις και τα αποσπάσματα σε κείνη την πρώτη παρουσίαση που πήγα καθυστερημένη, μέσα στη μικρή αίθουσα αφού είχα ψάξει να ανακαλύψω το παλιό κτίριο και αφού είχα ανεβεί τις μαύρες απότομες σκάλες. Ένα αντισυμβατικό μέρος είχαν διαλέξει για να κάνουν την παρουσίαση κι εγώ είχα αναβάλει ένα ταξίδι για να την παρακολουθήσω…

Το αγόρασα στο τέλος όμως το βιβλίο και το πήρα μαζί μου στο ταξίδι. Μόνο που δεν το άνοιξα. Το άφησα στο κομοδίνο και έκανα άλλες δουλειές. Όταν γύρισα πίσω, στην ησυχία του διαμερίσματος και άδειασα τη βαλίτσα, τότε δεν υπήρχαν πια δικαιολογίες.

Γροθιά στο στομάχι και “τα δάχτυλα εις τον τύπον των ήλων”. Και πάλι λίγα λέω. Όμως δεν ήθελα πια να το αφήσω από τα χέρια μου και όλο γι αυτό ήθελα να μιλάω.

Τον πρόλογο τον γράφει η Μαρία Γκασούκα, μέλος του δικτύου και η πλέον αρμόδια αφού διδάσκει στο Πανεπιστήμιο το μάθημα που αφορά τις σπουδές φύλου. Εκεί δίνονται στον αναγνώστη εύληπτες πληροφορίες για τη γυναικεία παρουσία στη λογοτεχνία και την αντιμετώπιση των έργων από την κριτική στους προηγούμενους αιώνες. Αναφέρονται ονόματα δημιουργών όπως η Σαπφώ, η Κριστίν ντε Πιζάν, η Βιρτζίνια Γούλφ, η Ούρσουλα Λε Γκεν, η Αντριέν Ριτς, η Τόνι Μόρισον και η Μάγια Αγγέλου, ενώ η κ. Γκεσούκα διεκρινίζει και τον (παρεξηγημένο) όρο “γυναικεία γραφή”: Κατά την άποψή μου, η γυναικεία γραφή, με την ποικιλομορφία και τις ιδιαιτερότητές της, είναι υπαρκτή και συνιστά μια διαφορετική προσέγγιση από και προς την ανθρώπινη κατάσταση. Δεν αφηγείται απλώς εμπειρίες ή δεν αρκείται σε μια αυτοβιογραφική περιγραφή. Άλλωστε, δεν περιορίζει πλέον τη γυναικεία φωνή στο “εγώ”, Αποτελεί άποψη του “εγώ”, η οποία χαρακτηρίζει, σφραγίζει και κυρίως σηματοδοτεί την υποκειμενική γραφή των γυναικών” σελ. 18

Μετά τον πρόλογο,  οργανώνονται με αλφαβητική σειρά τα 53 διηγήματα του τόμου, δείχνοντας τη βία που υφίστανται οι γυναίκες σε κάθε έκφανση της ζωής τους: στην οικογένεια  (“Δείπνο”, “Φανή”, “Να είσαι θάλασσα”, “Μαριέττα”, “νυχτερινή συνεδρία”, “ο καθαρός άνθρωπος”, “να προσέχεις”) στην επαγγελματική ζωή (“ο αμνός”), στις διαπροσωπικές σχέσεις (“Κρύα κυρία”), στους ρόλους (“δείπνο”, “Ελισάβετ Μαρτινέγκου”, “θηλυκές αντωνυμίες”, “το Μάτι”, “Θα μάθω κι εγώ”), στον έρωτα (“Ερατώ”). Τη νιώθουμε να ασκείται από τον σύζυγο (“η βέρα”, “βάλε τελεία”, “η ξένη”), τον πατέρα (“μια πάνινη κούκλα”, “κόρη μητέρα”, “ήμαρτον”) τον πεθερό (“γράφουν και οι φόνισσες παραμύθια …”, “εκδίκηση”), ή τη βρίσκουμε διάχυτη σε ολόκληρη την κοινότητα (“Ελισάβετ Μαρτινέγκου”, “σύγκρια” κλπ). Το σκηνικό στήνεται στην Ελλάδα κυρίως αλλά και σε άλλα μέρη της Ευρώπης, στην Λατινική Αμερική ή στα βάθη της Αφρικής (“ο δερματοποιός”, “Στη Σιουδαδ Χουαρες”, “Loida”), σε αστικές περιοχές ή σε επαρχίες. Ο χρόνος είναι άλλοτε το παρελθόν, άλλοτε το παρόν και μερικές φορές αόριστος.

Η βία παρουσιάζεται γυμνή, πολύ τρομακτική (“ο δερματοποιός”, “σαν το φύσημα του αέρα στις καλαμιές”, “Kanun”), βιωμένη στερεοτυπικά (“γυναίκα χωρίς όνομα”, “σύγκρια”, “Ντέρτι πινκ, ημιμόνιμο”) και κάποτε μεταμφιεσμένη ή κρυμμένη σε μύθους πανάρχαιους, όπως στο εξαιρετικό “η φωνή της”.

Οι συνέπειές της εμφανίζονται σε μερικά κείμενα αβάσταχτες (“κόρη, μητέρα”), ενώ σε άλλα ο δράστης τιμωρείται χωρίς όμως να επέρχεται κάθαρση. Οι τιμωροί είτε είναι η σύζυγος (“στο λόφο με τις παπαρούνες”, “δεν έγινε και τίποτα”) είτε είναι η κόρη (“Φανή”) μόνο από τη βία του βασανιστή τους γλιτώνουν. Έχουν στη συνέχεια να λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη και στην κοινωνία. Ωστόσο μερικές ιστορίες είναι αισιόδοξες και αυτό παρηγορεί τον αναγνώστη (“από το δάσος”, “φύσα αγέρι”, “η Ρούλα που κυκλοφορεί”, “είμαι φύλλο”). Σε άλλες πάλι γίνεται προσπάθεια να αναζητηθεί και να ειπωθεί ρητά η αιτία, το υπόβαθρο των βίαιων συμπεριφορών (“Kanun”, “Loida”, “γυναίκα χωρίς όνομα”). Τέλος υπάρχουν και οι αφηγήσεις που δείχνουν τη γυναικεία συμμετοχή στη διαιώνιση της πατριαρχικής νοοτροπίας (“η Φωνή της”, “Ντέρτι πίνκ, ημιμόνιμο”, “το παλιοκόριστο”).

Εντύπωση προκαλεί ότι οι 53 γυναίκες που ενώνουν τη φωνή τους κατά της βίας εναντίον των γυναικών, παρόλο που γράφουν για την ίδια θεματική, καταφέρνουν να μην επαναληφθούν ούτε να επικαλυφθούν οι ιστορίες τους. Δείχνουν τόσα πρόσωπα της βίας όσα σχεδόν και οι ιστορίες. Κι αν μπορούμε να βρούμε κάποια μοτίβα (π.χ. όταν ο πατέρας παρενοχλεί την κόρη, τότε η άβουλη σύζυγος εξεγείρεται), όμως οι παραλλαγές είναι τόσο ενδιαφέρουσες που απλώς φωτίζουν καλύτερα τη συμπεριφορά. Επίσης δεν διακρίνουμε διδακτισμό ή ηθικολογία, κάτι που θα μείωνε το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, πουθενά, ενώ αξιοποιούνται ποικίλοι αφηγηματικοί τρόποι (“Φανή”, “οι φωνές”, “το ψαράκι στη γυάλα”, “ησύχασον!”, “το έθιμο”, “η άλλη όψη”).

Γενικά, όλες οι συμμετοχές διατηρούν την καλλιτεχνική αξία στο ίδιο νομίζω επίπεδο με την ακτιβιστική ιδιότητα. Μερικά κείμενα τα ξεχώρισα, μου άρεσαν ιδιαιτέρως, όλα όμως έχουν ποιότητα. Σ’ αυτό θα έπαιξε ρόλο φαντάζομαι, η ομάδα που έκανε την επιμέλεια (Σίσσυ Δουτσίου, Μαρία Κουρουτσίδου, Αλεξάνδρα Μήτσιαλη, Όλγα Μπακοπούλου, Χίλντα Παπαδημητρίου, Κατερίνα Παπαντωνίου, Ελένη Πριοβόλου) και οπωσδήποτε οι εκδόσεις Καστανιώτη με την εμπειρία τόσων χρόνων στον χώρο. Όμως χωρίς την πρώτη ύλη, τίποτα δεν θα πετύχαινε. Η δύναμη είναι στις γυναίκες συγγραφείς, που έγραψαν τις ιστορίες και δώσανε φωνή, χρώμα και υπόσταση στη βία. Δείξανε πώς δαγκώνει, βγάζει μαχαίρια, αυλακώνει κορμιά. Δυναμώσανε τις φωνές να γίνουνε ουρλιαχτά μέσα στις λέξεις.

Το εγχείρημα, δοκιμασμένες γυναίκες συγγραφείς να γράψουν για τη βία εναντίον των γυναικών, από τη σύλληψη ως την εκτέλεσή του ενέχει το πλεονέκτημα του πλουραλισμού. Των πολλών οπτικών του θέματος δηλαδή. Και θα είχε νομίζω μεγάλο ενδιάφερον να καλούνταν και οι άντρες συγγραφείς να κάνουν κάτι ανάλογο. Πώς βιώνουν αυτοί τη βία στις σχέσεις. Πώς κρίνουν – αν κρίνουν – τις γυναικοκτονίες. Πώς τις ερμηνεύουν. Θα είχε ενδιαφέρον να εκθέσουν κι αυτοί τις οπτικές τους για το θέμα και μετά να αντιπαραβάλλουμε τα αποτελέσματα. Γιατί στην ιστορική φάση που βρισκόμαστε πια, το ζητούμενο δεν είναι ο ανταγωνισμός των φύλων. Αυτό έχει συμβεί πολύ στους προηγούμενους αιώνες. Θα ήταν λάθος να εξαντλήσουμε κι αυτή την ευκαιρία κρατώντας και διαιωνίζοντας τον θυμό. Έχουμε πια τα επιστημονικά εργαλεία να προσεγγίσουμε τις διαφορές και τις ομοιότητες των φύλων ειρηνικά και να αγωνιστούμε για πραγματική ισότητα, ισονομία, δικαιοσύνη. Όχι εξόντωση του άλλου.

Είναι στοίχημα. Όχι θεωρητικό. Πρακτικό. Και αυτό θέλω εδώ να το τονίσω. Δεν ξέρω τι ιδέα έχει ο καθένας για το φεμινιστικό κίνημα. Τι στερεότυπα κουβαλάμε όλοι και πόσο ο όρος έχει συνδεθεί με συνειρμούς στη ζωή του καθενός και της καθεμιάς. Όμως εδώ πρόκειται απλώς για γυναίκες που φωνάζουν και αντιστέκονται στη βία εναντίον των γυναικών. Ζητούν, πρώτα-πρώτα να αναγνωριστεί ο όρος γυναικοκτονία από το Δίκαιο της χώρας μας και να προστατευτούν οι γυναίκες σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους. Δεν μάχονται εναντίον κανενός. Μόνο εναντίον της βίας και όλων όσων την καλλιεργούν. Οι άντρες-σύντροφοι είναι συμπαραστάτες. Τουλάχιστον στην επαφή που είχα με τις γυναίκες του δικτύου, τους είδα να συμμετέχουν και να στηρίζουν. Και αυτό προσωπικά με κάνει αισιόδοξη.

Επίσης αισιόδοξη με κάνει και η πορεία του βιβλίου η Φωνή της. Η έκδοση είναι προσφορά των εκδόσεων Καστανιώτη, τα έσοδα θα διατεθούν για το Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας[3] και όλη η δράση – κίνηση ευθύνης και γενναιότητας κατά τη γνώμη μου – φαίνεται πως εξυπηρετεί αναγνωστική ανάγκη της κοινωνίας μας. Ήδη εξαντλήθηκε η πρώτη έκδοση (2.400 τιράζ) και ο Καστανιώτης προχώρησε σε δεύτερη (500). Η εμπειρία μας από τη συμμετοχή στο 24ο Αντιρατσιστικό φεστιβάλ, όπου πουλιότανε το βιβλίο, είναι εδεικτική: Όλα τα αντίτυπα που είχαμε, εξαντλήθηκαν από την πρώτη μέρα και τρέχαμε Σαββατιάτικα να προμηθευτούμε κι άλλα, που όμως ούτε αυτά έφτασαν. Έμειναν παραπονούμενοι επισκέπτες που το ζητούσαν και δεν το είχαμε πια.

Δεν ξέρω αν ο κόσμος αγοράζει τη Φωνή της για να ενισχύσει το δίκτυο ή για να συμμετέχει όπως μπορεί στην προσπάθεια περιορισμού της βίας. Δεν ξέρω αν το διαβάζουν όσοι/ες/α το αγοράζουν. Μπορώ να μιλήσω για όσα ξέρω και για τη δική μου βιωματική σχέση. Γι αυτό γράφω αυτό το σημείωμα. Δεν μπορούσα παρά να το γράψω. Ως ελάχιστη συμβολή.

 

Η Ελένη Γούλα είναι μέλος του δικτύου "η φωνή της"

 

Πληροφορίες:

Για το δίκτυο “η Φωνή της”:

https://www.lifo.gr/now/greece/i-foni-tis-gynaikes-syggrafeis-kata-tis-emfylis-bias-kai-ton-gynaikoktonion

https://www.avgi.gr/tehnes/407917_oi-gynaikes-syggrafeis-piran-oplo-toys

Για το βιβλίο Η Φωνή της (στοιχεία) : https://www.ertnews.gr/eidiseis/politismos/i-foni-tis-ena-vivlio-53-gynaikes-syggrafeis-mia-foni-kata-tis-emfylis-vias/

κριτικές/παρουσιάσεις: https://biblionet.gr/titleinfo/?titleid=278169

 

[1] Ιωάννα Μπουραζοπούλου, “η Φωνή της”, σ. 192

[2] https://www.lifo.gr/now/greece/i-foni-tis-gynaikes-syggrafeis-kata-tis-emfylis-bias-kai-ton-gynaikoktonion

[3] https://www.ertnews.gr/eidiseis/politismos/i-foni-tis-ena-vivlio-53-gynaikes-syggrafeis-mia-foni-kata-tis-emfylis-vias/

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Περί ου” (22/7/2023): https://www.periou.gr/eleni-goula-i-foni-tis-kastaniotis-2023-syllogiko/