"Η γλώσσα ως εξουσιαστικός έλεγχος κατασκευής του φύλου αλλά και ζωντανός Οργανισμός", της Ελένης Πριοβόλου

 


Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται διαρκώς και αναπροσαρμόζεται στις ανάγκες μιας ταχύτατα μεταβαλλόμενης κοινωνίας. Οι μετατροπές, μεταλλάξεις, μεταποιήσεις, «αυθαιρεσίες» δεν σημαίνουν αλλοίωση της γλώσσας αλλά απλά εξέλιξη που μοιραία περιλαμβάνει δάνεια, καινούριους γραμματικούς τύπους και συντακτικό που καθορίζονται από τη χρήση και τις αναγκαιότητες, διατηρώντας ωστόσο τον κορμό της γλώσσας ενεργό για πάνω από 4000 χρόνια, όσον αφορά την Ελληνική γλώσσα.

Δανεικές λέξεις εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο και υιοθετούνται ακόμα και αν στην αρχή ξενίζουν. Όσο για την ορθότητα των γραμματικών τύπων εξαρτώνται από την εκτεταμένη χρήση τους.

Ιστορικά η γλώσσα μας είχε πολλές διαλέκτους οι οποίες αποτέλεσαν στο βάθος του ιστορικού χρόνου την κοινή νεοελληνική.

Οι μάχες για την γλώσσα στο παρελθόν έφταναν μέχρι την εμφύλια σύρραξη. Παλιά και Νέα Αθηναϊκή Σχολή αλληλοϋβρίζονταν. Αρχαϊστές  και οπαδοί του δημοτικισμού προκαλούσαν ταραχές και αιματοχυσίες. Τα «Ορεστικά» και τα «Ευαγγελικά» αποτέλεσαν μαύρες σελίδες στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος. Οι «μαλλιαροί» ήταν οι κατάπτυστοι και επικίνδυνοι οπαδοί του Σοσιαλισμού αρχικά και του Κομμουνισμού μετέπειτα. Όσο για τη γλώσσα του Αναρχισμού θεωρούνταν  το σκουπίδι συνυφασμένο με την  αντεργκράουντ κουλτούρα. Στην ιστορική εξέλιξη της γλώσσας έρχεται να προστεθεί και η γλώσσα της σωματικότητας, του φύλου και τις εμπειρίας όπως διαμορφώθηκε μέσα από τους αγώνες του φεμινιστικού κινήματος.

Ωστόσο από την δεκαετία του ’30 άρχισε να υπάρχει μια ανεκτικότητα στη γλωσσική ποικιλότητα. Δεν είχαμε ανοικτές συγκρούσεις αλλά παρασκηνιακές ζυμώσεις από τους γλωσσολόγους, φιλολόγους και κριτικούς λογοτεχνίας,  που κοιτούσαν με περιφρόνηση την γλωσσοπλαστική τάση στην ποίηση και τον πεζό λόγο.  Όμως οι γλωσσοπλάστριες-στες  δημιούργησαν την υψηλή μας  πεζογραφία και ποίηση.

Και ερχόμαστε στις  μέρες μας, όπου πνέει ο άνεμος της ανεκτικότητας, της συμπερίληψης και της προσπάθειας απαλλαγής της γλώσσας από το πατριαρχικό μοντέλο. Μέσα σε αυτή την πάλη έρχονται λέξεις που καθιερώνουν το θηλυκό υποκείμενο αποκομμένο από το αντρικό καθιερωμένο. Έτσι θηλυκοποιείται ο συγγραφέας σε συγγράφισσα,  και καθόλου δεν είναι να σηκώνει θύελλες αντιδράσεων, αλλά να γίνει κατανοητός ο λόγος και να ενταχθεί στη νέα γραμματική. Η γλώσσα της αφήγησης μετατοπίζεται όταν αλλάζει υποκείμενο. Η γραφή είναι μια κατάσταση ρευστή, μη γραμμική, συνδεδεμένη με το σώμα και την επιθυμία, που αντιστέκεται στη λογική και την ιεραρχική δομή της αντρικής γλώσσας. Πειραματίζεται ριζικά με τη γραμματική και καταργεί ή ανατρέπει τα φύλα της γλώσσας. Η επανέκδοση των λέξεων και των εννοιών από τη γυναικεία σκοπιά, επανανοηματοδοτεί τη σχέση σώματος-γλώσσας-εξουσίας.

Στη σημερινή γραφή συναντούμε τη χρήση τύπων ως καθολικών. Ποιήτριες αντί για ποιητές, βουλεύτριες αντί για βουλευτές, φοιτήτριες αντί για φοιτητές, γιατρίνες αντί για γιατρούς κοκ.

Συναντούμε σπασμένη σύνταξη και αποφυγή γραμματικής «κανονικότητας».

Δίνεται έμφαση στο σώμα, την εμπειρία, τη φροντίδα, και τη μνήμη.

Η γραμματική πολιτικοποιείται και αυτή είναι μια επανάσταση. Η γυναίκα και οι θηλυκότητες δεν είναι απλά φύλα αλλά τρόπος ύπαρξης. Η επαναδιατύπωση του υποκειμένου καθιστά τη γλώσσα υποκειμενική και συναισθηματική. Για τούτο παρέχει το δικαίωμα στα φύλα της ποικιλότητας να χρησιμοποιούν @ ή * στην κατάληξη. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα του άλλου να εκφράσει την εμπειρία του σύμφωνα με τον συναισθηματικό του κόσμο και τον τρόπο που αυτοπροσδιορίζεται. Το αποτέλεσμα του λογοτεχνικού κειμένου με τους συμβολισμούς στις καταλήξεις θα κριθεί με κριτήρια αισθητικά ως προϊόν καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Η Ζωή Καρέλλη εμφανίζει τις γυναίκες ως συλλογικό υποκείμενο αντικαθιστώντας στην ποίησή της το αρσενικό «ο άνθρωπος» με το θηλυκό «η άνθρωπος», δίνοντας υπαρξιακό και φιλοσοφικό περιεχόμενο στην γυναίκα. Η κριτική τότε το δέχτηκε με επιφυλακτικότητα. Δεν καταγράφεται βέβαια κάποια μαζική αντίδραση αλλά πολλοί κριτικοί, άντρες, απέφυγαν να τονίσουν τη διάσταση του φύλου. Το ερώτημα της Καρέλλη διακινήθηκε περισσότερο ως υπαρξιακό παρά ως φεμινιστικό και υποτιμήθηκε εντέχνως η ριζοσπαστικοποίηση του θέματος. Εντάχθηκε έτσι στα μεγάλα ερωτήματα που δεν συζητιούνται ανοιχτά. Η περιορισμένη ανάδειξη της έμφυλης διάστασης από την κριτική της εποχής υποδηλώνει όχι απλά την απουσία ριζοσπαστικής άποψης αλλά και την αδυναμία πρόσληψης του ζητήματος.

Επίσης, η Κική Δημουλά και η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, δεν μεταβάλλουν άμεσα τη μορφή της γλώσσας αλλά επαναπροσδιορίζουν τη σημασία της μέσα από την υποκειμενικότητα και την ειρωνεία. Ταυτίζουν τη γυναίκα με την απουσία και το τραύμα. Ιδιαίτερα η Δημουλά δεν αλλάζει τη γραμματική αλλά αποδομεί τη σημασία της και εισάγει την ειρωνεία. «Το σώμα μιλά πριν από τις λέξεις» γράφει η Μαρία Λαϊνά σε μια αισθητική και υπαρξιακή κατάσταση. Στο έργο της Μάρως Δούκα μελετάμε την έμφαση στη γυναικεία αφήγηση και εμπειρία αναδεικνύοντας πώς η γλώσσα της αφήγησης μετατοπίζεται όταν αλλάζει υποκείμενο.

Η Moniqke Wittig στο Les Guerilleres χρησιμοποιεί θηλυκό γένος ως καθολικό, με αντιστροφή της γλωσσικής κανονικότητας, πολιτικοποίηση της γραμματικής, κατάργηση του αντρικού ουδέτερου.

Η Helene Cixous, μορφή της έννοιας «θηλυκή γραφή» προτείνει μια γραφή συνδεδεμένη με το σώμα και την επιθυμία, που αντιστέκεται στη λογική και τη δομή της «αντρικής γλώσσας».

Τέλος η Margaret Atwood,  αφηγηματική στο σύνολο του έργου της, δείχνει πως η γλώσσα ελέγχει και κατασκευάζει το φύλο. Όμως δείχνει και τον τρόπο πώς αυτό μπορεί να ανατραπεί.

Εν κατακλείδι, η ανακατασκευή της γλώσσας, η επαναδιεκδίκηση των λέξεων από τη γυναικεία σκοπιά, επανανοηματοδοτεί τη σχέση σώματος-γλώσσας-εξουσίας.

Είναι πράξη πολιτική.

 

*Η Ελένη Πριοβόλου είναι συγγραφέας, μέλος του δικτύου Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ

 

"Λόγος και σιωπή", της Λίλας Κονομάρας

 


Όταν ήμουν 12 χρονών, επέστρεφα ένα βράδυ στο σπίτι, μετά το μάθημα πιάνου. Στο λεωφορείο, σηκώθηκα και έδωσα τη θέση μου σε μια μεγάλη γυναίκα. Ένας μεσήλικας άρχισε να με συγχαίρει στριμώχνοντάς με περίεργα. Όταν κατέβηκα, με ακολούθησε. Δεν κατάλαβα καν πώς έγινε, πάντως με έκανε τον γύρο του τετραγώνου ενώ με είχε πιάσει σφιχτά και με πασπάτευε. Κάποια στιγμή, του ξέφυγα και έτρεξα να περάσω απέναντι. Με πρόλαβε. Μου είπε ότι θα ξανάρθει να με βρει. Κατάφερα τελικά να φύγω τρέχοντας. Στο σπίτι δεν μίλησα σε κανέναν γι’ αυτό ούτε εκείνο το βράδυ ούτε αργότερα. Επικρατούσε μέσα μου μια τεράστια σύγχυση, ένιωθα πράγματα που δεν είχαν όνομα και κυρίως τεράστιο φόβο και ενοχή. Μετά από πολλά χρόνια ανακάλυψα ότι όλες οι γυναίκες της γενιάς μου είχαν μια παρόμοια ιστορία να διηγηθούν. Ούτε κι εκείνες είχαν μιλήσει όταν τους συνέβη.

Αυτές οι ιστορίες δεν αφορούν φυσικά τη δική μου γενιά αποκλειστικά. Ξεκινούν από πολύ παλιά. Οι μυθολογίες, οι θρησκείες, αλλά και η λογοτεχνία αποτύπωσαν με διάφορους τρόπους τις έμφυλες ιεραρχίες και την αδυναμία της γυναίκας να αντιταχθεί σωματικά και λεκτικά στην ανδρική εξουσία. Στην ελληνική μυθολογία, το θέμα της αρπαγής και του βιασμού επανέρχεται συχνά, με κύριο εκφραστή τον Δία. Τα θύματά του εμφανίζονται πάντα άλαλα και παντελώς ανίσχυρα και τις περισσότερες φορές εκείνα είναι που τιμωρούνται από την Ήρα. Σε πολλούς πολιτισμούς, η βιασμένη γυναίκα διαπομπεύεται γιατί έχασε την αγνότητά της. Στη λογοτεχνία, όπου βρίθουν τα παραδείγματα, ενδεικτικά αναφέρω την περίπτωση της Έστερ Πριν στο «Άλικο γράμμα» του Χώθορν (μτφρ. Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος)  όπου η ηρωίδα, έχοντας μείνει έγκυος από τον εφημέριο, αποσιωπά το γεγονός και στιγματίζεται δια βίου όντας αναγκασμένη να έχει καρφιτσωμένο στον κόρφο της το γράμμα «Α» το αρχικό γράμμα της λέξης adulteress (μοιχαλίδα). Εκτός από το θέμα της διαπόμπευσης, εμφανίζεται επίσης και το θέμα της επιβίωσης που εξαναγκάζει τις κακοποιημένες γυναίκες στη σιωπή, όπως στην περίπτωση της υπηρέτριας Ροζαλί Πρυντάν, της σπαρακτικής αυτής ηρωίδας του Μοπασάν που, μένοντας έγκυος από τον ανιψιό της οικογένειας στην οποία δουλεύει, κρύβει το γεγονός φοβούμενη ότι θα χάσει τη δουλειά της και αναγκάζεται να σκοτώσει τα παιδιά της μόλις τα γεννάει γιατί παρά τις αιματηρές οικονομίες που έκανε δεν είχε λογαριάσει ότι θα αποκτήσει δίδυμα και συνειδητοποιεί ότι δεν θα μπορέσει να τα θρέψει.

Γιατί τα θύματα κακοποίησης ή βιασμού αργούν να μιλήσουν ή δεν μιλούν και ποτέ;

Σε μια πατριαρχική κοινωνία, όπως ειπώθηκε ήδη, η γυναίκα εσωτερικεύει από πολύ μικρή ηλικία, ορισμένα έμφυλα πρότυπα τα οποία έχουν αντίκτυπο στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και στη συμπεριφορά της. Μεγαλώνει ενσωματώνοντας την υποταγή απέναντι στην εξουσία του ανδρικού φύλου αφενός, τον φόβο και την ενοχή αφετέρου. Τα πρότυπα αυτά διαμορφώνονται και ενισχύονται από τον δημόσιο λόγο, το κοινωνικό περιβάλλον, την εκπαίδευση, την κυρίαρχη κουλτούρα -αφηγήματα, ταινίες, τραγούδια, διαφημίσεις. Ακόμα και σήμερα, το κρίμα πέφτει στη γυναίκα σε πολλές περιπτώσεις. Αυτή φέρει την ευθύνη που κακοποιήθηκε γιατί προκάλεσε τον άντρα, αυτή πάλι φταίει γιατί δεν ήταν αρκετά καλή για να τον κρατήσει, φταίει όταν δεν έχει σπουδάσει ή δεν μοιάζει με σούπερ μόντελ γιατί είναι μια ανιαρή νοικοκυρούλα, όταν αποκτά επαγγελματική καταξίωση πάλι φταίει, είναι μια σκύλα που δεν έκανε παιδιά και δεν εκπλήρωσε τον βασικό της ρόλο, φταίει όταν αντιτίθεται στον κυρίαρχο λόγο των ανδρών, είναι «μια κακογαμημένη» γι’ αυτό τα λέει αυτά, όπως ειπώθηκε για τη γυναίκα συγγραφέα στη Γαλλία που τόλμησε να αντιπαρατεθεί στον διανοούμενο που βίαζε μικρά παιδιά. Η γυναίκα έχει λοιπόν μακρά θητεία στην ενοχή και στον φόβο. Γιατί η αντρική εξουσία, όπως και κάθε εξουσία, κατασκευάζει λεκτικά και γνωσιολογικά πλαίσια που νομιμοποιούν και επικυρώνουν πρακτικές υποταγής.

Ένας δεύτερος λόγος που τα θύματα δεν μιλούν είναι ότι πέρα από την ενοχή και τον φόβο, η γυναίκα έχει κυρίως μακρά θητεία στη σιωπή. Ας μην ξεχνάμε πως επί αιώνες, ήταν αποκλεισμένη από τον δημόσιο λόγο. Γιατί ο λόγος είναι πράξη, είναι δύναμη που δρα και μεταμορφώνει την πραγματικότητα, γι’ αυτό και σε διάφορες μυθολογίες, αλλά και στη Βίβλο, ο λόγος είναι εκείνος που δημιουργεί τον κόσμο. Γι’ αυτό και δόθηκε πάντα τόσο μεγάλη σημασία στον λόγο, στις ευλογίες και στις κατάρες, στους όρκους που δεν πρέπει να πατήσουμε, στα μαγικά ξόρκια. Μήπως η γυναίκα, αν μαζί με τη δυνατότητα της τεκνοποιίας αποκτούσε πρόσβαση στον λόγο, θα αποκτούσε και τεράστια εξουσία; Σε κάποιους πρωτόγονους πολιτισμούς αλλά και στην κλασική αρχαιότητα, η γυναίκα είναι αποκλεισμένη από την γνώση των ιερών πραγμάτων, δηλαδή των ιδρυτικών μύθων της κοινότητας. Γιατί ο μύθος είναι πρώτα απ’ όλα ο λόγος που εκφέρεται και ο οποίος επαναλαμβανόμενος εγκαθιδρύει μια πραγματικότητα που συνεπάγεται δύναμη και εξουσία. Στην αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα δεν μπορεί να πάρει δημόσια τον λόγο, να αγορεύσει. «Όπως συνηθίζεται σε όλες τις χριστιανικές εκκλησίες» λέει ο απόστολος Παύλος στην Α’ επιστολή προς Κορινθίους, (14: 34-35) «οι γυναίκες στις συνάξεις οφείλουν να σιωπούν. Δεν τους επιτρέπεται να μιλούν, αλλά, καθώς το λέει ο νόμος, να υποτάσσονται.» Στις λεγόμενες «μάγισσες» στο Μεσαίωνα έβαζαν μια πέτρα στο στόμα πριν τις εκτελέσουν. Η γυναίκα δεν έχει επί αιώνες πρόσβαση στην ιεροσύνη ούτε και δικαίωμα ψήφου και συμμετοχής στα κοινά. Επιπλέον στερείται και το δικαίωμα στη μόρφωση. Πολλές γυναίκες συγγραφείς, ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι και τον 19ο αιώνα, αναγκάζονταν να δημοσιεύουν τα γραπτά τους με αρσενικό ψευδώνυμο (Τζώρτζ Έλιοτ, αδελφές Μπροντέ κλπ.). Ο γυναικείος λόγος περιορίζεται στον ιδιωτικό χώρο, στον γυναικωνίτη, μεταφέρεται από στόμα σε στόμα στις αυλές, στη βρύση, στη γειτονιά. Ακόμα κι εκεί όμως υπάρχουν απαγορεύσεις. «Μη μιλάς», «μην αντιμιλάς στον πατέρα σου ή στο σύζυγό σου» ήταν μία γνώριμη και επαναλαμβανόμενη εντολή. Η ίδια η γλώσσα άλλωστε αντικατοπτρίζει αυτόν τον αποκλεισμό. Το βλέπουμε στη γενικευτική χρήση του αρσενικού γένους,  στα τόσα επαγγέλματα που μέχρι πρόσφατα στερούνταν θηλυκού γένους, στη γενική κτητική του επωνύμου της γυναίκας.

Η σιωπηρή αποδοχή είναι λοιπόν μια βαθύτατη εγγραφή στον ψυχισμό της γυναίκας. Διαμορφώνει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της,  συγκροτεί την ταυτότητά της, διαχειρίζεται τραύματα και κάθε είδους κακοποιήσεις και αποτελεί τη νόρμα που διέπει ακόμα και σήμερα πολλές σχέσεις. Το να αρθρώσεις λόγο και να επαναστατήσεις απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας δεν είναι απλό όπως όλοι ξέρουμε. Πώς λοιπόν οι γυναίκες, εγκλωβισμένες ανάμεσα σε οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, φιμωμένες και καταδικασμένες στην αλαλία, να ορθώσουν το ανάστημά τους και να διεκδικήσουν δημόσια το δίκιο τους, όταν για αιώνες δεν τους επιτρεπόταν, όταν δεν είχαν καν λέξεις γι’ αυτό; Πώς να αμφισβητήσουν τις εντολές με βάση τις οποίες μεγάλωσαν που στόχο είχαν να καταπνίξουν τη φωνή τους και να τις πείσουν ότι αντί για θύματα, είναι υπόλογες; Πώς να τα βγάλουν πέρα με έναν μορφωμένο άντρα που παρέτασσε τα επιχειρήματά του τόσο πειστικά και μπορούσε να τις παραπλανήσει σχετικά με τα αισθήματα και τις προθέσεις του; Ο γυναικείος λόγος, όποτε στάθηκε δυνατόν να αρθρωθεί λοιδορήθηκε, υποτιμήθηκε, χαρακτηρίστηκε παραλήρημα όπου κυριαρχεί το συναίσθημα και το ένστικτο χωρίς κανέναν ορθολογισμό και αυτοκυριαρχία. Ο λόγος λοιπόν, όποτε υπήρχε λόγος, κινδύνευε να παρερμηνευτεί ή να οδηγήσει σε δημόσια κατακραυγή έως και απώλεια της ίδιας της ζωής του θύματος. Υπήρχε πάντα άλλωστε ένα ολόκληρο σύστημα που υποστήριζε την εξουσία, ακόμα και το δικαστικό όπως είδαμε σε πολλές περιπτώσεις μέχρι πρόσφατα. Αν προσθέσουμε σ’ αυτό και το γεγονός ότι πολλές γυναίκες αρνούνταν να αποδεχτούν την κακοποίηση, είτε γιατί ήταν πολύ τραυματική και ήθελαν να ξεχάσουν είτε γιατί διέφερε από τα στερεότυπα που υπάρχουν για το τι είναι βιασμός και τι όχι, για πολλά χρόνια, τα στόματα παρέμεναν και παραμένουν ακόμα συχνά ερμητικά κλειστά. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, «κάθε χρόνο στην Ελλάδα διαπράττονται σχεδόν 5 000 βιασμοί, ενώ στην Ευρώπη των 28 περίπου το 12%-15% των γυναικών εκτιμάται ότι είχαν κάποια βίαιη σχέση μετά την ηλικία των 16 ετών. Οι βιασμοί, τετελεσμένοι και σε απόπειρα, που δηλώνονται στις διωκτικές αρχές, είναι ελάχιστοι σε σχέση με τους μη καταγγελθέντες.»

Μετά από πολλούς αγώνες, ο γυναικείος λόγος διεκδίκησε τον χώρο του στη δημόσια σφαίρα. Το φεμινιστικό κίνημα και τελευταία το me too έσπασαν τη σιωπή καταγγέλλοντας την κατάχρηση εξουσίας των ανδρών εις βάρος των γυναικών και τις διαφόρων ειδών κακοποιήσεις. Η λογοτεχνία, που απηχεί πάντα τα σημεία των καιρών, αποτυπώνει και πάλι την κοινωνική αυτή μετατόπιση. Η έλλειψη ενεργής αντίστασης του θύματος βιασμού ή οποιασδήποτε μορφής κακοποίησης δεν συνιστά καταφατική βούλησή του, λέει η Βανέσα Σπρινγκορά στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Συναίνεση» (μτφρ. Γ. Κ. Μιχαηλίδης, εκδ. Μετρονόμος) όπου μιλάει για την κακοποίηση που υπέστη 40 χρόνια αργότερα. Ποιον λόγο είναι σε θέση να εκφέρει μια κοπέλα 14 χρονών, απέναντι στον διανοούμενο κοινωνικού κύρους πενηντάρη που την αποπλανά χειραγωγώντας την και διαστρεβλώνοντας εντελώς τόσο την ίδια της την εικόνα όσο και την αντίληψή της για τις ερωτικές σχέσεις; Το “όχι” σημαίνει “όχι”, το “ναι” τι σημαίνει; αναρωτιέται ο Ευάρεστος Πιμπλής στο μυθιστόρημά του «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις), επανεξετάζοντας το ευρύ πεδίο της έννοιας αυτής τόσο στις ομόφυλες όσο και στις ετερόφυλες σχέσεις. Γιατί εξαναγκασμός δεν είναι μόνον αυτός που προκύπτει από παραβίαση κάποιας άρνησης συναίνεσης, αλλά και αυτός που, όντας βαθιά ριζωμένος στον καθένα μας μας κάνει να λέμε το “ναι” ενώ παράλληλα νιώθουμε μια ανεξήγητη δυσφορία και σύγχυση ανάμεσα στο τι θέλουμε και στο τι θεωρούμε αποδεκτό.

Εδώ και δύο περίπου δεκαετίες έχει ανοίξει η συζήτηση για τη συναίνεση προκειμένου να δοθεί σαφής ορισμός και να αποτυπωθεί νομικά. Στην Ελλάδα, ο νόμος παραμένει προβληματικός και ελλιπής. Η Clara Serra στο δοκίμιό της «Το νόημα της συναίνεσης» (μτφρ. Ειρήνη Οικονόμου, εκδ. Πόλις) επισημαίνει ότι το “ναι” και το “όχι” μπορούν να είναι δύο πολύ ρευστές και αμφίσημες λέξεις. Η κουλτούρα της συναίνεσης διαμορφώνεται μετατρέποντας την επιθυμία σε λόγο.  Σύμφωνα με τον Μ. Φουκώ, η μετατροπή αυτή, ναι μεν καθιστά το άτομο «υποκείμενο» της επιθυμίας του, ταυτόχρονα όμως συνιστά και έναν μηχανισμό ελέγχου.

Η επιθυμία γίνεται κάτι συγκεκριμένο, μετρήσιμο σαν να έχουμε να κάνουμε μ’ ένα συμβόλαιο που προϋποθέτει την ισότητα των συμβαλλόμενων μερών και άρα τη δυνατότητα της άρνησης. Αυτό όμως, όπως ξέρουμε στην πραγματικότητα δεν ισχύει, η ύπαρξη συναίνεσης δεν είναι πάντα προϊόν ελεύθερης επιλογής. Επιπλέον, η κουλτούρα της συναίνεσης αγνοεί τις ποικίλες και διαφορετικές πτυχές τόσο της επιθυμίας όσο και της σεξουαλικής πράξης. Η ορθολογική αντιμετώπιση της επιθυμίας, ο περιορισμός της σε ένα “ναι” ή “όχι” αντιτίθεται στον πολυπρισματικό, ρευστό και περίπλοκο χαρακτήρα της.

Το να αρθρώνεται επιτέλους λόγος για το τραύμα από τα γυναικεία στόματα και να τίθεται το ζήτημα της συναίνεσης, παρά τις εγγενείς αδυναμίες του είναι αναμφισβήτητα εξαιρετικά σημαντικό. Η αλλαγή της νομοθεσίας δεν πρόκειται να εξαλείψει τους βιασμούς και τις κακοποιήσεις, θα αποτελέσει όμως ένα σημαντικό βήμα κατά της ατιμωρησίας των δραστών και σταδιακά, μια αλλαγή στην υπάρχουσα νοοτροπία. Προκειμένου όμως να φτάσουμε σε άλλου είδους σχέσεις, σχέσεις ισότιμες χωρίς θύματα και θύτες είναι αναγκαίο να αλλάξουν εξ αρχής τα κυρίαρχα αφηγήματα και να αποκτήσει η γυναίκα όχι έναν λόγο που θα αναπαράγει τον ανδρικό, αλλά τη δική της ιδιαίτερη και πλούσια φωνή.

 

 Το κείμενο διαβάστηκε στην εκδήλωση που διοργανώθηκε από τη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ»,  και το Κέντρο ψυχαναλυτικών ερευνών Αθήνας στις 13 Μάρτη 2026 με θέμα «Γιατί τα θύματα βιασμού, κακοποίησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης αργούν να μιλήσουν»

ΔΗΜΟΣΙΕΎΤΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ 18 Απριλίου 2026

Η Λίλα Κονομάρα είναι συγγραφέας, μέλος του δικτύου "Η Φωνή της" 

 

"Γιατί αργούν να μιλήσουν;", της Έλφης Κιλλαχίδου

 

Η τραυματική εμπειρία από βιασμό, κακοποίηση, παιδοεγκληματική πράξη δεν αποτελεί μόνο μια εισβολή, διάρρηξη και αποδιοργάνωση της συνείδησης, αλλά κι ακύρωση κάθε αξίας και νοήματος στη συμβολική βαθμίδα της ψυχικής εμπειρίας

Με αφορμή τις πρόσφατες καταγγελίες βιασμών, κακοποιήσεων ή σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο του θεάματος, πολλοί έθεσαν το ερώτημα: Γιατί τα θύματα δεν μίλησαν νωρίτερα;

Βέβαια, αυτή η ερωτηματική διατύπωση μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχει και μια χροιά μομφής ή ακόμα και κατηγορίας εις βάρος εκείνων που υπέκυψαν στη βία του δράστη, υπαινισσόμενη το περίφημο «όποιος δεν μιλάει συμφωνεί»!

Πριν επιχειρήσουμε να φωτίσουμε από ψυχαναλυτική σκοπιά την κοινή διαπίστωση ότι χρειάζεται χρόνος για να μιλήσει εκείνος ή εκείνη που υπέστη μια τόσο βίαιη εξωτερική επίθεση, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι μια τέτοια ερώτηση, θέλοντας ή μη, στηρίζει τόσο την εθελοτυφλία όσο και τον ισχύοντα κομφορμισμό, εφόσον υπαινισσόμενη τη συναίνεση ισοπεδώνει τη διαφορά ανάμεσα στο «υποκύπτω» και το «συναινώ».

Η λογική αυτής της ισοπέδωσης φτάνει στο αποκορύφωμά της με το μεγαλόστομο συμπέρασμα ορισμένων πως, εφόσον όσοι και όσες υπέκυψαν στη βία δεν μίλησαν έως τώρα, θα μπορούσε να εξακολουθήσουν να σιωπούν! Αφού λοιπόν πρώτα τους προσάπτουν τη σιωπή, εν συνεχεία τους καλούν να συνεχίσουν να σιωπούν, με το επιχείρημα, στην προκειμένη περίπτωση, ότι τέτοιες καταγγελίες αμαυρώνουν τον χώρο του θεάτρου!

Ετσι, λοιπόν: ο χώρος της τέχνης, όπως και ο κοινωνικός, ο επαγγελματικός αλλά και ο οικογενειακός χώρος δεν αμαυρώνονται από τη βιαιοπραγία του δράστη, αλλά από τον πόνο και τη μαρτυρία εκείνων που υπέστησαν τη βιαιοπραγία!

Το παιδί, η γυναίκα, ο άνθρωπος που υπέστη θωπείες, βιάστηκε, ταπεινώθηκε είναι η ντροπή της οικογένειας, όχι όμως ο βιαστής, ο αιμομίκτης, ο δήμιος της ελευθερίας και της υποκειμενικής θέλησης. Ο άνθρωπος που εξευτελίστηκε στον χώρο εργασίας, στο σχολείο ή αλλού είναι το σκουπίδι, το απόβλητο, το μίασμα, και όχι ο δράστης του εγκλήματος.

Η κοινωνική στάση

«…Οταν ένα θύμα καταγγείλει τον δήμιό του, τον βιαστή, τον καταχραστή, τον άρπαγα της περιουσίας του ή της ζωής του, συχνά η πρώτη αντίδραση των άλλων είναι να του αντιγυρίσουν ότι πήγαινε γυρεύοντας, πως του άξιζε ό,τι έπαθε, είτε γιατί δεν πρόσεχε είτε γιατί το προκάλεσε, έστω και άθελά του, ή ακόμα κι ότι λέει ψέματα. Οι πρώτοι εκδότες, στους οποίους απευθύνθηκαν οι Εβραίοι για να δημοσιεύσουν τις μαρτυρίες τους, αρνήθηκαν να τις εκδώσουν, ισχυριζόμενοι ότι επρόκειτο περί ψεμάτων! Και αν ακόμα αυτός που ταπεινώνεται, βιάζεται, εξευτελίζεται δεν κατηγορηθεί ως ψεύτης, συχνά του καταλογίζουν την ντροπή των δημίων για τα αποτρόπαια στα οποία τον υπέβαλαν και γίνεται δικό του θέμα να βρει τρόπο και λόγια για όλα όσα ακατονόμαστα υπέστη, χωρίς να επισύρει την οργή, την περιφρόνηση, την αδιαφορία ή την απόρριψη των άλλων».1

Είναι απορίας άξιον, ηχεί παράδοξα, αλλά πρόκειται για διαχρονικά παγιωμένη κοινωνική στάση που επαληθεύεται εύκολα στην καθημερινή ζωή.

Για εκείνους λοιπόν που η εμπειρική γνώση δεν τους αρκεί, για εκείνους που επιζητούν το «επί τον τύπον των ήλων», των αριθμών εν προκειμένω, μπορούμε να παραθέσουμε στατιστικά στοιχεία: ότι ακόμα και σήμερα στη Γαλλία, παραδείγματος χάριν, μόνον ένας βιασμός στους έντεκα καταγγέλλεται επίσημα, παρ’ όλο που ο αριθμός των μηνύσεων για βιασμό φέρεται να διπλασιάστηκε από το 1985 έως το 1995 και να αναδιπλασιάστηκε από το 2011 έως το 2019.2

Υπάρχει λοιπόν μια «καθωσπρέπει», μια «καθεστηκυία» λογική, που θεωρεί πως όταν υποκύπτεις συναινείς, πως, αφού σιώπησες αρχικά και για κάποιο διάστημα, μπορείς να συνεχίσεις να σιωπάς.

Πρόκειται για μια λογική που έχει το θράσος να τραβάει το σχοινί ώς εκεί που δεν πάει, μια λογική που φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί ότι ψεύδονται οι καταγγέλλουσες ή οι καταγγέλλοντες. Πώς ένας άνθρωπος με λαμπρή σταδιοδρομία και κοινωνική θέση είναι δυνατόν να έχει προβεί σε τέτοιες ειδεχθείς πράξεις; Πώς είναι δυνατόν να είναι κακοποιός κι εγκληματίας ο κοινωνικά ή/και επαγγελματικά υψηλά ιστάμενος;

 

Και πάλι για τους θιασώτες των αριθμητικών δεδομένων, οι στατιστικές δείχνουν ότι καμία κοινωνική τάξη δεν συμμετέχει με μεγαλύτερα ποσοστά απ’ ό,τι οι άλλες στα εν λόγω εγκλήματα, αν και το 41% αυτών που τελικά προσάγονται στη Δικαιοσύνη είναι άνεργοι, ανάπηροι, δικαιούχοι επιδομάτων απορίας ή άτομα με επισφαλή εργασία, που στη ζωή τους εναλλάσσονται περίοδοι δουλειάς στη μαύρη αγορά με υποαπασχόληση και περιόδους αεργίας· και το 90% όσων καταδικάζονται ανήκουν στα λαϊκά στρώματα, ενώ το 20% βρίσκεται σε απόλυτη περιθωριοποίηση κατά τη διάπραξη των αδικημάτων. Αυτά μας πληροφορεί η δημοσίευση με τίτλο «Οι βιαστές ενώπιον του δικαίου: ένα ταξικό άδικο;»3

Προτού, λοιπόν, προσπαθήσουμε να φωτίσουμε από ψυχαναλυτική άποψη το ερώτημα γιατί τα θύματα βιασμού, κακοποίησης ή αιμομιξίας αργούν να μιλήσουν, ερώτημα που αποτελεί εξάλλου κοινή διαπίστωση, θεωρήσαμε απαραίτητο να σκιαγραφηθεί με κάποιες αδρές γραμμές το κοινωνικό σκηνικό. Γιατί πώς θα μπορούσε η ψυχανάλυση να φωτίσει κάποια από τις πιο σκοτεινές πτυχές του εαυτού μας, αν αγνοεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξετυλίγεται η εμπειρία της ζωής, και πώς θα ήταν δυνατόν οι ψυχαναλυτές να αγνοούν τα κοινωνικά δεδομένα και τις επιπτώσεις των γεγονότων που συγκλονίζουν ή απλώς βρίσκονται στο προσκήνιο της επικαιρότητας της εποχής τους; Η αναλύτρια ή ο αναλυτής δεν ζουν ταμπουρωμένοι στο γραφείο τους ούτε εντοιχισμένοι στη σιωπή που τους αποδίδουν οι γελοιογραφικές καρικατούρες.

«Οτι άριστος ιατρός και φιλόσοφος», υπενθυμίζει, με τα λόγια του Γαληνού, ο Λακάν σε μια διάλεξη-συζήτηση με τίτλο «Η θέση της ψυχανάλυσης στην ιατρική», στο νοσοκομείο της Σαλπετριέρ (La Salpetrière) το 1966, ενώ αρέσκεται να προτείνει τη λειτουργία του ψυχαναλυτή ως διερμηνέα της παραφωνίας των λόγων.

Ηδη το 1930, στο βιβλίο του «Η δυσφορία μέσα στον πολιτισμό» (Das Unbehagen in der Kultur), ο Φρόιντ πραγματεύεται το πρόβλημα της ελευθερίας του ατόμου σε σχέση με τις απαιτήσεις του πολιτισμού να τιθασεύσει τα ένστικτά του και να προσαρμοστεί στις κομφορμιστικές νόρμες.

Θεωρεί λοιπόν ο Φρόιντ ότι η πάλη ανάμεσα στην ενστικτώδη αναζήτηση της ηδονής και την πραγματικότητα της κοινωνικής ζωής «δημιουργεί τον περισσότερο πόνο», υπογραμμίζοντας όμως το βασικό παράδοξο πως ο πολιτισμός, μολονότι αποτελεί πηγή δυστυχίας, είναι ό,τι καλύτερο βρήκε ο άνθρωπος για να προστατευτεί από τη δυστυχία.

Γίνεται, λοιπόν, φανερή η ανάγκη εισαγωγής των αποχρώσεων όσον αφορά τη διαλεκτική της πολυπλοκότητας, προκειμένου να φανεί υπό ποίαν έννοια η ψυχαναλυτική προσέγγιση θα μπορούσε να φωτίσει τις πιο σκοτεινές πτυχές του καθένα μας.

Πέραν του συμβατικού

Ο έρωτας δεν είναι απλώς και μόνο μια ηδονιστική εμπειρία, μια ευχαρίστηση, μια απόλαυση, ένα καταναλωτικό προνόμιο· είναι επίσης συνδεδεμένος με το τραγικό στοιχείο της ανθρώπινης πλευράς μας αλλά και την ενόρμηση του θανάτου, όπως εισηγείται η φροϊδική διδασκαλία.

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση της σεξουαλικότητας εκτείνεται πέραν του συμβατικού, πέρα από τα κοινωνικά καλούπια, συνορεύοντας πιο συχνά με την εμπειρία της τρέλας παρά με την αποδοχή των κοινωνικών συμβάσεων. Βέβαια, τίποτα και σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί ότι η παραβίαση των νόμων είναι τιμωρητέα πράξη.

Οι βιασμοί, οι κακοποιήσεις, οι παιδοεγκληματικές πράξεις, αιμομικτικές ή μη, οι παρενοχλήσεις, σεξουαλικού χαρακτήρα ή μη, συνιστούν τραυματικές εμπειρίες.

Η τραυματική εμπειρία δεν αποτελεί μόνο μια εισβολή, διάρρηξη και αποδιοργάνωση της συνείδησης, αλλά και ακύρωση κάθε αξίας και νοήματος στη συμβολική βαθμίδα της ψυχικής εμπειρίας του υποκειμένου.

Η συμβολική βαθμίδα της ψυχικής εμπειρίας αφορά τη διάσταση του λόγου, δηλαδή του σημαίνοντος και της άρθρωσης των σημαινόντων σε σημαίνουσα αλυσίδα, και του νόμου γενικότερα.

Οι άλλες δύο βαθμίδες της ψυχικής εμπειρίας, κατά τον Λακάν, είναι η βαθμίδα του φαντασιακού (imaginaire) –που αφορά ό,τι είναι της τάξης της εικόνας (image), δηλαδή τις κατοπτρικές, ανταγωνιστικές, ναρκισσιστικές, αλλοτριωτικές σχέσεις– και η βαθμίδα του πραγματικού (réel) –που περιλαμβάνει ό,τι είναι αδύνατο να συμβολοποιηθεί, δηλαδή να ειπωθεί με λόγια. Σε αυτήν τη βαθμίδα, του πραγματικού δηλαδή, τοποθετεί ο Λακάν την τραυματική εμπειρία, αλλά και την απόλαυση.

Κατά την τραυματική εμπειρία, η σωματική και ψυχική βία που βιώνει το υποκείμενο δεν είναι δυνατόν να εκφραστούν άμεσα με λόγια, εφόσον οι συμβολικές συντεταγμένες αυτού που υφίσταται την επίθεση ακυρώνονται, καταργούνται από τον βιαστή, το υποκείμενο συρρικνώνεται, γίνεται αντικείμενο στα χέρια του Αλλου.

Ο δράστης και το θύμα

Κατά τη διάπραξη των αδικημάτων παραβίασης της σωματικής και ψυχικής υπόστασης, το μόνο που μετράει για τον δράστη είναι η απόλαυση που μπορεί να αντλήσει από το θύμα. Το θύμα υποχρεώνεται σε μια βίαιη, μια ολοσχερή άρνηση της υποκειμενικότητάς του.

Από τη μια στιγμή στην άλλη απογυμνώνεται από την ιστορία του, τις αξίες του, τη θέλησή του, βιώνει μια κάθοδο στα τάρταρα, το κενό, την ανυπαρξία. Πώς, λοιπόν, υφιστάμενο τη βίαιη και ανεξήγητη κατάργηση των συμβολικών του συντεταγμένων θα μπορούσε να βρει λόγια για να καταγγείλει την αποτρόπαιη εμπειρία στην οποία εξαναγκάστηκε;

Η τραυματική εμπειρία αποτελεί ένα ρήγμα, μια κατακρήμνιση μέσα στο συμβολικό. Ο Λακάν δεν παραιτήθηκε ποτέ από το γεγονός ότι το τραύμα φωλιάζει στη γλώσσα, εκεί ακριβώς όπου η γλώσσα συντρίβεται, συναντάει το αδύνατο, εκεί όπου καλούμαστε να εφεύρουμε τη δική μας ενική λύση.

Και βέβαια δεν αποτελεί λύση η αποσιώπηση του τραυματικού συμβάντος, ούτε ο στραγγαλισμός του συμπτώματος που μπορεί να αναδυθεί ως επίπτωση της τραυματικής εμπειρίας: κρίσεις πανικού, κατάθλιψη, απαξιωτικές καταθλιπτικές ιδέες, ανορεξία, απόπειρες αυτοκτονίας, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, χρήση τοξικών ουσιών, επιθετικότητα ή απάθεια.

Η επίλυση εναπόκειται στην προσπάθεια μιας σημαίνουσας ανασκευής που αναγνωρίζει, αποδέχεται, ημερεύει κατά κάποιον τρόπον το απαράδεκτο, το ανεξήγητο, την κεραμίδα της συνάντησης με το πραγματικό που αποκαλύπτει την ανεπάρκεια του συμβολικού, την τρύπα (trou) στη γλώσσα – εξ ου και ο νεολογισμός του Λακάν trou-matisme, λέει, αντί του traumatisme· συνάντησης που μπορεί να τύχει στον καθένα, χωρίς καμία δυνατή εξήγηση, εφόσον είναι της τάξης του πραγματικού, βρίσκεται δηλαδή εκτός νοήματος.

Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, η τραυματική εμπειρία φέρνει στο φως το έλλειμμα στο συμβολικό, ό,τι δηλαδή μένει ανεπεξέργαστο από τη γλώσσα. Η ψυχική επεξεργασία του τραύματος απαιτεί την αποδοχή του εκτός νοήματος· φυσικά, τίποτα δεν αναιρεί το ότι η πράξη είναι εκτός νόμου, παράνομη, και ο δράστης πρέπει να οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη και να κριθεί από αυτήν για το αδίκημά του. Προς μεγάλη απογοήτευση όμως όσων υπέστησαν το αδίκημα, τα ερωτήματα όσον αφορά το γιατί αυτής της πράξης ή το «γιατί έτυχε σε μένα κάτι τέτοιο» δεν θα βρουν απάντηση. Το πραγματικό, το τυχαίο είναι εκτός νοήματος, δεν γνωρίζει καμία ηθική ή δικαιοσύνη.

Ενας άθλος

Πρόκειται, λοιπόν, για μια αποδοχή που αποτελεί άθλο στην καθημερινή μας ζωή και πολύ περισσότερο μετά από μια βίαιη, τραυματική εισβολή στην ψυχική και σωματική μας υπόσταση. Πόσοι από μας θα δεχόμασταν έναν θάνατο, μια αναπηρία μετά από τροχαίο ατύχημα ή μια ανίατη αρρώστια χωρίς το παραμικρό αίσθημα αδικίας, χωρίς την επιφωνητική φράση: «Γιατί έτυχε σε μένα; Γιατί τώρα; Τι φταίω; Δεν μου άξιζε τέτοια τύχη!».

Πόσοι μπορούν απλώς και μόνον να μιλήσουν για θάνατο, αποχωρισμούς, ατυχίες ή αποτυχίες, ασθένειες που φέρνει η ζωή και όχι η αυθαίρετη εγκληματική θέληση ενός αγνώστου που γίνεται ο δήμιος της δικής μας θέλησης και ελευθερίας; Χρειάζεται, λοιπόν, μια αποποίηση των φαντασιώσεων περί παντοδυναμίας, μια αποδοχή ότι η ζωή είναι ένα είδος παλίμψηστου, ότι η μουτζούρα αποτελεί υπογραφή της εμπειρίας και όχι στίγμα προς απόκρυψη ή εξαφάνιση.

Η ψυχανάλυση δεν οχυρώνεται πίσω από την άρνηση του πραγματικού, όπως εξάλλου και τα «θύματα» που καταθέτουν έστω δέκα, είκοσι, τριάντα ή και περισσότερα χρόνια μετά την τραυματική εμπειρία, τα οποία όλο και πιο συχνά αρνούνται τον χαρακτηρισμό «θύμα», εφόσον έχουν μπορέσει να αρθρώσουν δικό τους λόγο –και έχουν αφήσει πίσω τους το καθεστώς αντικειμένου στο οποίο συρρικνώθηκαν από τον δράστη του αδικήματος–, να ανασκευάσουν και να επανεγκαθιδρύσουν τις συμβολικές τους συντεταγμένες.

Μια τέτοια ψυχική επεξεργασία είναι μακροχρόνια και επώδυνη, είναι έργο ζωής. Πράγμα που αναγνωρίζει εν μέρει ο νομοθέτης, εφόσον ο γαλλικός Ποινικός Κώδικας δίνει δικαίωμα καταγγελίας έως και τριάντα χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος αλλά χωρίς να έχει προβλέψει τη μη παραγραφή του! Οπότε, παρά την εκδίκαση, ο δράστης δεν εκτίει άλλη ποινή πέραν της κοινωνικής απαξίωσής του.

Ο ελβετικός Ποινικός Κώδικας προβλέπει τη διά βίου μη παραγραφή αδικημάτων εξαναγκασμού σε γενετήσιες πράξεις όταν στρέφονται ενάντια σε παιδιά που δεν έχουν συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας τους. Κατά τον αυστριακό Ποινικό Κώδικα, η παραγραφή αρχίζει από τη συμπλήρωση του εικοστού όγδοου έτους της ηλικίας του θύματος και κατά τον γερμανικό με το τριακοστό.

Ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας ορίζει ότι «η παραγραφή επέρχεται δεκαπέντε χρόνια μετά την πράξη, αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, και είκοσι, αν έχει εκκινήσει η ποινική διαδικασία».

*Η Έλφη Κιλλαχίδου είναι ψυχίατρος και ψυχαναλύτρια, μέλος του Δικτύου "Η Φωνή της"


1. Ελφη Κιλλαχίδου, «Τίνος παιδί είσαι εσύ;», Σμίλη, Αθήνα 2020, σ. 58.

2. ENVEFF, Enquête Nationale sur les Violences Enversles Femmesen France, στο πλαίσιο του INED [Institut National d’Études Démographiques].

3. Véronique Le Gouaziou, Les viols en justice: une (in)justice de classe? Dans nouvelles questions féministes 2013/ (τόμ. 32) σ. 16-28, στο www.cairn.info et Viol: que fait la justice? Pressede Science Po, 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΦ-ΣΥΝ ΤΗΝ 23.10.21 

 Το κείμενο διαβάστηκε στην εκδήλωση που διοργανώθηκε από τη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ»,  και το Κέντρο ψυχαναλυτικών ερευνών Αθήνας στις 13 Μάρτη 2026 με θέμα «Γιατί τα θύματα βιασμού, κακοποίησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης αργούν να μιλήσουν»