"Το πρώτο χαστούκι", της Σοφίας Μούτσου

 

Το πρώτο χαστούκι έπεσε στο γαμήλιο ταξίδι, στο δωμάτιο του πολυτελούς ξενοδοχείου που είχαμε κλείσει για το μήνα του μέλιτος. Τη δεύτερη κιόλας μέρα του γάμου, για ασήμαντη αφορμή έφαγα το πρώτο χαστούκι της ζωής μου. Ήμουν ήδη δύο μηνών έγκυος.    

Ο άνθρωπος που ερωτεύτηκα και παντρεύτηκα τόσο γρήγορα, στα 22 μου χρόνια, με τέτοιο αμοιβαίο πάθος που είχε συγκινήσει όλους γύρω τους, μόλις με είχε χτυπήσει. Διαφωνήσαμε για κάτι μικρό, μια αστεία προστριβή της στιγμής. Αυτός επέμεινε, εγώ αρνήθηκα κι ύστερα με πλησίασε, σήκωσε το χέρι του και το κατέβασε με ορμή στο πρόσωπό μου, ουρλιάζοντας «σκάσε».

Έμεινα τελείως ακίνητη, παγωμένη. Όλος αυτός ο απρόκλητος θυμός, η παράλογη οργή που ξέσπασε πάνω μου ήταν σαν να με έχτισαν στη θέση μου. Χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσω τι μου είχε συμβεί. Δεν έκλαψα, δεν φώναξα. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν να φύγω, να φύγω όσο πιο μακριά γινόταν απ’ αυτόν.  

Όταν με είδε αμίλητη να μαζεύω άρον άρον τα πράγματά μου για να φύγω, έπεσε στα πόδια μου με κλάμματα. Κάτι μου έλεγε για καταραμένη ζήλεια που τον τυφλώνει και δεν ξέρει τι κάνει, συγγνώμη έλεγε, συγγνώμη ποτέ δεν θα ξαναγίνει. Δεν ξεχώριζα τα λόγια του από τ' αναφυλλητά.

Δεν ήθελα να τον ακούω, δεν ήθελα να τον βλέπω έτσι πεσμένο να μου ζητάει κλαίγοντας συγγνώμη, να μου υπόσχεται ότι ποτέ δεν θα με χτυπήσει ξανά, ότι η αγάπη του τον έσπρωχνε να ζηλεύει τόσο που δεν ήξερε τι έκανε. Ούτε και που τον ένοιωθα τόσο ξένο ήθελα, μα ήταν πια ένας ξένος.  

Όταν σήκωσα το τηλέφωνο να καλέσω ένα ταξί έπεσε πάνω μου με φιλιά και κλάμματα να μη φύγω, να του δώσω μια ευκαιρία. Όλα θ' αλλάξουν θα δεις, μου έλεγε και μου φιλούσε τα χέρια.

Γύρισα και τον κοίταξα σαν να τον έβλεπα για πρώτη φορά. Τα μάτια του, τα χέρια του, το πρόσωπο του ήταν τα ίδια με κείνου του αγοριού που είχα τόσο αγαπήσει, που μου έγραφε τρυφερά ποιήματα, που φώναζε από τ' ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου το τραγούδι του Πάριου "Για πάντα μαζί" κοιτάζοντάς με στα μάτια, που μύριζε το μαξιλάρι μου για καλημέρα, που τον είχα διαλέξει, με την πρώτη ματιά, να πορευτώ μαζί του για μια ζωή ευτυχισμένη σαν αυτή που γνώρισα στο πατρικό μου σπίτι.

Αυτός ο πεσμένος στα πόδια μου άνθρωπος μου προκαλούσε τώρα οίκτο, πιο πολύ από θυμό. Δεν ένοιωθα πια το μάγουλο μου  να καίει. Είχε παγώσει μαζί με την καρδιά μου. Ξαφνικά δεν ήθελα ούτε να φύγω, ούτε να μείνω, ούτε ν’ ακούω ένα ξένο να μουρμουρίζει στα πόδια μου. Ήθελα μονάχα να παγώσει ο χρόνος, να μην ήμουν εκεί, στο πολυτελές δωμάτιο του ξενοδοχείου το γεμάτο λουλούδια με κορδελίτσες. «Βίον ανθόσπαρτον» έγραφε μια μικρή καρτούλα δίπλα στο μπουκέτο με τα ροζ τριαντάφυλλα. Ένοιωθα τα μάτια μου να τσούζουν και δεν μπορούσα να κλάψω. Ο δικός μου ανθόσπαρτος βίος άρχιζε με το χαστούκι του Νίκου.  

Θυμήθηκα τους μαστόρους που ακόμα έφτιαχναν το σπίτι μας στην Αθήνα. Σήμερα θα έβαζαν τα μάρμαρα του σαλονιού. Ξαφνικά άρχισα να αναρωτιέμαι αν ο ξυλουργός είχε τελειώσει τα ντουλάπια της κουζίνας. Και το μικρό ντουλαπάκι στο μπάνιο; Να θυμηθώ να τηλεφωνήσει στον μπαμπά να ρωτήσω. Το ντουλαπάκι ήταν απαραίτητο. Να μην το ξεχάσουν. Έχανα την επαφή μου με την πραγματικότητα, ήθελα να την ξεχάσω.  

Ήμουν παντρεμένη μόλις μια μέρα. Η ζωή μου ξεκινούσε μ΄ένα χαστούκι. Ήθελα να γυρίσω το χρόνο πίσω και να πάω σπίτι μου. Εκεί που δεν χτυπούσε κανείς κανέναν. Να μην έχω κάνει αυτό το γάμο, ήθελα.

Το ντουλαπάκι του μπάνιου είχε κολλήσει στο μυαλό μου πιο πολύ κι από το χαστούκι. Το ντουλαπάκι με αφορούσε, το χαστούκι όχι. Εκείνη η κοπέλα που τη χτύπησε ο άντρας της δεν ήμουν εγώ. Γατζώθηκα στο ντουλαπάκι, τρύπωσα μέσα του. Ήταν σκοτεινά και ζεστά. Δεν με έβρισκε κανείς.  

Παίρνοντας τη σιωπή μου για υποχώρηση και συναίνεση, ο Νίκος μάζεψε όλα τα πράγματα, έκλεισε τις βαλίτσες, τις κατέβασε στο αυτοκίνητο και με γύρισε στην Αθήνα τρυπωμένη πάντα στο ντουλαπάκι του μπάνιου. Στο δρόμο άκουγα τα τραγούδια στο ραδιόφωνο και τη συζήτηση που προσπαθούσε να μου πιάσει για θέματα ανώδυνα κι ευχάριστα για να σπάσει τον πάγο. Τον άκουγα κι ίσως να ήθελα να του μιλήσω, όμως η φωνή μου είχε πάθει κάτι, όπως τότε στο σχολείο που έπαψα να μιλάω στη φίλη μου όταν κατάλαβα  ότι μου είχε κλέψει την κασετίνα. Δεν της το είπα ποτέ μόνο που δεν της μιλούσα καθόλου σαν να μην είχα τι να της πω. Σαν να τα είχαμε πει όλα η φιλία μας έσβησε στη σιωπή που έβγαινε από μέσα μου χωρίς να μπορώ να την ελέγξω. Η ίδια σιωπή με είχε κυριεύσει και τώρα.

Οι μαστόροι τελείωσαν το σπίτι τις επόμενες μέρες. Ύστερα ήρθαν οι κουρτίνες και μπήκαν στη θέση τους. Το θέμα του γαμήλιου ταξιδιού που έληξε τόσο άδοξα αποφεύγαμε να το θίξουμε. Ζήτησα από τους γονείς μου να μην παρέμβουν, παρά το θυμό τους, όταν έμαθαν για το χαστούκι. Ο μπαμπάς μου είπε " πρόσεχε παιδί μου, το χέρι όταν σηκωθεί μια φορά θα ξανασηκωθεί πολύ γρήγορα". 

Η καθημερινή μου προσπάθεια να μοιάζει με ευτυχισμένο γάμο η περίεργη κατάσταση που ζούσα με έκανε να ασχολούμαι περισσότερο με τις κουρτίνες και τα υφάσματα για το σαλόνι. Να μην ξεχάσω τη μπερζέρα για τη γωνιά του τζακιού, σημείωνα στην ατζέντα μου.   

 Η εγκυμοσύνη μου έφερνε συνεχώς ναυτίες. 

Τα μαθήματα που χρωστούσα για το πτυχίο φάνταζαν μακρυνά. Πιο κοντά ήταν πια οι κουρτίνες. Σαν να ήθελα να τις τραβήξω και να κρυφτώ πίσω τους στο ζεστό μισόφωτο και να βρίσκω εκεί τη γιαγιά μου και τη Μαριέττα που με πρόσεχε όταν ήμουν μικρή. Εκεί πίσω από τις κουρτίνες μου ερχόντουσαν όλοι και γίνονταν πάλι όλα όπως παλιά. Τότε που γελούσαμε πολύ. 

Ένοιωθα τη ζωή μου σαν ευτυχισμένο έντομο σε μικροσκόπιο. Ή μήπως έντομο σε ευτυχισμένο μικροσκόπιο; Αυτό με μπέρδευε λίγο. 

Ήθελα να ξεχνάω το χαστούκι. Αγοράσαμε μωρουδιακά κι ο Νίκος με άρπαζε στην αγκαλιά του και με στριφογυρνούσε τρελός από χαρά. 

Με ζήλευε πάντα. Ζήλευε τους γονείς μου και την αγάπη που είχαμε μεταξύ μας, σιχαινόταν το λυκόσκυλό μου και σνομπάριζε τους φίλους μου. Τα τρία μαθήματα που χρωστούσα για το πτυχίο δεν τον απασχολούσαν καθόλου. Κάθε φορά που αποφάσιζα να διαβάσω για να δώσω ένα εκείνος ή θα έκανε τον άρρωστο ή θα έστηνε ένα καυγά από το τίποτα και κατέληγα να κλαίω και να μην πάω καν στις εξετάσεις. Ήξερα πως ήταν άδικο και ένοιωθα παγιδευμένη. Ήμουν τόσο κοντά στο πτυχίο μου, τα είχα πάει τόσο καλά όλα τα χρόνια κι όμως τώρα έβλεπα μπροστά μου μόνο την αποτυχία.

Η κοιλιά μου φούσκωνε, τα δάχτυλα μου πρήζονταν, η μέση μου με πέθαινε, το κουράγιο μου με εγκατέλειπε. Η εξεταστέα ύλη πλάκωνε το στήθος μου με το δυσβάστακτο βάρος της. Λεφτά δεν είχα καθόλου, δεν έκανα καν ιδιαίτερα μαθήματα όπως τα προηγούμενα χρόνια γιατί δεν με άφηνε. Και είχε κάνει σαφές ότι αν οι γονείς μου ήθελαν να μας βοηθήσουν οικονομικά θα έπρεπε να δίνουν σ’ αυτόν τα χρήματα, κάτι που βέβαια τους έκανε έξαλλους. Προσπαθώντας να μη δημιουργώ εντάσεις έκρυβα την αλήθεια και απ΄αυτούς για το τι περνάω και από εκείνον για το θυμό τους, με κατάληξη να μαζεύω... κέρματα που περίσσευαν από ψώνια για να μπορώ να έχω ένα ελάχιστο ποσό δικό μου.  

Η εύκολη λύση, εκείνες τις μέρες ήταν να κλαίω χωμένη στην καινούργια μπερζέρα του σαλονιού, να φυσάω τη μύτη μου και να γράφω μικρά σαχλά γράμματα στο αγέννητο μωρό μου. Τα όνειρα της μαμάς να με δει επιστήμονα πνίγονταν στα δάκρυά μου. Δεν ήξερα πια τι ζω. Προσπαθούσα να μάθω να μαγειρεύω, δεν έβλεπα τους φίλους μου γιατί ο Νίκος δεν ήθελε κανέναν και από την ώρα που γύριζε από το γραφείο του ως την ώρα του ύπνου ακολουθούσαμε ένα αυστηρό πρόγραμμα που περιλάμβανε μόνο εμάς τους δυο και μερικές επισκέψεις στους γονείς του. Συντηρητικοί άνθρωποι, χωρίς φίλους, μερικούς στενούς συγγενείς μόνο που τους είχαν περί πολλού. Ένας θείος απόστρατος στρατηγός της Χωροφυλακής και η κόρη του που είχε παντρευτεί πλωτάρχη του Λιμενικού και ο πρώτος ξάδελφος του πεθερού, δικηγόρος και πρώην βουλευτής των αποστατών του Κέντρου. Αυτός είχε βάλει τον Νίκο από τα 18 του στην τράπεζα κι εκείνος έκανε πια το μεταπτυχιακό του εργαζόμενος. Αξιέπαινος για όλα τούτα που δεν έπαυσε στιγμή να τα τονίζει.

Για τους δικούς μου γονείς ούτε λόγος. Δεν τους ήθελε, κι ας του είχαν δώσει τη μοναχοκόρη τους, κι ας του είχαν ετοιμάσει ένα υπέροχο σπίτι όπου δεν έβαλε μια δραχμή. Κι ας του γέμιζαν το ψυγείο με όλα τα αγαθά. Τους έβλεπα κρυφά όταν εκείνος έφευγε για το γραφείο, ευτυχώς έμεναν από πάνω.

Αυτός ήταν ευχαριστημένος που είχε βάλει τάξη στο σπίτι του. Έλεγε ότι ήταν πια ένας κανονικός γάμος. 

Είχα βάλει το πλυντήριο στη βεράντα κι όποτε έβγαινα στον κήπο χάιδευα αφηρημένα τη Λίλυ μου που με κοιτούσε με απορία γιατί δεν την άφηνα πια να μπει στο σπίτι, να κοιμηθεί δίπλα μου, να ξαπλώσει μπροστά στο τζάκι. Αν ο Νίκος καταλάβαινε ότι το σκυλί μπήκε στο σπίτι ήταν ικανός να σηκώσει τον κόσμο στο πόδι από τις φωνές, σιχαινόταν τα σκυλιά. Για να μην ακούγονται οι φωνές του στη γειτονιά και στους γονείς μου από πάνω, έκανα ότι ήθελε. Με είχαν διαλύσει οι καυγάδες. Κάθε φορά που έβλεπα τον γυναικολόγο μου τόνιζε πόσο σημαντικό είναι να είμαι ήρεμη. Υποχωρούσα λοιπόν στις επιθυμίες του ακόμα και αν τις έβλεπα ως τρέλες.

Ήμουν πια στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης. Δεν με πείραζαν τα 3 μαθήματα του πτυχίου που μάκραιναν. Τα μάτια της Λίλυς όμως με πονούσαν, με κοίταζαν με τόσο παράπονο. Ελεγα στον εαυτό μου ότι έπρεπε να πάψω να είμαι ένα κακομαθημένο παιδί, έτσι με έλεγε αυτός, ότι ήμουν πλέον μια παντρεμένη γυναίκα και πρέπει να ασχολούμαι με το νοικοκυριό μου και με τον άντρα μου.

Άρχισα να πιστεύω πως είχα έναν κανονικό γάμο με ένα ωραίο, πεντακάθαρο και ολόκλειστο σπίτι, ένα σκύλο που έμενε μόνος του στον κήπο κι ένα πλυντήριο στη βεράντα που ήταν πια η καθημερινή βόλτα μου.  

Το μεταπτυχιακό του Νίκου τελείωσε με άριστα ενώ το πλυντήριο στη βεράντα έστιβε τα τελευταία μου όνειρα για το δικό μου πτυχίο. Θα το πάρω, σκεφτόμουν, όταν γεννήσω με το καλό. Οι γονείς μου με άφηναν να αποφασίσω και από μέσα τους έβραζαν.

Ο πεθερός μου ζήλευε παθολογικά τη γυναίκα του και την έβαζε να κάθεται με την πλάτη στον κόσμο για να μη βλέπουν άλλοι άντρες την ομορφιά της. O γιος του ζήλευε παθολογικά εμένα, τη δική του γυναίκα. Μου χάρισε μια ζωή κλειστή σαν στρείδι, που χώραγε μόνο αυτόν, τις ιδιοτροπίες του, την καρριέρα του κι εμένα σαν κάδρο, σαν ζωγραφιά στον τοίχο, που ίσως ανεβαίνοντας τα σκαλιά της ιεραρχίας στην Τράπεζα όπως ονειρευόταν, να μπορούσε να με επιδείξει κι εμένα ως πολυτελές δείγμα συζύγου. Μια ζωή ίδια με αυτή που ζούσε η μάνα του. 

Στα μαθήματα ανώδυνου τοκετού πηγαίναμε μαζί. Φοβόταν ότι μπορούσα να ξεμυαλιστώ, έλεγε γελώντας. Στην αρχή κολακευόμουν  από τη ζήλεια του, την έπαιρνα γι’ αγάπη. Οι συγγνώμες και τα κλάμματα του μετά το χαστούκι μου φαίνονταν αληθινά, παρά την αρχική μου αντίδραση. Η θηλειά που σφιγγόταν αργά γύρω από το λαιμό μου δεν φαινόταν ακόμα. 

Άρχισε να φαίνεται με τους καθημερινούς καυγάδες, πότε γιατί διαταράχτηκε η ώρα του ύπνου του, πότε γιατί η μοδίστρα που ήρθε στο σπίτι έφαγε στο τραπέζι μαζί μας, πότε γιατί πήγα να δω τη μαμά μου, πότε γιατί γάβγισε η Λίλυ σε ώρα κοινής ησυχίας.

Κάποια στιγμή είπα να δώσω ένα από τα μαθήματα που χρωστούσα. Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε, μου έκανε τη ζωή κόλαση από τη γκρίνια και τι θέλω τώρα να τρέχω, και άσε βρε παιδί μου δίνεις αργότερα και ποιόν έχεις βάλει στο μάτι και θες να πας να τον συναντήσεις, τέτοια. Τελικά έχασα το μάθημα, δεν πήγα καν, από το κλάμα που έριξα.

Με τους απανωτούς καυγάδες και τον εγκλεισμό μου στο σπίτι άρχισα να τον φοβάμαι. Έκανα ό,τι μπορούσα να μην τον προκαλώ, ήταν τόσο ευερέθιστος που όλα τον πείραζαν. Η πετσέτα του μπάνιου που σκουπιζόταν αν του έπεφτε κάτω έβαζε τις φωνές κι έπρεπε να τρέχω να του πάω καθαρή. Αντί να με προσέχει αυτός, τον ντάντευα εγώ σαν να ήταν μωρό. Το άκρον άωτον της ιδιοτροπίας του ήταν ότι το φαγητό έπρεπε να είναι σε δική μας κατσαρόλα ακόμα κι αν είχε μαγειρέψει η μαμά μου. Τρομοκρατία κανονική. Γιατί αυτό, γιατί εκείνο, πού ήσουν, πότε βγήκες στον κήπο, μια συνεχής παρακολούθηση, βρόχος αληθινός.   

Έτρεμα μην τον προκαλέσω κι αρχίσει άλλος καυγάς. Το τηλέφωνο την ώρα που κοιμόταν μετά το γραφείο έπρεπε να είναι χαμηλωμένο μη τυχόν τον ξυπνήσει. Η θηλειά ήταν πια καθαρά περασμένη στο λαιμό μου.

Απέφευγα ν΄ ανεβαίνω στους γονείς μου, ακόμα και τα πρωινά, γιατί δεν μπορούσα να τους ξεγελάσω πια. Ήμουν πάντα αυθόρμητη κι έτσι δυστυχισμένη καθώς ήμουν εκείνοι με διάβαζαν σαν ανοιχτό βιβλίο. Αν κατάφερνα να πεταχτώ ως τη γειτόνισσα απέναντι με τις παντόφλες μου φαινόταν μεγάλη ανάσα.  Μεγάλη γυναίκα, έμπειρη, με ήξερε από μωρό, της άνοιγα την καρδιά μου, εκείνη μου έψηνε καφέ και με άφηνε να ξεσπάσω. Μετά γυρνούσα πάλι στο κλειστό σπίτι μου και έτρεμα  για τον επόμενο καυγά. Η Λίλυ δεν μου παραπονιόταν πια που δεν την άφηνα να μπαίνει στο σπίτι, μόνο με κοιτούσε με απορία στα βελούδινα μάτια της.

Οι ναυτίες είχαν περάσει. Τα κλάμματα ήταν καθημερινά. 

Είχε μπει Νοέμβρης, περίμενα να γεννήσω μέσα Γενάρη. Στις 20 Νοεμβρίου το βράδυ πέσαμε νωρίς για ύπνο. Στριφογύριζα ώρα πολλή, δεν νύσταζα. Όταν τον ένοιωσα ότι κοιμήθηκε σηκώθηκα ακροπατώντας και βγήκα στη βεράντα με το νυχτικό να πάρω αέρα. Κάθισα στα σκαλιά που έβγαζαν στον κήπο και η Λίλυ ήρθε δίπλα μου, σπρώχνοντας με απαλά με το κεφάλι της να τη χαϊδέψω.

Η βαθειά τρυφερότητα του σκυλιού, η ζεστασιά της πλάι μου, με τσάκισε. Ένοιωσα ξαφνικά ολομόναχη στον κόσμο μ’ ένα μωρό στην κοιλιά και το σκυλί δίπλα μου. Τα σκαλιά ήταν κρύα, η νύχτα ήταν κρύα, ο κόσμος όλος ήταν κρύος.

Η Λίλυ σαν νάθελε να με ζεστάνει με την ανάσα της σηκώθηκε κι άπλωσε τη μουσούδα της στο πρόσωπο μου. Αγάπη μου της είπα, με παράπονο, αγάπη μου, και ξέσπασα σε λυγμούς. Κρατούσα σφιχτά το χέρι μου μπροστά στο στόμα να μην ακούσει κανείς το κλάμα μου μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, να μην ξυπνήσουν οι γονείς μου και με δουν με το νυχτικό στον κήπο. Ήξερα πως δεν ανέχονταν για το μοναχοπαίδι τους τέτοια ζωή. Φοβόμουνα μη γίνει κανένα κακό. Εγώ είχα παραδοθεί στη μοίρα μου. Έκλαιγα κρυφά με το σκύλο μου που είχε πέσει πάνω μου να με ζεστάνει.  

Ξαφνικά άκουσα πίσω μου τον Νίκο να κλειδώνει την πόρτα της κουζίνας, ενώ με έβλεπε να κάθομαι στα σκαλιά. Δεν βγήκε καν έξω, δεν ανησύχησε να δει γιατί στέκομαι έξω μέσα στη νύχτα. Κλείδωσε απλώς την πόρτα της κουζίνας μια νύχτα του Νοέμβρη κι άφησε τη γυναίκα του έγκυο στο σκαλί της αυλής, με το νυχτικό.

Δεν μίλησα καθόλου, δεν χτύπησα την πόρτα να μου ανοίξει. Δεν ήθελα να μ’ ακούσει κανείς. Μαζεύτηκα ένα κουβάρι εκεί στο σκαλί κι η Λίλυ ήρθε από πάνω μου και με ζέσταινε με την ανάσα της. Η μοναχοκόρη, η καλοαναθρεμμένη, είχε γίνει μια πλαστελίνη κολλημένη στα κρύα σκαλιά. Δεν είχα ούτε μια στάλα αξία.  

Δεν ήξερα γιατί ήμουν εκεί, ούτε πόση ώρα πέρασε. Η Λίλυ δεν κουνήθηκε από πάνω μου. Η καρδούλα της ήταν το μόνο ζωντανό πράγμα στη νύχτα ώσπου κλώτσησε το μωρό μου, μια φορά κι ύστερα πάλι. Αναρωτήθηκα για το νόημα της υποταγής που έδειχνα. Δειλή δεν ήμουν ποτέ, τώρα υπέκυπτα στον παραλογισμό ενός κακομαθημένου άντρα που προσπαθούσε να μου πάρει τον αέρα. Θύμωσα. Συνέχισα να κάθομαι στην ίδια θέση αλλά είχα σηκώσει το κεφάλι μου.  

Μετά από αρκετή ώρα ο Νίκος ήρθε κι άνοιξε την πόρτα της κουζίνας. Πίστευε σίγουρα ότι μου είχε δώσει το μάθημα που ήθελε.

Σηκώθηκα σαν κουρντισμένη από το σκαλί και τον ακολούθησα μέσα, ακριβώς πίσω του. Η θηλειά στο λαιμό μου μου έκοβε την ανάσα. Ένοιωθα αίμα να πέφτει στα μάτια μου και τυφλή οργή να με κυριεύει. Καθώς αυτός γύρισε αμίλητος να φύγει προς την κρεββατοκάμαρα, τράβηξα από το συρτάρι της κουζίνας δίπλα μου, εκεί που βάζαμε τα εργαλεία, ένα σφυρί και το σήκωσα πάνω απ' το κεφάλι του να τελειώνω μια και καλή μαζί του. Να τελειώνω ήθελα, μόνο αυτό. Χωρίς να σκεφτώ τίποτ’ άλλο.

Για μια στιγμούλα μονάχα έκλεισα τα μάτια μου, με το σφυρί στο χέρι, και σκέφτηκε τα μαύρα του μαλλιά γεμάτα αίματα. Συνήλθα. Ασυναίσθητα γύρισα το χέρι μου λίγο πιο δεξιά και με όλη μου τη δύναμη  κοπάνησα το σφυρί πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Το χοντρό ξύλο που έσπασε με τρομερό κρότο τον έκανε να γυρίσει απότομα. Είδαμε κι οι δυο με τρόμο την τρύπα στο τραπέζι. Ηταν τέτοια η ένταση που άκουγα την ανάσα μου σαν εξάτμιση στο στήθος μου.

Δεν είπαμε τίποτα. Τι να πούμε; Η ομίχλη έμπαινε πια από παντού στο σπίτι μας.

Τότε κατάλαβα ότι κάθε προσπάθεια να σώσουμε εκείνο το γάμο ήταν μάταιη. Πριν λίγο κόντεψα να σκοτώσω τον άντρα μου που με είχε χτυπήσει, που με είχε πνίξει με μια βασανιστική αγάπη, που μου είχε στερήσει κάθε χαρά κι έφτασε να με κλειδώσει έξω στην παγωμένη νύχτα του Νοέμβρη με το νυχτικό να τουρτουρίζω.

Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε εκείνη τη νύχτα. Με την τρύπα στο τραπέζι της κουζίνας που σήμαινε τον αργό και βασανιστικό θυμό μιας νέας γυναίκας που έγινε οργή μαζεμένη σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα για τη ζωή που δεν μου ταίριαζε, τη ζωή που μ΄έπνιγε, που μου έκοβε όλες τις πηγές του νερού και με στέγνωνε παράλογα και αφόρητα. Με την τρύπα που ευτυχώς άνοιξε στο τραπέζι κι όχι, ευτυχώς το ξαναλέω, στο κεφάλι του άλλου, όπως η δίκαιη οργή μ’ έσπρωξε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Με την τρύπα στο τραπέζι που ήταν τελικά η σωτηρία μου, η αφύπνιση και η απόφαση μου. Αγιο είχα, που λένε, εκείνο το βράδι.

Γύρισα στο κρεββάτι και κοιμήθηκα βαθειά σαν να λυτρώθηκα. Εκείνος δεν μίλησε καθόλου. Κατάλαβε; Φοβήθηκε; Ποιος ξέρει...

Η μοίρα ήταν στα χέρια μου, το κατάλαβα. Η τρύπα στο τραπέζι μου το δίδαξε αυτό. Λίγα εκατοστά πιο αριστερά θα είχαν σημαδέψει τη ζωή με μια πράξη μοιραία. Πρόλαβα όμως κι έστριψα τη μοίρα, πρόλαβα και κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω. Πρόλαβα. Αυτή ήταν η λέξη που θα με συντρόφευε  πια. 

Πήρα οριστικά την απόφαση να χωρίσω, μετά τη γέννηση του παιδιού. Λίγος καιρός έμενε πια.  Το ανακοίνωσα στους γονείς μου και τους ζήτησα να μην παρέμβουν για κανένα λόγο. Φυσικά δεν είπα σε κανέναν για την τρύπα στο τραπέζι. Ούτε και ο Νίκος το ανέφερε.  

Οι μέρες περνούσαν το ίδιο μονότονα αλλά τώρα πλέον είχα αρχίσει να σκέφτομαι τα μαθήματα του πτυχίου μου που δεν μου φαίνονταν τόσο μακρυνά. Άρχισα να μη φοβάμαι τι θα πει ο κόσμος, άρχισα να σκέφτομαι την άλλη μέρα χωρίς εκείνον. Ένοιωθα ήρεμη, ήμουν αποφασισμένη πια. 

Εκείνος όμως, δυστυχώς, παίρνοντας την ηρεμία μου για υποταγή, έγινε ακόμα πιο δύστροπος. 

Το μεσημέρι της 10ης Δεκεμβρίου, ένα μήνα πριν γεννήσω και ενώ μόλις είχα βγει από το μπάνιο και ετοιμαζόμουν να ντυθώ για να επισκεφθώ τον γυναικολόγο μου στο τακτικό ραντεβού, ο Νίκος μου είπε ότι δεν μπορεί να με συνοδεύσει και να πάω με τη μάνα μου. Ήταν η γνώριμη τακτική να μου κάνει το βίο αβίωτο, να με εξαναγκάσει να κλάψω, να τον παρακαλέσω. Τον είχα μάθει πλέον καλά. Δεν υπέκυψα. Του απάντησα ότι το παιδί δεν το έκανα με τη μάνα μου αλλά με εκείνον και του ζήτησα να ντυθεί και να φύγουμε για τον γιατρό.

Σε έξαλλη κατάσταση άρχισε να με κατηγορεί ότι είχα σχέσεις με τον γιατρό μου και όρμησε μαινόμενος πάνω μου, ρίχνοντάς με μέσα στην ανοιχτή ντουλάπα και άρχισε να με κλωτσάει καθώς ήμουν πεσμένη κάτω. Προσπάθησα να προστατεύσω την κοιλιά μου με τα χέρια μου, το μυαλό μου δούλευε πυρετικά και σκέφτηκα πως το μόνο που πρέπει να κάνω είναι να καλέσω σε βοήθεια, να με ακούσουν από πάνω οι γονείς και να τρέξουν. Άρχισα λοιπόν να ουρλιάζω με όλη μου τη δύναμη «βοήθεια» ενώ εκείνος ξαφνιασμένος από την αντίδρασή μου που δεν περίμενε, σταμάτησε να με χτυπάει και με κοιτούσε αποσβολωμένος. Είδα αίμα να τρέχει στα πόδια μου, είχα χτυπήσει στο ρείθρο της ντουλάπας πέφτοντας.

Σε ελάχιστα λεπτά οι γονείς μου χτυπούσαν μανιωδώς το κουδούνι μας και ο Νίκος έτρεξε σαν υπνωτισμένος να ανοίξει. Ο πατέρας μου μπρος και η μάνα μου από πίσω, ακολουθούμενοι από μια οικογενειακή φίλη που ήταν στο σπίτι τους εκείνη την ώρα, εισέβαλλαν έξαλλοι στο δωμάτιο και με αντίκρυσαν σ’ αυτή την κατάσταση.  

Σε λίγη ώρα οι σειρήνες του ασθενοφόρου έβγαλαν τη γειτονιά στις πόρτες και στα μπαλκόνια στο ήσυχο προάστιο μας. Μεταφέρθηκα αιμόφυρτη στο μαιευτήριο Μαρίκα Ηλιάδη όπου με περίμενε ο γιατρός μου που ειδοποιήθηκε άμεσα από τον παροιμοιωδώς ψύχραιμο πατέρα μου

Με την ίδια ψυχραιμία ο πατέρας μου, αφού τακτοποίησε εμένα στο ασθενοφόρο μαζί με τη μητέρα μου, εν συνεχεία πέταξε τον γαμπρό του έξω από το σπίτι, χωρίς να τον αγγίξει καν. Όταν αργότερα τον ρωτούσαν πώς κράτησε την ψυχραιμία του και δεν έσπασε τον γαμπρό του στο ξύλο εκείνος είπε «είχα να φροντίσω το παιδί μου και το εγγόνι μου» 

Το ίδιο απόγευμα ο Νίκος ήρθε να με δει στο μαιευτήριο. Τον κοίταξα πολύ ήρεμα και του είπα ότι δεν θέλω πια να ζω μαζί του. Χωρίς θυμό, χωρίς κακία. Δεν υπήρχε ζωή για μένα δίπλα του. Ψέλλισε κάτι δικαιολογίες που δεν άκουγα καν.  

Του έκανα αγωγή και χωρίσαμε.

Το παιδί γεννήθηκε ένα μήνα μετά. Γέννησα κάνοντας αναπνοές με τη μαμά, τον μπαμπά, τα ξαδέλφια και τους φίλους μου που μαζεύτηκαν όλοι γύρω μου σαν να είχαμε πάρτυ. Έτσι ήταν η γέννηση του γιού μου, ένα πανηγύρι χαράς, στις 13 του Γενάρη.

Το πτυχίο μου το πήρα 6 μήνες μετά και ορκίστηκα με τον γιο μου στην αγκαλιά μου. Ύστερα τον πήραν όλοι οι συμφοιτητές μου, που ορκιστήκαμε μαζί, να βγάλουν κι εκείνοι φωτογραφίες. Ήταν το μωρό του έτους μας, 1983.  

****

Η ιστορία αυτή είναι αληθινή. 

Είναι η ιστορία της όμορφης νύφης με το παραδοσιακό χρυσοκέντητο νυφικό. Είναι η δική μου ιστορία. 

Τη γράφω σήμερα για να πω στις γυναίκες να μη φοβούνται να μιλήσουν. Η δύναμη μας χτίζεται από τις πληγές μας.

Για τα χρόνια που ακολούθησαν ως σήμερα που είμαι 66 χρονών και ο γιός μου στα 44 του, γράφω ένα ξεχωριστό μικρό κομμάτι στις 5/7/26.

 Σοφία Μούτσου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου