Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα κείμενα των φίλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα κείμενα των φίλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

[οι μήτρες είναι το πρόβλημα] Του Αντώνη Αντωνάκου

 

το θέμα

δεν είναι να τα βάλω με το σύστημα όταν σκοτώνει το δικό μου παιδί, αλλά όταν σκοτώνει τα παιδιά όλων μας

κάθε μέρα κάθε στιγμή το σύστημα σκοτώνει παιδιά η γενοκτονία είναι η μέθοδός του

πολλούς αιώνες τώρα το σύστημα σκοτώνει με πάθος παιδιά και γυναίκες


οι μήτρες είναι το πρόβλημα

αυτές που γεννάν παιδιά αυτές που κρύβουν μέσα τους σφεντόνες και πέτρες για να μπορούν τα παιδιά που θα γεννήσουν πριν τα σκοτώσει το σύστημα να το πετροβολήσουν να δείξουν σε μας που κοιτάμε περιμένοντας τη δική μας σειρά των δικών μας παιδιών πως τα παιδιά θέλουν να ζήσουν και πετάνε πέτρες στα κράνη των φασιστών των παιδιών που σκοτώνουν παιδιά

παιδιά άλλου θεού παιδιά χωρίς θεό χωρίς νερό χωρίς ψωμί αφού

οι μήτρες είναι το πρόβλημα

αφού αυτές γεννούν τα παιδιά που θα φάει το μεγάλο στομάχι για να χορτάσει το σύστημα για να βοηθήσει το μεταβολισμό της αγοράς για να λιπάνει το παχύ έντερο της κατανάλωσης

τι ώρα είναι; ώρα να φάμε παιδιά ώρα να χώσουμε τη γροθιά μας μέσα στις μήτρες αφού

οι μήτρες είναι το πρόβλημα

"Η γυναίκα από την πρωτόγονη στην αγροτική οικονομία - Μια συνοπτική περιδιάβαση", ομιλία της Μαρίας Σκιαδαρέση κατά την παρουσίαση του τόμου, "Η Φωνή" της στο Νέο Φάληρο


 

Η θέση της γυναίκας σήμερα, τουλάχιστον στις δυτικές κοινωνίες, σίγουρα είναι βελτιωμένη σε σχέση με αυτή των εποχών της πατριαρχίας που δεν της επέτρεπε να διαχειρίζεται η ίδια τα περιουσιακά της στοιχεία, να έχει λόγο για την ανατροφή και τις σπουδές των παιδιών και άποψη για τα κοινά. Τότε δηλαδή που ήταν μόνον η “βασίλισσα” του σπιτιού της, όπως συνήθιζαν να της χρυσώνουν το χάπι, για να δέχεται και ιδεολογικά τον ρόλο της ως υποδεέστερο ον σε σχέση με τον άντρα.

Σήμερα η γυναίκα, νομικά, έχει ίσα δικαιώματα με τον άντρα, εργάζεται ισότιμα με αυτόν, παράγει, κερδίζει χρήματα, μεγαλώνει παιδιά μόνη της εκτός γάμου.

Παρ’ όλα αυτά όλο και πληθαίνουν οι ειδήσεις για κακοποίηση γυναικών -ψυχολογική, λεκτική και σωματική-, φόνους, ενδοοικογενειακή βία και άλλα τέτοια ζοφερά. Γιατί;

Η πατριαρχία, έτσι όπως στήθηκε μετά την επικράτηση των μεγάλων αυτοκρατοριών της Ανατολής, μεταλαμπαδεύτηκε στον δυτικό κόσμο, που έβγαινε τότε σιγά σιγά από τον πρωτογονισμό του, “αναπτυσσόμενος”, και συνεχίστηκε διογκούμενη έως ότου, κάποια στιγμή καθιερώθηκε πλήρως ως θεσμοθετημένος τρόπος επιβολής της αντρικής θέλησης απέναντι στη γυναίκα και συνολικά στην οικογένεια. Παράλληλα με την εξέλιξη αυτή παγιώνονται και τα σαφή χαρακτηριστικά των κοινωνικών τάξεων όπου εμφανίζονται αποκλίσεις συμπεριφοράς προς τη γυναίκα. Για παράδειγμα, οι γυναίκες του “λαού”, για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη που όλοι κατανοούν, σε μεγάλες ιστορικές περιόδους έζησαν πιο “ελεύθερες”, ή έτσι έδειχναν να ζουν, από τις αντίστοιχες γυναίκες της αριστοκρατίας και αργότερα της αστικής τάξης, δεδομένου ότι στην κυρίαρχη ταξική ανδροκρατική δομή η γυναίκα ήταν απλώς ένα εξάρτημα της πατριαρχικής κοινωνίας, όχι μόνο στον παραδοσιακό αλλά και στον νεωτερικό βιομηχανικό και μεταπρατικό κόσμο. Μην ξεχνάμε ότι στη Γαλλική Επανάσταση, παρότι οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά και ισότιμα με τους άντρες, κανείς από τους αστούς ηγέτες της δεν θεώρησε απαραίτητο να τις καταξιώσει ηθικά ή νομοθετικά, ούτε καν να αναφέρει τη γυναικεία δυναμική που αναπτύχθηκε καθ’ όλη εκείνη την εμβληματική εξέγερση.

 

Όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι από καταβολής ανθρώπινων κοινωνιών και, αν αυτό παρηγορεί τις γυναίκες, θα έλεγα ότι, στη διαχρονία τους, έζησαν και λειτούργησαν ελεύθερες, ως αυταξίες, πολύ περισσότερα χρόνια απ’ όσα έζησαν ως δορυφόροι των ανδρών.

Οι ερευνητές του παρελθόντας -19ου και 20ου αιώνα-, (αρχαιολόγοι, κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, κ. α.) δέσμιοι της πατριαρχικής αντίληψης  με την οποία είχαν ανδρωθεί, πρόβαλαν και στις προ-γεωργικές, προ -ταξικές προϊστορικές κοινωνίες το μοτίβο του άντρα κυνηγού και της γυναίκας αυστηρά τροφοσυλλέκτριας επιφορτισμένης να μεγαλώνει στη σπηλιά ή στην καλύβα τα παιδιά που γεννούσε.

Να όμως που με την αρωγή της τεχνολογίας στην επιστημονική έρευνα, αποδείχτηκε ότι στις πρώιμες κοινωνίες όχι μόνο άντρας και γυναίκα ήταν εντελώς ισότιμοι, τόσο ώστε να κυνηγούν μαζί, να μαζεύουν μαζί καρπούς και ρίζες, να μεγαλώνουν μαζί τα παιδιά της ομάδας, αλλά και ότι η γυναίκα, ως υπεύθυνη για τα παιδιά που γεννούσε –κάτι που εντυπωσίαζε τον πρωτόγονο άνθρωπο-, είχε και τον πρώτο λόγο στην ανατροφή τους οπότε αυτή είχε τον έλεγχο των αποθεμάτων τροφής, της αποθήκευσής της και του καταμερισμού της, με λίγα λόγια, κρατούσε στα χέρια της όλη τη διαχείριση του πρώιμου εκείνου “οίκου”, γεγονός που της έδινε τον κυρίαρχο ρόλο και λόγο στην ομάδα. Αυτό διήρκεσε για αιώνες, έως ότου, με τις πρώτες συστηματικές εγκαταστάσεις, ο τρόπος ζωής του ανθρώπου άρχισε να αλλάζει.

Παρ’ όλα αυτά, η υπεροχή της γυναίκας μέσα στον κοινωνικό ιστό διαφαίνεται ακόμα σε εποχές ή τόπους που ναι μεν οι άνθρωποι είχαν ήδη εγκατασταθεί καλλιεργώντας πια τη γη και εκτρέφοντας εξημερωμένα ζώα, όμως η γυναίκα, κρατώντας ακόμα από παλαιότερα χρόνια την κυρίαρχη θέση της ως καλύτερη γνώστης της φύσης, λόγω της “μαγικής” ικανότητάς της να συνεχίζει τη ζωή μέσα από τον τοκετό, εξακολουθούσε να χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης και μάλιστα, με την εμφάνιση των πρώτων θρησκειών, είτε να λατρεύεται ως θεά είτε να υπηρετεί θεότητες ως ιέρεια, όπως συνέβαινε στην πρώιμη Αίγυπτο ή στη μινωική Κρήτη.

 

Οι μεγάλες αλλαγές ενέσκυψαν όχι μόνο για το γυναικείο φύλο αλλά και για τους μη κατέχοντες γη, μετά την παγίωση των εννοιών της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, αφού δηλαδή πια επεκτάθηκε ανά τον τότε γνωστό κόσμο η πρώτη πολιτισμική και οικονομική επανάσταση της ανθρωπότητας, αυτή της μετάβασης από την τροφοσυλλογή στην καλλιέργεια της γης, γνωστή ως αγροτική επανάσταση.

Παρότι οι γυναίκες φαίνεται πως είναι οι πρώτες που διαπίστωσαν, ως υπεύθυνες της διαχείρισης της τροφή στην ομάδα, ότι το φυτό που μάζευαν και χρησιμοποιούσαν για να τραφούν μπορούσε, καλλιεργούμενο, να αποδώσει περισσότερους καρπούς, άρα αυτές είναι οι σπορείς της μετάβασης από την τροφοσυλλογή στην τροφοκαλλιέργεια, με το που θεωρήθηκε απαραίτητο να περιχαρακωθεί το κομμάτι γης που καλλιεργεί κάποιος ώστε να διαχωριστεί από εκείνο του άλλου, δηλαδή από τη στιγμή που εμφανίζεται η αίσθηση της ιδιοκτησίας, ο ρόλος της γυναίκας υποβαθμίζεται. Εκ των πραγμάτων γεννιέται η ανάγκη της υπόμνησης της διαφοράς του δικού μου από το δικό σου, μέσα σε κάθε ιδιοκτησία ιδρύεται το σπίτι, “ο οίκος”, με όσα συμπαρομαρτεί, και αναπτύσσεται η οικοτεχνία, με την οποία αρχικά ασχολούνται οι γυναίκες μένοντας στο σπίτι για να γεννούν όσο το δυνατόν περισσότερα εργατικά χέρια για την καλλιέργεια ενώ οι άντρες έχουν πια τον νου τους μην απειλήσει κάποιος την ιδιοκτησία τους. Σιγά σιγά παίρνουν και βοηθούς, αυτούς που δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν για διάφορους λόγους να αποκτήσουν δική τους γη, φτιάχνουν τους δικούς τους στρατούς, όπως και οι άλλοι απέναντι, συνδιεκδικούν εδάφη και διεξάγουν πολέμους γι’ αυτά.

Η “δέσποινα του οίκου” παύει πια να κατέχει τον κύριο λόγο εφόσον οι άνθρωποι στο σπίτι αυξάνονται και επέρχεται καταμερισμός εργασιών. Έτσι η γυναίκα μένει κλεισμένη, υποκείμενη και αυτή στο ευρύτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς  του άντρα, με κύριο ρόλο να κάνει παιδιά και να τα μεγαλώνει, κατά προτίμηση αρσενικά, εφόσον αυτά κληρονομούν την ολοένα αναπτυσσόμενη οικονομία γύρω από τον οίκο, την βιοτεχνία, τον μεταπρατισμό και όλες τις νέες οικονομικές δραστηριότητες, ενώ παράλληλα είναι αυτά που στρατεύονται. Έτσι, τα θηλυκά παιδιά θεωρούνται πλέον μη παραγωγικά και ο καλύτερος ρόλος που τους επιφυλάσσουν οι πατεράδες και τα αρσενικά αδέρφια τους είναι να κλείνουν συμφωνίες με αντιπάλους για να αποφύγουν κάποιο πόλεμο. Εν ολίγοις, οι επιγαμίες εφευρίσκονται ως ο πιο ασφαλής τρόπος να αποκτηθεί νέα γη. Σιγά σιγά η γυναίκα γίνεται ανταλλακτικό μέσον όπως κάποια αντικείμενα, το αλάτι για παράδειγμα, ή, αργότερα, τα μέταλλα.

 

Η θέση της γυναίκας δεν πρόκειται να αλλάξει πλέον, σε Ανατολή και Δύση, και ο βαθμός υποτέλειάς της σχετίζεται με τις κατά τόπους επικρατούσες αξίες,  θρησκείες ή ιδεολογήματα.

Η γυναίκα, ανάλογα και με την τάξη όπου ανήκε, πέρασε από πολλές εναλλαγές στην αντιμετώπισή της από τις πατριαρχικές πρακτικές, και δεν μπόρεσε να σηκώσει κεφάλι παρά αρκετά χρόνια μετά τον Διαφωτισμό (που ούτε αυτός, στο σύνολό του, σκέφτηκε να βελτιώσει ηθικά και νομικά τη θέση της γυναίκας), από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν βγήκε στους δρόμους, διεκδίκησε μια καλύτερη θέση στην κοινωνία και έκανε με μεγάλο κόπο, πόνο και δάκρυα, τον εικοστό πια αιώνα, σημαντικά βήματα.

Παρόλα αυτά ακόμα και σήμερα η γυναίκα παραμένει στο συλλογικό ασυνείδητο των ανδρών ο αποδέκτης των δικών τους βουλήσεων και όταν εκείνη δεν το δέχεται ασκούν επάνω της κάθε είδους βία -ανάλογα με την παιδεία και τον χαρακτήρα του καθενός. Γιατί, μην ξεχνάμε, ότι η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, που συντεταγμένα εκφράστηκε επί αιώνες μέσα από τις ταξικές διαφορές, δημιουργεί αντιπαλότητες ακόμα και ανάμεσα στους ανθρώπους μιας οικογένειας. Η ανέχεια, η έλλειψη παιδείας, η στέρηση αγαθών ή η οικονομική εξάρτηση, αλλά και η πτώση του ηθικού των ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, ταΐζουν τον μινώταυρο της βίας. Και δυστυχώς, συνήθως λόγω σωματικής διάπλασης, το εύκολο θύμα είναι πάλι η γυναίκα.

 

Η Μαρία Ε. Σκιαδαρέση γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολήθηκε με την προϊστορική αρχαιολογία και αργότερα με τη νεότερη ιστορία. Επί χρόνια εργάστηκε σε αρχαιολογική ανασκαφή στην Κρήτη και παράλληλα δίδαξε ιστορία σε γαλλικό λύκειο. Κείμενά της δημοσιεύονται κατά καιρούς σε περιοδικά και εφημερίδες. Έχει γράψει μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, βιβλία για παιδιά και εφήβους. Τελευταίο της βιβλίο: Σαν άνεμος-λόρδος Μπάιρον, εκδόσεις Πατάκη, 2021

Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

“Η Αλεξάνδρα Μ. Κολοντάι και το γυναικείο ζήτημα” Ένα άρθρο για τη μεγάλη φεμινίστρια από τον Κωνσταντίνο Λίχνο

 


H Αλεξάνδρα Μ. Κολοντάι αφιέρωσε τη ζωή της στην πάλη ενάντια στη γυναικεία καταπίεση, με στόχο να αναδειχθεί το γυναικείο ζήτημα σε υπόθεση ολόκληρου του εργατικού κινήματος. Οργάνωσε το πρώτο Πανρωσικό συνέδριο Γυναικών στην Πετρούπολη (1908) και μαζί με την Κλάρα Τσέτκιν συγκάλεσαν το πρώτο διεθνές συνέδριο σοσιαλιστριών γυναικών στην Στουτγάρδη (1907). Το 1910, στο δεύτερο συνέδριο στην Κοπεγχάγη, υιοθετήθηκε η 8η Μάρτη ως Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας. Μετά την επανάσταση, η Κολοντάι ανέλαβε Λαϊκός Κομισάριος για την Κοινωνική Πρόνοια και συνέχισε τη μάχη κατά της γυναικείας καταπίεσης με την ίδρυση του «Ζενοτντέλ» (Τμήμα Γυναικών, 1919) που αγωνιζόταν για την βελτίωση των συνθηκών της ζωής των γυναικών, κυρίως της υπαίθρου, την καταπολέμηση της σεξιστικής συμπεριφοράς και την υπεράσπιση των νέων νόμων περί γάμου, εκπαίδευσης και γυναικείας εργασίας, οι οποίοι τέθηκαν σε εφαρμογή μετά την επανάσταση.
     Ως μέλος της επαναστατικής κυβέρνησης, η Κολοντάι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην οργάνωση του ρωσικού σοσιαλιστικού κράτους και ήταν η συγγραφέας μεγάλου μέρους της κοινωνικής νομοθεσίας. Σκοπός της: ένας κόσμος όπου γυναίκες και άνδρες θα ήταν ισότιμοι σύντροφοι στην καθημερινή πάλη για την την οικοδόμηση του κομμουνισμού· ενός συστήματος, που θα είχε την ισότητα των φύλων στον πυρήνα του, με την εργασία του νοικοκυριού πλήρως κοινωνικοποιημένη, με επαρκή υποστήριξη για τις μητέρες (ώστε να είναι ικανές να συμβάλουν στην ανατροφή των τέκνων, χωρίς να επηρεάζεται η συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία). Ως η μόνη γυναίκα στην πρώτη κυβέρνηση των Μπολσεβίκων, ήταν υπεύθυνη για σημαντικές μεταρρυθμίσεις: νομιμοποίηση αμβλώσεων, υποστήριξη μητρότητας, εξίσωση αμοιβής ανδρών-γυναικών, δίκαιη πρόσβαση στην εκπαίδευση για τις γυναίκες, απαγόρευση της Εκκλησίας να επεμβαίνει σε ζητήματα αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος (Δεκέμβρης 1917), δυνατότητα αίτησης διαζυγίου χωρίς νομικές διατυπώσεις (Δεκέμβρης 1917), αποποινικοποίηση ομοφυλοφιλίας (1922), νομιμοποίηση ομόφυλου γάμου (1926), μεταβολή κρατικών εγγράφων μετά από επαναπροσδιορισμό φύλου (1926).
     Ως μαρξίστρια φεμινίστρια, η Κολοντάι, και έχοντας μελετήσει την ιστορία των εργατικών κινημάτων, πρωτοστάτησε σε εκστρατεία ενθάρρυνσης των εργατριών ώστε να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους, αντιτάχθηκε στην ιδεολογία του φιλελεύθερου φεμινισμού (ισότητα των γυναικών μπορεί να επιτευχθεί με νόμιμα μέσα και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και δεν χρειάζεται καθολική επαναστατική αλλαγή), και πίστευε πως η γυναικεία απελευθέρωση «θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο ως αποτέλεσμα της νίκης μιας νέας κοινωνικής τάξης και ενός διαφορετικού οικονομικού συστήματος».  Επιπλέον, πίστευε ότι πραγματικός σοσιαλισμός δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ριζική αλλαγή στην κοινωνική αντίληψη περί σεξουαλικότητας («δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς σεξουαλική επανάσταση»), έτσι ώστε να απαλλαγεί η συνείδηση από τα δεσποτικά σεξιστικά κατάλοιπα, που αποτελούσαν προέκταση των αστικών ιδεών για την ιδιοκτησία. Πιο σημαντικό από όλα, θεωρούσε τον γάμο και τις παραδοσιακές οικογενειακές μορφές, ως κληρονομιά του καταπιεστικού, βασισμένου στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, ιστορικού παρελθόντος. Τα βιβλία της (όπως το «Γυναικείο ζήτημα: Από την πρωτόγονη κοινωνία στη σύγχρονη εποχή» 1925, «Κομμουνισμός και οικογένεια» 1920), όχι μόνο αποκαλύπτουν την ουσία της εκμετάλλευσης των γυναικών και επιχειρούν να εξηγήσουν το πώς θεμελιώθηκε ιστορικά η γυναικεία υποταγή στον άντρα, αλλά, επιδιώκουν να καταδείξουν, και πως η γυναικεία καταπίεση είχε μία αρχή στην ιστορία και, συνεπώς, θα έχει και ένα τέλος (την κομμουνιστική κοινωνία).
     Μαζί με τα έργα των Άουγκουστ Μπέμπελ («Γυναίκα και Σοσιαλισμός» 1889), «Καταγωγή της Ατομικής Ιδιοκτησίας, της Οικογένειας και του Κράτους» του Φρίντριχ Ένγκελς, και τα έργα της Κλάρας Τσέτκιν (Women and Class: Toward a Socialist Feminism, 1900), οι θεωρητικές μελέτες της Κολλοντάι, έγιναν οι ακρογωνιαίοι λίθοι του Μαρξιστικού φεμινισμού και χρησιμοποιήθηκαν ως εγχειρίδιο αυτομόρφωσης πάνω στο γυναικείο ζήτημα, τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, τις σχέσεις των δύο φύλων και τον θεσμό του γάμου. Στο βιβλίο της «Κομμουνισμός και οικογένεια», αποκαλύπτει πώς η οικογένεια, από την εποχή που πρωτοεμφανίστηκε μέχρι και τον καπιταλισμό, εξελισσόταν σταθερά σε μια νομοτελειακή πορεία προς τη μορφή που θα αποκτούσε στον Κομμουνισμό. Το έργο προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον και διαβάστηκε ευρύτατα (η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε το καλοκαίρι του 1921) και όχι αδίκως, αφού συμπύκνωνε τις θεωρητικές ζυμώσεις που συντελούνταν στην μετεπαναστατική Ρωσία· όπου συντελούνταν ριζικές αλλαγές στις διαπροσωπικές σχέσεις και μετασχηματιζόταν ραγδαία η αντίληψη για τη «φύση» της γυναίκας. Σε μια περίοδο, που σε διεθνές επίπεδο ακούγονταν πολλά για την προλεταριακή δικτατορία του Σοβιετικού Συστήματος και τον αγώνα για την εξάλειψη του καπιταλισμού στη Ρωσία, το βιβλίο της Κολλοντάι έστρεψε την προσοχή σε άλλα ζητήματα που παραγκωνίζονταν (οικογενειακή ζωή στην Κομμουνιστική Δημοκρατία).

     Παρόλα αυτά, το μεταρρυθμιστικό της έργο αναχαιτίστηκε, η ίδια απομακρύνθηκε από τη θέση της (το 1923 διορίστηκε Πρέσβειρα της Σοβιετικής Ένωσης στη Νορβηγία, και αργότερα στο Μεξικό και τη Σουηδία) και η σοβιετική κοινωνία οπισθοδρόμησε. Οι περισσότερες επαναστατικές νομοθετικές ρυθμίσεις, ειδικά όσες αφορούσαν την οικογένεια, ανακλήθηκαν επί διακυβέρνησης Στάλιν. Το 1930 διαλύεται το Ζενοτντέλ, αποκαθίσταται δια νόμου ο γάμος (ως δυαδική ένωση ετερόφυλων) και η οικογένεια, απαγορεύονται οι εκτρώσεις, ποινικοποιείται η ομοφυλοφιλία και επιβάλλονται ξανά περιορισμοί στη διαδικασία διαζυγίου.
     Δεκαετίες αργότερα, με την επικράτηση των αστικών αντιλήψεων και το ρεύμα του «Νέοφεμινισμού» (σοσιαλδημοκρατικός και ριζοσπαστικός), ο οποίος  εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1960 (στις ΗΠΑ και σταδιακά και σε καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης), και παρότι βρισκόμαστε σε περίοδο που εκδηλώνεται βαθύτατη οικονομική κρίση υπερπαραγωγής και όξυνση της αντίθεσης κεφαλαίου εργασίας (που οδηγεί και σε άνοδο του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος), οι κύριες εκφάνσεις του φεμινισμού, ακόμη κι αν καταφέρνουν να αναγνωρίσουν τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, συχνά εξισώνουν τον καταπιεστικό ρόλο των ανδρών ως φύλου με τον καπιταλισμό ή υποστηρίζουν λαθεμένα, ότι με σταδιακές μεταρρυθμίσεις (στο νομικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα) μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για συνολικές αλλαγές, χωρίς ταξική σύγκρουση και συνολική ανατροπή του συστήματος. Σταδιακά, μεγάλη μερίδα της Μαρξιστικής διανόησης και η πλειοψηφία των κομμουνιστικών κομμάτων, αρχίζει να παραβλέπει το αίτημα που εκφράστηκε ρητά στο κομμουνιστικό μανιφέστο για κατάργησης της οικογένειας· μέχρι του σημείου, που αυτόπροσδιοριζόμενοι ως Μαρξιστικοί πολιτικοί και ιδεολογικοί φορείς, να αναδεικνύονται σε αμύντορες των οικογενειακών αξιών, αδιαφορώντας για τον συστημικό ρόλο της οικογένειας·  που ως κοινωνική δομή, εντάσσεται στο πλέγμα των θεσμών και σχέσεων που συγκροτούν και αναπαράγουν την κεφαλαιοκρατική εξουσία, (γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον επαναστατικό μετασχηματισμό και την κατάργηση της οικογένειας, ως καπιταλιστικό μηχανισμό, ώστε να είναι εφικτή η επαναστατική ανατροπή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων κυριαρχίας και υποταγής.).
     Για όλους τους παραπάνω λόγους, το «Κομμουνισμός και Οικογένεια» έχει πάρα πολλά να προσφέρει σήμερα, καθώς αναπτύσσεται ξανά το Γυναικείο κίνημα, παράλληλα με το αίτημα λοατκι+ για σεξουαλική απελευθέρωση. Σήμερα, τα απραγματοποίητα ιδανικά της Κολλοντάι για την απελευθέρωση των γυναικών της εργατικής τάξης, φαίνονται πιο επίκαιρα από ποτέ: Καθώς, οι νόμιμες αμβλώσεις απαγορεύονται σε μια σειρά από «ανεπτυγμένες» χώρες (Σύμφωνα µε το Κέντρο για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, σε παγκόσμιο επίπεδο, το 40% του συνόλου των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, 753 εκατομμύρια, ζουν σε χώρες όπου η άμβλωση περιορίζεται) όπως συνέβη για παράδειγμα στην Πολωνία και τις ΗΠΑ (ως τα πιο τρανταχτά παραδείγματα αυτής της οπισθοδρόμησης)· τη δημόσια υποδομή για εργασία φροντίδας να βρίσκεται υπό συνεχή επίθεση, από τις πολιτικές λιτότητας· αμέτρητες εργάτριες να αντιμετωπίζουν ακόμη μισθολογικές ανισότητες και οι ερωτικές σχέσεις να εξακολουθούν να αποτελούν προϊόν εμπορευματοποίησης.
    Δεδομένων αυτών των συνθηκών, και συνυπολογίζοντας την αναζωπύρωση της σοσιαλιστικής και φεμινιστικής οργάνωσης και σκέψης ανά τον κόσμο, είναι εύλογο πως όλο και περισσότεροι ξανά θυμούνται ή ανακαλύπτουν το έργο της Κολοντάι. Την τελευταία δεκαετία, μάλιστα, οι ιδέες της ενέπνευσαν μια σειρά από φεμινιστικά βιβλία, όπως το «Γιατί οι γυναίκες κάνουν καλύτερο σεξ κάτω από το σοσιαλισμό» της Κρίστεν Γκόντσι 2018) και το «Comrade: An Essay on Political Belonging» (Τζόντι Ντιν, 2019), και συζητούνται ευρέως στους φεμινιστικούς κύκλους. Άξιο αναφοράς είναι, πως φέτος πραγματοποιήθηκε η πρεμιέρα του έργου «Αστεροειδής 2467Κ» στο θέατρο Μικρός Κεραμεικός, απο τον Θίασο Αντάμα, το οποίο είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα «Βασιλίσα Μαλίγκινα» της Αλεξάνδρα Κολοντάι. Επίσης, σημαντικό ρόλο στην τρέχουσα αναβίωση του έργου της κομμουνίστριας συγγραφέως, έπαιξε και η Ντόρα Γκαρθία, με το ντοκιμαντέρ «Love with Obstacles» (2020), που είναι το πρώτο μέρος της ταινίας μεγάλου μήκους «Amor Rojo», η οποία επιδιώκει, σύμφωνα με τη σκηνοθέτιδα, «να κατασκευάσει ένα πληρέστερο πορτρέτο της Κολλοντάι, ώστε μέσα από την ιστορική κληρονομιά της και τη θέση της στην ιστορία των ιδεών, να συνεισφέρει σε μια σημερινή ανανεωμένη άνοδο του φεμινισμού». Με δεύτερη ταινία, «If I Could Wish for Something» (2021), η Ντόρα Γκαρθία χρησιμοποιεί ως σημείο εκκίνησης την εποχή που η Κολλοντάι βρίσκεται στο Μεξικό ως σοβιετική ή πρέσβειρα, για να εξερευνήσει τις σύγχρονες φεμινιστικές και queer διαμαρτυρίες στη χώρα της.

     Η εκδήλωση ενδιαφέροντος για το έργο της  Α. Μ. Κολοντάι, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως εξέλιξη θετική, και μέσα στο πλαίσιο αυτό, σκόπιμο θα ήταν να αναφερθούμε στο σημαντικότερο βιβλίο της, το «Το γυναικείο ζήτημα – από την πρωτόγονη κοινωνία στη σύγχρονη εποχή». Όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης (Σύγχρονη Εποχή, 2016): «Η επικαιρότητα του συγκεκριμένου έργου έγκειται στη διαφωτιστική του χρησιμότητα ως προς την ταξική ουσία και την ιστορικότητα της κοινωνικής θέσης της γυναίκας, που αφορά κατά βάση τη θέση της στην κοινωνική εργασία και, ως παράγωγο, τη θέση της στην οικογένεια και τη σχέση με το άλλο φύλο.». Στο εν λόγω έργο, πραγματοποιείται ιστορική αναδρομή της εξέλιξης της γυναικείας κοινωνικής υπόστασης από την πρωτόγονη κοινωνία μέχρι το σύγχρονο καπιταλισμό, καθώς και ανασκόπηση των μαχών που έδωσε το γυναικείο κίνημα από τα πρώτα του βήματα, την περίοδο της γαλλικής επανάστασης, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.
     Το βιβλίο βασίζεται σε δώδεκα διαλέξεις που έδωσε η συγγραφέας το 1921 στο πανεπιστήμιο Σβερντλόβ του Λένινγκραντ, σε φοιτήτριες που προετοιμάζονταν για να δουλέψουν στους γυναικείους τομείς. Στόχος της Κολοντάι, ήταν να αποχτήσουν οι νέες γυναίκες μία γενική άποψη της μαρξιστικής θεωρίας επάνω στο γυναικείο ζήτημα. Για να το πετύχει αυτό -και να αποδείξει πως η γυναικεία καταπίεση είναι γέννημα της ταξικής κοινωνίας και μπορεί να ξεπεραστεί με την ανατροπή της-, εκκινεί την ανάλυσή της από την πρωτόγονη κοινωνία, συνεχίζει στο δουλοκτητικό σύστημα, τη φεουδαρχία, την περίοδο άνθισης της βιοτεχνικής παραγωγής και τελικά φτάνει στην εποχή του καπιταλισμού, επιχειρώντας να γκρεμίσει τους αστικούς μύθους περί «γυναικείας φύσης», και να καταδείξει πως ο ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία, τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματά της, αλλά και οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει εντός του γάμου, καθορίζονται από τη θέση της στην παραγωγή διαδικασία.
     Την περίοδο του πρωτόγονου κομμουνισμού άλλωστε, η γυναίκα απολάμβανε απόλυτη ισότητα δικαιωμάτων μέσα στη φυλή, γιατί ασχολούταν με τη γεωργία που ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωση της κοινότητας.  Η θέση της μέσα στην κοινωνία ανατράπηκε, όταν το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από ένα οικονομικό σύστημα βασισμένο στην ιδιοκτησία και την εμπορευματική παραγωγή, με αποτέλεσμα τον διαχωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις. Η άμεση συνέπεια της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, ήταν να διαμορφωθούν νέες συνθήκες, οι οποίες απαιτούσαν πλέον ένα οικιακό νοικοκυριό· το οποίο, σε αντίθεση με το κοινοτικό νοικοκυριό, θα οδηγούσε σε μια νέου τύπου κλειστή οικογένεια, εντός της οποίας, η γυναίκα θα υποβιβαζόταν σε όργανο τεκνοποίησης και θα υποδουλωνόταν πλήρως στην εξουσία του πατέρα/συζύγου.
     Αιώνες αργότερα, ο καπιταλισμός εξώθησε τις γυναίκες σε μαζική είσοδο στην παραγωγική διαδικασία και, συνεπώς, δημιούργησε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την απελευθέρωσή τους από την ανδρική καταπίεση. Φυσικά, το γεγονός πως οι γυναίκες απέκτησαν πρωτόγνωρες νομικές ελευθερίες και πολιτικά δικαιώματα στον καπιταλισμό (για όλες τους τις κατακτήσεις, βέβαια, θα έπρεπε να αγωνιστούν σκληρά), επειδή το σύστημα δημιούργησε τις κοινωνικές συνθήκες που ευνόησαν τη διαδικασία της γυναικείας χειραφέτησης, δεν σημαίνει από μόνο του κάτι· καθότι, το ίδιο θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε και για την εργατική τάξη στο σύνολό της (από κάθε άποψη, ο προλετάριος έχει περισσότερες ελευθερίες από τον κολίγο ή τον σκλάβο).
     Ακόμη και με την ένταξη των γυναικών στην παραγωγή, βέβαια, η έμφυλη καταπίεση συνεχίζει να υφίσταται και διαρκώς να μετασχηματίζεται. Ακόμα και σε συνθήκες του ανεπτυγμένου δυτικού καπιταλισμού (πχ Σουηδία), η θέση των γυναικών κάθε άλλο παρά απαλλαγμένη από τις έμφυλες σχέσεις εξουσίας είναι· και θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε την πατριαρχία, ως στοιχείο του εποικοδομήματος, το οποίο προκύπτει μεν από τις οικονομικές σχέσεις, αλλά διατηρεί σχετική αυτονομία και μετασχηματίζεται (ακολουθώντας την εξέλιξη του εκμεταλλευτικού συστήματος, συνεχίζοντας να παράγει σχέσεις εξουσίας).
     Σύμφωνα με τη Μαρξιστική θεώρηση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, η συνείδηση του ατόμου καθορίζεται από τις ταξικές σχέσεις, την θέση που έχει το κάθε άτομο μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Οι μαρξιστές φεμινιστές, λοιπόν, βλέπουν την ανισότητα των φύλων να καθορίζεται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και τους κοινωνικούς διαχωρισμούς που σχετίζονται με την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας. Παρόλο που  η καταπίεση του φύλου αποτελεί στοιχείο που κληρονόμησε ο καπιταλισμός από προηγούμενες κοινωνικές μορφές (Ένγκελς), η υποταγή της γυναίκας στον άντρα, θεωρείται μορφή υποδούλωσης που διατηρείται, γιατί εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου.
     Επάνω στο λεπτό ζήτημα της διερεύνησης της σχέσης ανάμεσα στην τάξη και το φύλο, έχουν προκύψει πολλών ειδών θεωρητικές στρεβλώσεις. Οι συνηθέστερες είναι, είτε να γίνεται αναγωγή του φύλου σε τάξη (μεταμοντέρνα φεμινιστικά ρεύματα), είτε η τάξη να θεωρείται άφυλη (όπως σε αρκετές αναγνώσεις του παραδοσιακού μαρξισμού). Η πρώτη προσέγγιση αποκόπτει τους αγώνες για τη γυναικεία χειραφέτηση από το εργατικό κίνημα, παραβλέποντας την ταξική καταπίεση, ενώ η δεύτερη πρεσβεύει, πως το ζήτημα του φύλου είναι μια δευτερεύουσα αντίθεση που προκύπτει από τη βασική αντίφαση, οδηγώντας σε ουσιαστική υποβάθμιση του ζητήματος από την πλειοψηφία των μαρξιστικών ρευμάτων. Φτάνοντας, μάλιστα, σε σημείο, να ενσωματώνει όλη την κυρίαρχη πατριαρχική αντίληψη του καπιταλισμού και να οδηγεί την κομμουνιστική ρητορική σε αναπαραγωγή καθαρά σεξιστικών απόψεων και πρακτικών.

     Οι παραπάνω στρεβλώσεις, είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο το έργο της Αλεξάνδρας Κολλοντάι επιβάλλεται να μελετηθεί. Η θεωρητική της ανάλυση, αποτελεί σημαντική συνεισφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα, καθώς συνδέει διαλεκτικά το φύλο με την τάξη, και εστιάζει στην ανατροπή του καπιταλισμού, ως μόνου τρόπου για την απελευθέρωση των γυναικών (το φύλο διαπερνά την τάξη, οδηγώντας σε επιπλέον καταπιέσεις· οι οποίες δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας για το υποκείμενο που τις βιώνει, αλλά και για το υποκείμενο που τις αναπαράγει· αναπαράγοντας ταυτόχρονα, πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας, που θα αποτελούν προσκόμματα στον αγώνα για την αταξική κοινωνία της έμφυλης ισότητας). Η Κολλοντάι αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η θέση της γυναίκας είναι πάντα συνέπεια του είδους της εργασίας που προσφέρει στη συγκεκριμένη στιγμή εξέλιξης ενός συγκεκριμένου κοινωνικό-οικονομικού συστήματος», και είναι εξαιρετικά κρίσιμο, να αντιληφθούμε πώς μεταφράζεται η παραπάνω θέση στην εποχή του ύστερου καπιταλισμού, όπου στον δυτικό κόσμο, το είδος εργασίας που προσφέρουν οι γυναίκες δε διαφέρει σημαντικά από αυτό των αντρών.
     Επειδή η πατριαρχία ανήκει στο εποικοδόμημα (παράγοντας ιδεολογία, η οποία αποτελεί κομμάτι της κυρίαρχης ιδεολογίας), δεν σημαίνει πως με την πτώση του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της αταξικής κοινωνίας θα εξαλειφθεί αυτόματα (δίχως να αποδομηθούν οι σχέσεις εξουσίας που τη γεννούν). Το γεγονός, πως σε σύγκριση με άλλα στοιχεία της κυρίαρχης ιδεολογίας, είναι διάχυτη σε όλα τα πεδία και δεν εκπορεύεται από ένα συγκεκριμένο μηχανισμό, ενώ συνήθως φυσικοποιείται στο όνομα της βιολογικής διαφοράς· την καθιστά εξαιρετικά ικανή να ενσωματώνεται στη συνείδηση των κοινωνικών υποκείμενων, και ιδιαίτερα πολύπλοκη ώστε να μελετηθεί επαρκώς και να γίνει πλήρως αντιληπτή.  
     Προσπαθώντας να ορίσουμε την πατριαρχία και τη σχέση της με τον καπιταλισμό, τη σχέση φύλου-τάξης, και τη σύνδεση μαρξισμού και φεμινισμού, θα επιστρέψουμε και πάλι στο έργο της Α. Κολοντάι·  η οποία προχωράει σε μια εκλαΐκευση των θέσεων του Ένγκελς για τη θέση της γυναίκας από την πρωτόγονη εποχή μέχρι τα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής Επανάστασης, και επιδιώκει μια φεμινιστική προσέγγιση, προτείνοντας θέσεις για το μετασχηματισμό της οικογένειας στη σοσιαλιστική πραγματικότητα. Περιγράφοντας, όπως και ο Ένγκελς, ως διπλή τη γυναικεία καταπίεση, όμως, κινδυνεύει να οδηγηθεί σε μια απλούστευση που θα μας εξαναγκάζει να θεωρούμε εγγενές στοιχείο της γυναικείας ταυτότητας το νοικοκυριό και τη μητρότητα (μαζί με τα κοινωνικώς καθορισμένα επακόλουθά της). Μια διπλή καταπίεση, δηλαδή, που προκύπτει από τον «βιολογικά επιβεβλημένο» περιορισμό της γυναίκας στο σπίτι και την ανατροφή των παιδιών, σε συνδυασμό με την εκμετάλλευση των γυναικών και ως μέλη της εργατικής τάξης.
    Η παραπάνω απλούστευση, είναι και ο λόγος, που ο φεμινισμός της παραδοσιακής μαρξιστικής ανάγνωσης, συχνά εκλαμβάνει τη γυναίκα ως «Μητέρα», και αγνοεί παντελώς τον όποιο ρόλο του πατέρα στην ανατροφή των παιδιών. Η αντίληψη αυτή αναπαράγει μια φυσικοποίηση του ρόλου της γυναίκας, η οποία, ελλείψει κράτους πρόνοιας θα αναγκαστεί να αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος της οικιακής εργασίας και, συνεπώς, θα υφίσταται διπλή καταπίεση, ως γυναίκα και εργαζόμενη (η έμφυλη καταπίεση, λοιπόν, αντιμετωπίζεται ως απλό υπο-σύμπτωμα της ταξικής, ως απόρροια της απουσίας κράτους πρόνοιας). Το αποτέλεσμα αυτής της στρέβλωσης είναι: η συστηματική υποβάθμιση του γυναικείου ζητήματος (και του ζητήματος του σεξουαλικού προσανατολισμού, μορφών γάμου, οικογένειας κλπ), ως κάτι που δεν αφορά τον αγώνα για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης από τα δεσμά του κεφαλαίου, κάτι δευτερεύον, που θα λυθεί αυτόματα με την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας.
     Αυτή η αποτυχία του κλασικού μαρξισμού να συλλάβει ολοκληρωμένα την καταπίεση λόγω φύλου, είναι αποτέλεσμα του γεγονότος, ότι ο μαρξισμός σε μεγάλο βαθμό παρέμεινε σχετικά αδιάφορος για το φύλο· και η σύγχρονη Αριστερή διανόηση, επέδειξε ιδεολογική αμηχανία και ανικανότητα να διατηρήσει μια ολοκληρωμένη μαρξιστική θεώρηση απέναντι στους θεσμούς της οικογένειας και του γάμου· αδυνατώντας να τους αντιμετωπίσει ως εργαλεία της αστικής εξουσίας και ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους· ενώ, αντίθετα, συχνά τους αναγνώρισε ως ιδιωτικούς χώρους, βιολογικά καθορισμένους, απομονωμένους από τη δημόσια σφαίρα, εντός των οποίων ενταφίασε συνολικά και τα ζητήματα της σεξουαλικότητας.
     Τα ιδεολογήματα της αστικής τάξης για «βιολογική κατωτερότητα» της γυναίκας, που συνεχίζουν να επανέρχονται μέχρι σήμερα, και η βιοκεντρική πρόσληψη του φύλου (που παραβλέπει τον τρόπο οργάνωσης της οικονομίας και τους κοινωνικούς θεσμούς που δημιουργούνται βάση αυτής, υπό το καθεστώς τον οποίων οι άνθρωποι διαμορφώνουν τους κοινωνικούς τους ρόλους)· η παράβλεψη του αντιδραστικού ρόλου της οικογενειακής δομής και της ανάγκης του επαναστατικού μετασχηματισμού της· η πολιτική αμηχανία απέναντι στον αγώνα για σεξουαλική απελευθέρωση και επαρκή διαχωρισμό του βιολογικού φύλου από τον σεξουαλικό προσανατολισμό και τους κοινωνικούς ρόλους (στους οποίους προσαρμόζονται τα κοινωνικά υποκείμενα, και με βάσει το βιολογικό τους φύλο), ακρωτηριάζουν τον Μαρξιστικό φεμινισμό και τον εμποδίζουν να αποκαλύψει τον κοινό δρόμο πάλης για την ταυτόχρονη ανατροπή της έμφυλης και ταξική καταπίεσης· καθιστώντας αναγκαία την κριτική μελέτη του έργου της Α.Μ. Κολοντάι, καθώς η τελευταία, πάνω από όλα, επιχείρησε να γκρεμίσει τους αστικούς μύθους γύρω από τη «γυναικεία φύση», τον γάμο και την οικογένεια· με στόχο την γυναικεία απελευθέρωση που «θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο ως αποτέλεσμα της νίκης μιας νέας κοινωνικής τάξης και ενός διαφορετικού οικονομικού συστήματος».

Κωνσταντίνος Λίχνος

 

Ο Κωνσταντίνος Λίχνος είναι συγγραφέας, μέλος του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος.