Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΑ ΦΥΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΑ ΦΥΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

"Ο φεμινισμός δεν κυλάει σε - δυτικά - κύματα", της Μαρίας Γκασούκα

 

Όπως είναι γνωστό, η θεωρία για την εξέλιξη της φεμινιστικής σκέψης, των φεμινιστικών κινημάτων και αγώνων υπό τη μορφή κυμάτων είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη και για ορισμένες/ους προσεγγίζεται ως καθολικά αποδεκτή. Συχνά, μάλιστα, λειτουργεί νομιμοποιητικά στο εσωτερικό του φεμινισμού, κατά τη συνηθισμένη επίκληση του δίπολου παράδοση/συντήρηση - πρόοδος. Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της θεωρίας αυτής, το πρώτο κύμα συνδέεται με την περίοδο της διεκδίκησης της γυναικείας ψήφου, το δικαίωμα των γυναικών στην εκπαίδευση κ.ά. Το δεύτερο κύμα, που διαμορφώθηκε γύρω από την ιστορική και πάντα επίκαιρη διαπίστωση πως «το προσωπικό είναι πολιτικό», συνδέθηκε στενά με το αίτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης και της αυτοδιάθεσης των θηλυκών σωμάτων, αλλά και ευρύτερων δικαιωμάτων των γυναικών στην οικογένεια, την εργασία, την οικονομία, την πολιτική, την τέχνη και όχι μόνο. Το τρίτο κύμα έθεσε επιτακτικά ζητήματα έμφυλων ταυτοτήτων, εθνοτικότητας κ.λπ.

Σήμερα βρισκόμαστε σε ένα μάλλον νεφελώδες τέταρτο κύμα που εστιάζει σε έναν δικαιωματισμό, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως νέος, σύγχρονος, διαθεματικός, επικεντρώνοντας στον λόγο, τον συμβολισμό κ.ά. Τον τελευταίο μάλιστα καιρό, η νομιμοποιητική επίκληση του 4ου κύματος χρησιμοποιείται ιδιαίτερα από εκείνες/ους που αντικαθιστούν τον όρο «Γυναίκα» και τα ιστορικά, πολιτικά, ταξικά, έμφυλα αγωνιστικά συμφραζόμενά του με σχήματα ή/και όρους όπως λ.χ. «άτομα με μήτρα/έμμηνα».

Δεν συμφωνώ με την παραπάνω θεωρία, την οποία αφενός βρίσκω εγγενώς προβληματική, αφετέρου ως κατασκευή βαθιά δυτικοκεντρική και δεν είμαι η μόνη που διαφωνεί. Σημαντικές φεμινίστριες όπως η Oyěwùmí, Oyèrónké («The Invention of Women», 1997) και η María Lugones (Coloniality of Gender, 2008) της ασκούν σοβαρή κριτική, την οποία συμμερίζομαι. Και εξηγούμαι γιατί: Προφανώς και υπήρξαν συγκεκριμένες περίοδοι, ιδέες/απόψεις, με δυο λόγια, χαρακτηριστικά σημεία αναφοράς στην εξέλιξη του φεμινισμού, των αιτημάτων και των διεκδικήσεών του, ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση συνεπάγεται ευθύγραμμη και ενιαία τη συγκεκριμένη πορεία και, φυσικά, ουδέποτε υπήρξε τέτοια. Η θεωρία των φεμινιστικών κυμάτων είναι, παράλληλα, δυτικοκεντρική κατασκευή, η οποία έλκει την καταγωγή της από την ευρωπαϊκή και αμερικανική φεμινιστική σκέψη και τα ανάλογα κινήματα. Αδυνατεί όμως από την εμφάνισή της ήδη να συμπεριλάβει και να εκφράσει τις εμπειρίες, τις προσδοκίες, τις επιδιώξεις κ.λπ. γυναικών άλλων πολιτισμικών υποβάθρων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το γεγονός μάς υπενθυμίζει πως υπάρχουν τόσοι φεμινισμοί όσες και οι διαφορετικές συνθήκες ζωής των γυναικών και οι υλικές και συμβολικές τους ανάγκες, που συγκροτούν αιτήματα και προτεραιότητες συχνά διαφορετικά/ές από αυτά/ές των Δυτικών γυναικών. Ανάγκες και αιτήματα, πιθανά πολύ λιγότερο δικαιωματικού χαρακτήρα, που ίσως και να συνδέονται περισσότερο με την ίδια τους την επιβίωση. Κατά συνέπεια, φεμινιστικές εξηγήσεις περιβαλλόμενες «καθολικότητα» μέσω της «δυτικής αυθεντίας», συχνά αναπαράγουν ιεραρχίες και διακρίσεις στο εσωτερικό της φεμινιστικής σκέψης, αλλά και πρακτικής (παλιές/σύγχρονες, προοδευτικές/αναχρονιστικές κ.ά.). Άλλωστε, ο όρος «κύμα» φαντάζει, έτσι ή αλλιώς, ως φάση προόδου και κατακτήσεων, ολοκλήρωση μιας διαδικασίας που αποτελεί ταυτόχρονα την απαρχή μιας επόμενης. Γνωρίζουμε, ωστόσο, καλά ότι οι φεμινιστικές απόψεις, οι φεμινιστικές δράσεις, οι σχετικοί αγώνες και οι θυσίες που τις/τους συνοδεύουν δεν λειτουργούν διαδοχικά. Συνυπάρχουν, συνδιαλέγονται, διαφωνούν, συμμαχούν και, συχνά, συγκρούονται! Κατά την άποψή μου, δεν είναι δυνατόν η όποιες αναφορές τόσο στη φεμινιστική ιστορία όσο και στον σύγχρονο φεμινισμό να υπονοούν –ή και να εκφράζουν ρητά– μια αρχική αφετηρία και μια ενιαία, υποχρεωτική πορεία.

Αρέσει ή όχι, το ομολογούμε ή όχι, αυτή είναι η δυτική αφετηρία και οι θηλυκές εμπειρίες και μάχες που τη συνόδεψαν ως τις μέρες μας και δυστυχώς αποτελούν το μέτρο αξιολόγησης άλλων αφετηριών και δρόμων, αγώνων διαφορετικών. Και γνωρίζουμε, επίσης, πως οι παραπάνω δυτικοκεντρικές αντιλήψεις οδήγησαν σε ένα είδος «αποικισμού» και προκάλεσαν την αντίδραση και την αυστηρή κριτική άλλων, μη δυτικών φεμινισμών, τη φωνή των οποίων οφείλουμε να ακούσουμε με προσοχή, προκειμένου να συνδιαλλαγούμε μαζί τους, γεγονός που επιτάσσει και την αντίστοιχη αυτοκριτική εκ μέρους μας. Και παραθέτω κάτι που διάβασα και μου άρεσε: «Γιατί ο φεμινισμός δεν κυλά σε κύματα. Κυλά σε ποτάμια, παραπόταμους, καταρράκτες. Και κάποιες φορές, ξεσπά σαν θάλασσα – εκεί που δεν το περιμένει κανείς».

*Ομότιμη καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Αιγαίου


"8 Μάρτη. Γιορτάζουμε;", άρθρο της Ελένης Γούλα

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ στην Ημέρα της Γυναίκας 8 Μάρτη. Μέρος ΣΤ΄ "8 Μάρτη. Γιορτάζουμε;", άρθρο της Ελένης Γούλα

Το 1977 καθιερώθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών η 8 Μάρτη ως Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Η επιλογή της ημερομηνίας αποδίδεται στη μεγάλη εκδήλωση διαμαρτυρίας που έγινε στη Νέα Υόρκη στις 8 Μάρτη 1857 από τις εργάτριες της κλωστοϋφαντουργίας, οι οποίες διαμαρτύρονταν για τις συνθήκες εργασίας και τους χαμηλούς μισθούς. Παρόλο που στον 20ο  αιώνα γιορτάστηκαν κι άλλες ημερομηνίες αφιερωμένες στη γυναίκα, όμως τελικά συμβολοποιήθηκε η 8 Μάρτη και οριστικοποιήθηκε στη συνείδηση των κοινωνιών. Σηματοδοτεί πλέον την ανάμνηση των γυναικείων αγώνων για ισότητα, ελευθερία και αυτοδιάθεση, ενώ νοηματοδοτεί και τις κάθε φορά επιτακτικές διεκδικήσεις του γυναικείου κινήματος.    

Στις πρώτες διαμαρτυρίες του 19ου αι. οι γυναίκες αγωνίζονταν για καλύτερες συνθήκες εργασίας και καλύτερους μισθούς, αφού μέχρι τότε αποτελούσαν το φτηνότερο εργατικό δυναμικό και μια βολική αναπαραγωγική μηχανή. Αργότερα, στον 20ο αιώνα, όταν ήδη είχαν οργανωθεί τα πρώτα φεμινιστικά κινήματα, το αίτημα για δικαίωμα ψήφου και ορατότητα όσο τολμηρό κι αν φαινόταν, είχε γίνει η κυρίαρχη διεκδίκηση και ιδίως στη βιομηχανική Βρετανία όπου δρούσαν οι δυναμικές σουφραζέτες με τις πολύ μεγάλες κινητοποιήσεις. Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, όταν το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες καθιερωνόταν σε όλο και περισσότερες χώρες, εμφανίστηκε επιτακτικό το αίτημα για ισότητα και αυτοδιάθεση των γυναικών τόσο στην οικογένεια, όσο και στην πολιτική ή κοινωνική ζωή.

Οι αγώνες αυτοί έφεραν αποτελέσματα. Τη δεκαετία του ‘70, στον Δυτικό κόσμο είχε νομοθετικά κατοχυρωθεί η ισότητα των δυο φύλων, ενώ το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι ήταν καθολική κατάκτηση. Οι γυναίκες έμπαιναν ανεμπόδιστα στα Πανεπιστήμια, συμμετείχαν στην Πολιτική και στην Κοινωνική ζωή, ενώ είχαμε και τις πρώτες γυναίκες πρωθυπουργούς την Ίντιρα Γκάντι στην Ινδία (1966-1977) και τη Μάργκαρετ Θάτσερ στη Μεγάλη Βρετανία (1979-1990).

Στην πραγματικότητα όμως, όπως καταλαβαίνουμε σήμερα, οι κατακτήσεις αυτές ήταν μόνο εξωτερικές και επιφανειακές. Στη συνείδηση της κοινωνίας οι γυναίκες που δραστηριοποιούνταν στον ως τότε αντρικό στίβο της πολιτικής ή της κοινωνικής ζωής, είχαν αρνηθεί όχι μόνο τον παραδοσιακό τους ρόλο αλλά και τη γυναικεία τους ταυτότητα.   

Έτσι, ενώ ο πρώτος αυτός αιώνας των γυναικείων διεκδικήσεων είχε δώσει ορατότητα στις γυναίκες, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες, όμως οι στερεοτυπικές αντιλήψεις δεν είχαν υποχωρήσει ουσιαστικά. Η πατριαρχική εξουσία - δείχνοντας εξ αρχής τις σουφραζέτες της Βρετανίας αλλά και άλλες αγωνιζόμενες γυναίκες στον κόσμο - είχε πείσει εύκολα τις μάζες πως οι φεμινίστριες ήταν βίαιες, ανδροπρεπείς και πολύ επικίνδυνες για τα ιερά και τα όσια των λαών. Ήταν εύκολη η ρητορική τους όταν γυναίκες της ανώτερης τάξης αρχικά και πολύ γρήγορα γυναίκες από κάθε κοινωνικό στρώμα διαδήλωναν, απεργούσαν, έσπαγαν βιτρίνες και ανυποχώρητες διεκδικούσαν την ορατότητά τους. Ήταν εύκολο το κυρίαρχο ανδροκρατικό σύστημα να υπονομεύσει τους αγώνες που απειλούσαν την εξουσία του. Να εμφανίσει τις γυναίκες ως αντίπαλους στην αρένα της κοινής ανθρώπινης ζωής. Να σπείρει τον φόβο πως από τις φεμινίστριες κινδυνεύει η κοινωνία, κινδυνεύει η ειρήνη, κινδυνεύουν οι θεσμοί, η οικογένεια, η πατρίδα. Και αυτή η αντίληψη ρίζωνε βολικά στο κοινωνικό σύνολο το οποίο γενικά δεν είναι διατεθειμένο να αλλάξει πεποιθήσεις ακόμη και όταν αυτές δυσκολεύουν τη ζωή και βασανίζουν την ύπαρξη.

Μέχρι σήμερα, η διεκδικούμενη μετατόπιση δεν έχει συμβεί. Η κοινωνία, η εργασία αλλά και οι προσωπικές σχέσεις αποτελούν συχνά ένας είδος αρένας, όπου τα φύλα κονταροχτυπιούνται όχι ως συνεργάτες και σύμμαχοι στον αγώνα της ζωής, αλλά ως θανάσιμοι αντίπαλοι για το κυνήγι της εξουσίας. Η αντιπαλότητα αυτή ακόμη και όταν είναι υπόγεια και άρρητη αποτελεί στοιχείο κοινωνικής διαπαιδαγώγησης, δομικό συστατικό της πατριαρχικής κοινωνίας και συχνά υποβόσκει κρυμμένο, καμουφλαρισμένο πίσω από φιλικές, ερωτικές και προστατευτικές οικογενειακές σχέσεις.

Ξαφνιάζεται η κοινωνία όταν εκδηλώνονται σεξιστικές συμπεριφορές εις βάρος των γυναικών ή ακόμη και γυναικοκτονίες, όμως αληθινά και ουσιαστικά βήματα για την αποφυγή αυτής της βίας, που την αναγνωρίζουμε πια ως έμφυλη βία, δεν έχουν γίνει. Παρόλο που μόνο το 2024 συνέβησαν 16 γυναικοκτονίες στην Ελλάδα, η πολιτεία αρνείται να αναγνωρίσει τον όρο και ούτε τολμά να νομοθετήσει ουσιαστικά μέτρα πρόληψης.

Το ζήτημα βέβαια είναι σύνθετο και οι ρίζες του προβλήματος βαθιές. [1]

“Η έμφυλη βία συναντάται σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξης, τον βαθμό πολιτικής σταθερότητας, την κουλτούρα, τη θρησκεία, τόσο στον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό χώρο. Ακραία μορφή έμφυλης βίας αποτελεί η γυναικοκτονία, ως η κορύφωση, κατά κανόνα, μακρόχρονων βίαιων συντροφικών/οικογενειακών σχέσεων. Αιτία της, το βασικό κίνητρο του δράστη, είναι το φύλο του θύματος και συχνά η άρνηση συμμόρφωσής του στις πατριαρχικές επιταγές. Πρόκειται για σεξιστικό, τιμωρητικό έγκλημα, που εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πατριαρχικής πολιτικής επιβολής.

Μπορούμε να το δούμε πια καθαρά πως, “η απελευθέρωση των γυναικών και των ανδρών δεν είναι σήμερα, όπως συχνά παρουσιάζεται, υπόθεση κυρίως διαφωτισμού, δημιουργίας δηλαδή φωτισμένων συνειδήσεων, γιατί δεν είναι κυρίως θέμα συνείδησης η ανδρική κυριαρχία, αλλά θέμα οργάνωσης της κοινωνικής ζωής. 

Ο αγώνας, επομένως, για μια άλλη θέση της γυναίκας και μια άλλη σχέση με τον άνδρα είναι ένας αγώνας για μια άλλη πολιτική, για ένα άλλο θεσμικό πλαίσιο, και βαθύτερα για έναν ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνικών συνθηκών που παράγουν και αναπαράγουν τις σχέσεις κυριαρχίας, που πλάθουν και νομιμοποιούν κυρίαρχους και οδηγούν τις κυριαρχούμενες να υιοθετούν απέναντι σε αυτούς και απέναντι στους εαυτούς τους το ίδιο σημείο θέασης που έχουν οι κυρίαρχοι.

Για όλα αυτά λοιπόν, και επειδή σ’ ένα τέτοιο σημείο βρίσκεται στη χώρα μας σήμερα η θέση της γυναίκας, “εμείς οι γυναίκες συγγραφείς, αισθανόμαστε την ανάγκη με τους τρόπους που διαθέτουμε, την πένα κυρίως και την κοινωνική μας δράση, να συνεισφέρουμε στην προσπάθεια το ζήτημα να έρθει στην επιφάνεια, ώστε περισσότερες γυναίκες να μιλήσουν για το βίωμα της έμφυλης ανισότητας και της έμφυλης βίας, για να κάνουμε το «μίλα μη φοβάσαι» μια πραγματικότητα, τον λόγο της γυναικείας ενδυνάμωσης και χειραφέτησης να γίνει πιο ισχυρός αλλά και τη συντηρητική πολιτεία να προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές που θα απλώνουν ένα δίχτυ προστασίας γύρω από τις γυναίκες που βάλλονται. 

Έτσι, συγκροτούμε το δίκτυο Γυναίκες Συγγραφείς κατά της Έμφυλης Βίας και των Γυναικοκτονιών «η φωνή της», με κύριο σκοπό να συνδράμουμε στην ανάδειξη και αναγνώριση του φαινομένου της γυναικοκτονίας ως σεξιστικού εγκλήματος και στην ευαισθητοποίηση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην έμφυλη βία κάθε μορφής και σήμανσης. Συντασσόμαστε με τα γυναικεία/φεμινιστικά κινήματα, με τις Επιτροπές Ισότητας των Ελληνικών Πανεπιστημίων, με γυναίκες και άντρες πανεπιστημιακούς, εργαζόμενες και εργαζόμενους, νέους και νέες, φοιτήτριες και φοιτητές, δημοσιογράφους, καλλιτέχνιδες και καλλιτέχνες, με ευαισθητοποιημένα ευρύτερα μέλη της κοινωνίας ασχέτως φύλου, μετέχουμε στην Πρωτοβουλία κατά των Γυναικοκτονιών, υπογράφοντας τη σχετική διακήρυξη και αγωνιζόμαστε με όσα μέσα διαθέτουμε για την εξάλειψη κάθε μορφής βίας που συνδέεται με το φύλο”.

Οι συγγραφείς που είμαστε μέλη του Δικτύου κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «η φωνή της» μπορεί να εκκινούμε από διαφορετικές αφετηρίες, να διαθέτουμε διαφορετικό βαθμό συνειδητοποίησης του ζητήματος, να το αναγνωρίζουμε ως ένα κομμάτι της προσωπικής μας βιογραφίας ή να το βλέπουμε ως πρόβλημα των άλλων γυναικών, να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε με κάποιες μορφές κινητοποίησης για την έκφραση των απόψεών μας, όλες μας όμως καταλαβαίνουμε ότι το θέμα υπάρχει και είναι μείζονος σημασίας. 

Και διαδηλώνουμε την 8 Μάρτη γιατί οι γυναίκες δε χρειαζόμαστε λουλούδια, δώρα και μια ακόμη αφορμή για να κινηθεί η αγορά. Ο αγώνας μας σήμερα είναι αγώνας για την πραγματική ισότητα και δικαιοσύνη. Και πάνω απόλα αγωνιζόμαστε για την εξάλειψη της έμφυλης βίας σε βάρος των γυναικών και για την ειρηνική συνύπραξη των ανθρώπων. 

ΣΗΜ. 

 Παραθέτω αποσπάσματα από τα κείμενα 1. η διακήρυξη του Δικτύου ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΜΦΥΛΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΩΝ "η φωνή της" και 2. Αλεξάνδρα Μήτσιαλη Κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις της έμφυλης βίας: κάτω από την κορυφή του παγόβουνου”. Και τα δυο κείμενα είναι δημοσιευμένα στο blog του δικτύου: 1. ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ https://gynaikessyggrafeis.blogspot.com/2024/03/blog-post.html 2. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΗΤΣΙΑΛΗ https://gynaikessyggrafeis.blogspot.com/2024/02/blog-post_15.html


 

Η Ελένη Γούλα γεννήθηκε στο Βασιλίτσι Μεσσηνίας. Το πρώτο διήγημά της δημοσιεύτηκε το 1997 στο περιοδικό Big Bang. Έκτοτε οι ιστορίες της κυκλοφορούν σε περιοδικά, ατομικές συλλογές και συλλογικούς τόμους. Έγραψε και ένα βιβλίο-καταγραφή σχολικής εμπειρίας με τον τίτλο, το λαϊκό θέατρο στη Νεότερη Ελλάδα που υπάρχει στην Ανοιχτή βιβλιοθήκη.


 

  

 

 

 

«Ο βιασμός εν καιρώ πολέμου ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας», Της Φωτεινής-Ηλέκτρας Χριστακοπούλου

 

ΕΘΝΙΚΌ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΌ ΠΑΝΕΠΙΣΤΉΜΙΟ ΑΘΗΝΏΝ ΣΧΟΛΉ ΝΟΜΙΚΏΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΏΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΏΝ ΕΠΙΣΤΗΜΏΝ

 ΤΜΉΜΑ ΝΟΜΙΚΉΣ

«Ο βιασμός εν καιρώ πολέμου ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας»

Φωτεινή-Ηλέκτρα Χριστακοπούλου

Γνωστικό Αντικείμενο: Φεμινισμός και Δίκαιο

Διδάσκουσα: κα Μαρίνα Μαροπούλου

Πανεπιστημιακό έτος: 2019-2020

 

Περιεχόμενα

 

Εισαγωγή…………………………………………………………………………………………………….…….2-3

Ο βιασμός ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας……………………………………………….3-5

Διεθνές νομικό πλαίσιο………………………………………………………………………………………6-8

Η περίπτωση της πρώην Γιουγκοσλαβίας

Ιστορική αναδρομή…………………………………………………………………………………………….8-10

Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY)…………………….10-11

Η περίπτωση της Ρουάντα

Ιστορική αναδρομή……………………………………………………………………………………………11-13

Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Ρουάντα (ICTR)………………………………………….14

Επίλογος……………………………………………………………………………………………………………..15

 

Άραγε είναι νόμιμο να επιτρέψουμε στους στρατιώτες μας να διαγουμίσουν μια πόλη;… αυτή η ενέργεια δεν είναι καθεαυτή παράνομη αν είναι αναγκαία για την διεξαγωγή του πολέμου, είτε για να επιφέρει τον τρόμο στον εχθρό είτε για να εξάψει τα πάθη των στρατιωτών… Όμως, το επιχείρημα αυτού του είδους αδειοδοτεί τους βαρβάρους που βρίσκονται εντός του στρατεύματος να διαπράξουν κάθε είδος απάνθρωπης αγριότητας και ωμότητας, φονεύοντας και βασανίζοντας τους αθώους, διακορεύοντας νεαρά κορίτσια, βιάζοντας γυναίκες και πλιατσικολογώντας εκκλησίες… οι αξιωματικοί τους έχουν το καθήκον να δώσουν διαταγές ενάντια σε κάτι τέτοιο. [1]

-Francisco de Vitoria, 1539

 Εισαγωγή

   Στο πλαίσιο του ριζοσπαστικού φεμινισμού αναδύεται για πρώτη φορά μια φεμινιστική νομική  κριτική θεωρία η οποία παρεμβαίνει στην δικαιική τάξη  με σκοπό να την αναδιαμορφώσει και να εντάξει την γυναικεία σκοπιά στην συζήτηση. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Ότι υπό την επιρροή του εν λόγω ρεύματος ζητήματα όπως π.χ. η πορνεία, η πορνογραφία, ο βιασμός, κλπ. τίθενται  για πρώτη φορά προς συστηματική επεξεργασία, ενώ παράλληλα αναδεικνύονται νέες κατηγορίες εγκληματικότητας, μεταξύ των οποίων και ο βιασμός σε καιρό πολέμου ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. [2]

   Ο βιασμός είναι μια κοινή, αναμφισβήτητα καθολική μορφή κακοποίησης στον πόλεμο. Παίρνει πολλές μορφές, όπως ο μαζικός βιασμός γυναικών ως «ψυχαγωγία» ή/και ως «έπαθλο» για στρατιωτικές νίκες, ο μαζικός βιασμός γυναικών αμάχων ως στρατηγική ή ως όπλο πολέμου και η υποδούλωση γυναικών και κοριτσιών για παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών σε στρατιώτες και αξιωματικούς. Το τελευταίο απαντάται συχνά τόσο σε σχέση με επίσημους στρατούς, όπως στην υποδούλωση γυναικών και κοριτσιών κυρίως από Κορέα και Κίνα από ιαπωνικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όσο και σε σχέση με επαναστατικές πολιτοφυλακές, όπως στην απαγωγή γυναικών και κοριτσιών ως «συζύγων» για επαναστάτες στη Σιέρα Λεόνε. [3]

   Στόχος της συγκεκριμένης μελέτης είναι να εξετάσει τα αξιολογικά κριτήρια με βάση τα οποία ο βιασμός έχει αποτελέσει στο παρελθόν στρατηγική πολέμου, τις οδυνηρές συνέπειες του εν λόγω εγκλήματος τόσο για τα θύματα όσο και για ολόκληρες τις κοινότητες από τις οποίες προέρχονται αυτά και να αναλύσει το νομικό καθώς και το ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε την διεθνή κοινότητα στο να συμπεριλάβει τον βιασμό εν καιρώ πολέμου στην κατηγορία των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Για να εμπεδωθούν τα παραπάνω, έκρινα αναγκαίο να παραθέσω δύο περιπτωσιολογικές μελέτες βαρύνουσας σημασίας πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, το έργο των δύο ad hoc δικαστηρίων με δικαιοδοσία να δικάζουν τους υπεύθυνους για εγκλήματα πολέμου, γενοκτονία και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, που εν προκειμένω είναι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Ρουάντα (ICTR).

    Ο βιασμός ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας

   H Seifert ασκεί κριτική στην κοινή θεώρηση του βιασμού ως απλώς ενός λυπηρού παραπροϊόντος της κοινωνικής κατάρρευσης κατά την διάρκεια του πολέμου και της έλλειψης στρατιωτικής πειθαρχίας (καθώς και της εκ φύσεως επιθετικής ανδρικής σεξουαλικότητας), υποστηρίζοντας ότι, στην πραγματικότητα, ο βιασμός είναι ένα συνηθισμένο στοιχείο της στρατιωτικής στρατηγικής, με στόχο την υπονόμευση της θέλησης, του ηθικού, της συνοχής και της αυτοσυνειδησίας του εχθρικού πληθυσμού. Παρατηρεί ότι, κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι γυναίκες είναι αυτές που προφυλάσσουν τις οικογένειες και τις κοινότητες. «Η σωματική και συναισθηματική καταστροφή τους στοχεύει στην καταστροφή της κοινωνικής και πολιτιστικής σταθερότητας…. σε πολλούς πολιτισμούς [το γυναικείο σώμα] ενσαρκώνει το έθνος στο σύνολό του…. Ο βιασμός των γυναικών μιας κοινότητας, ενός πολιτισμού ή ενός έθνους μπορεί να θεωρηθεί… ως συμβολικός βιασμός του σώματος αυτής της κοινότητας.» [4]

   Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο βιασμός στον πόλεμο συνεπάγεται συχνά αυξημένο σαδισμό, καθώς και πρόσθετες κακοποιήσεις, όπως ο εξαναγκασμός των ανδρών να παρακολουθούν τον βιασμό των συζύγων ή των θυγατέρων τους και ο εξαναγκασμός των γυναικών να κάνουν σεξ με τους δικούς τους γιους, αδελφούς ή άλλα μέλη της οικογένειας. Σε αυτές και σε άλλες περιπτώσεις, σύμφωνα με την MacKinnon, ο βιασμός γυναικών αμάχων είναι συχνά τελετουργία ταπείνωσης για τους άνδρες της άλλης πλευράς που δεν μπορούν (με βάση τους όρους της «αρρενωπότητας») να «προστατεύσουν» τις γυναίκες τους. Πολλές από αυτές τις πράξεις καθιστούν τα γυναικεία σώματα μέσα έκφρασης των ανδρών, μέσα με τα οποία μια ομάδα ανδρών λέει τι θέλει να πει στην άλλη ομάδα. [5]

   Σύμφωνα με τον Campbell, η αξιολογική βάση του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας… έγκειται στη ιδέα ενός θεμελιώδους τραύματος σε ένα κοινωνικό σώμα, το οποίο συνίσταται στην άρνηση της ανθρώπινης φύσης των άλλων. Αυτό το μοντέλο βιασμού ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας συνεπάγεται όχι μόνο ένα σωματικό και ψυχικό τραύμα στο θέμα, αλλά και ένα συμβολικό τραύμα στην «ανθρώπινη φύση».[6]

   Επειδή ο βιασμός στον πόλεμο επιδιώκει συχνά να υπονομεύσει και να καταστρέψει τους δεσμούς της οικογένειας, της κοινότητας και του πολιτισμού, υπάρχουν σημαντικά σημεία σύνδεσης μεταξύ του βιασμού στον πόλεμο και του βιασμού με μορφή γενοκτονίας. Η γενοκτονία είναι η απόπειρα καταστροφής μιας φυλετικής, εθνοτικής, θρησκευτικής ή εθνικής ομάδας, εν όλω ή εν μέρει, με τη διάπραξη οποιασδήποτε σειράς πράξεων εναντίον των μελών της ομάδας. Οι πράξεις περιλαμβάνουν όχι μόνο τη δολοφονία, αλλά και την πρόκληση σοβαρής σωματικής ή ψυχικής βλάβης, τη δημιουργία συνθηκών ζωής που σκοπεύουν να καταστρέψουν την ομάδα με τρόπο φυσικό και την επιβολή περιορισμών που αποσκοπούν στην πρόληψη των γεννήσεων εντός της ομάδας. Όταν τέτοιες πράξεις διαπράττονται με γενοκτονική πρόθεση, το θύμα δεν είναι μόνο το άτομο που στοχοποιείται, αλλά και η ίδια η ομάδα. Όπως παρατηρεί η Sarah Clark Miller, ο βιασμός είναι μια εξαιρετικά αποτελεσματική στρατηγική γενοκτονίας, δεδομένου ότι «αλλοιώνει τους ρόλους των γυναικών ως προστατών των σχέσεων, μεταφορέων πολιτιστικών πρακτικών και υποστηρικτών του νοήματος…. Με αυτούς τους τρόπους, οι γενοκτονικοί βιαστές διαστρεβλώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες είναι ζωτικής σημασίας για τη ζωή μιας κοινότητας, καθιστώντας τες καθοριστικές για την καταστροφή της». (Miller 2009, 513-514) [7]

   Ο γενοκτονικός βιασμός έχει αναγνωριστεί και καταδικασθεί τόσο από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα (ICTR) όσο και από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY).[8] Και στις δύο περιπτώσεις, ο βιασμός χρησιμοποιήθηκε συστηματικά εναντίον των γυναικών μιας συγκεκριμένης ομάδας, ως μέρος μιας οργανωμένης εκστρατείας για την καταστροφή αυτής της ομάδας. Στη Ρουάντα, το Interahamwe βίασε εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες και κορίτσια που ανήκαν στην εθνική ομάδα Tutsi, ως μέρος μιας προσπάθειας εξόντωσης των ανθρώπων Tutsi. Η MacKinnon περιγράφει τον γενοκτονικό βιασμό μουσουλμάνων και Κροατών γυναικών στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη ως «εθνοτικό βιασμό και ως επίσημη πολιτική πολέμου σε μια γενοκτονική εκστρατεία για πολιτικό έλεγχο…. Είναι συγκεκριμένα βιασμός υπό παραγγελία…. Είναι επίσης βιασμός μέχρι θανάτου, βιασμός ως σφαγή, βιασμός για να σκοτώσει και να κάνει τα θύματα να επιθυμούν να είναι νεκροί. Είναι βιασμός ως όργανο αναγκαστικής εξορίας, βιασμός που σε κάνει να φύγεις από το σπίτι σου και ποτέ να μην θέλεις να επιστρέψεις…. Είναι βιασμός να χωρίζεις στα δύο μια κοινότητα, να καταστρέφεις μια κοινωνία, να καταστρέφεις έναν λαό». [9]

   Η εκστρατεία μαζικού βιασμού στη Γιουγκοσλαβία διακρίθηκε όχι μόνο για την εξαιρετική της βαρβαρότητα και τα διαβόητα «στρατόπεδα βιασμών», αλλά και για την συστηματική καταναγκαστική γονιμοποίηση γυναικών και κοριτσιών Μουσουλμάνων και Κροατών. Ο στόχος ήταν να διεκδικήσουν και να αποικίσουν τα γυναικεία σώματα αναπαραγωγικά καθώς και σεξουαλικά, αυξάνοντας παράλληλα τον πληθυσμό των παιδιών που αναγνωρίστηκαν ως Σέρβοι: «Οι Κροάτισσες και οι Μουσουλμάνες υπήρξαν θύματα βιασμών ενώ, στη συνέχεια, τους αρνήθηκαν τις αμβλώσεις, για να βοηθήσουν στη δημιουργία ενός σερβικού κράτους με αυτό που φαντάζονταν οι δράστες ως Σέρβικα μωρά». 10] Ο Goodhart επισημαίνει ότι σε μια τέτοια αναγκαστική εγκυμοσύνη, η ελπίδα των στρατιωτών (και των διοικητών τους) είναι να «δημιουργήσουν ένα μωρό (γιος) που θα διεισδύσει, θα υπονομεύσει ή θα καταστρέψει την ομάδα της μητέρας». Τα παιδιά που προκύπτουν στην πραγματικότητα θεωρούνται από τη μητρική κοινότητα ως «παιδιά του εχθρού… ένα είδος αναγεννημένης πέμπτης φάλαγγας σε μια κοινότητα που μετρά ήδη θύματα» και έτσι συχνά στιγματίζονται, κακοποιούνται ή εγκαταλείπονται. Ο Goodhart υποστηρίζει ότι οι βιαστές-πατέρες έχουν παραβιάσει τα δικαιώματα όχι μόνο των γυναικών που βιάζουν, αλλά και των παιδιών που παρήγαγαν με αυτόν τον τρόπο. Οι βιαστές είναι ένοχοι για λανθασμένη αναπαραγωγή, «σκόπιμη, κακόβουλη και σαδιστική» χρήση της αναπαραγωγικής δύναμης με την πρόθεση να δημιουργήσουν ένα παιδί που είναι απίθανο να απολαμβάνει τα ανθρώπινα δικαιώματά του.[11]

   Η Card αναπτύσσει και επεκτείνει την πρόταση της Beverly Allen (1996) ότι ο στρατιωτικός βιασμός που στοχεύει στην αναγκαστική εγκυμοσύνη χρησιμοποιεί το σπέρμα ως όπλο βιολογικού πολέμου. Τέτοιες επιθέσεις πληρούν τα κριτήρια για βιολογικό πόλεμο που βρίσκουμε στα διεθνή έγγραφα, επισημαίνει, καθώς ένα προϊόν ενός ζωντανού οργανισμού (του βιαστή) χρησιμοποιείται για να επιτεθεί σε ένα βιολογικό σύστημα (το αναπαραγωγικό σύστημα) σε μέλη του εχθρικού πληθυσμού. «Αν και αυτή η επίθεση δεν χρειάζεται να προκαλέσει ασθένεια, έχει σχεδιαστεί για να προκαλέσει κοινωνικό χάος… Το σπέρμα που χρησιμοποιείται, γίνεται μια κοινωνική και ψυχολογική τοξίνη, δηλητηριάζοντας το μέλλον των θυμάτων και των κοινοτήτων τους, παράγοντας παιδιά τα οποία, αν επιβιώσουν, θα θυμίζουν σε όποιον τους μεγάλωσε την τραυματική του προέλευση από τα βασανιστήρια… Σε αντίθεση με τα βακτήρια και τους ιούς, το σπέρμα μπορεί εύκολα να περιέχεται, να αποθηκεύεται, να διατηρείται και να παραδίδεται μέσω ανδρικών σωμάτων.» [12]

   Ο βιασμός χρησιμοποιείται ως μέσο γενοκτονίας επειδή είναι εξαιρετικά αποτελεσματικός να κάνει ό,τι κάνουν οι γενοκτονίες, καταστρέφοντας όχι μόνο τα μεμονωμένα μέλη της ομάδας, αλλά «εκείνη την πτυχή του συνόλου της ομάδας που είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μεμονωμένων μερών της… η ουσία και ο συνεκτικός δεσμός της κοινότητας που ζει όταν πεθαίνουν μεμονωμένα μέλη». Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν οι βιασμοί αφήνουν παιδιά χωρίς μητέρα, τα θύματα με AIDS, άλλες ασθένειες, στειρότητα, συρίγγια ή/και άλλους εσωτερικούς τραυματισμούς και οικογένειες κατακερματισμένες καθώς τα θύματα εγκαταλείπονται από τους συζύγους τους ή άλλους συγγενείς. Ακόμη και αν δεν υπάρχουν αυτές οι πρόσθετες βλάβες, ωστόσο, η σεξουαλική επίθεση μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για τη δημιουργία ενός είδους αυτοκαταστροφικής ντροπής στα θύματά της, μια ντροπή που μπορεί να επικεντρωθεί στην ομαδική ταυτότητα κάποιου. Η MacKinnon επισημαίνει ότι οι σεξουαλικές φρικαλεότητες μπορούν εύλογα να αλλοιώσουν την ταυτότητα εξαιτίας της οποίας στοχοποιήθηκε το άτομο, κάνοντας το θύμα του βιασμού να θέλει να εγκαταλείψει το ποιος είναι για πάντα. [13]

   Η Smith υπογραμμίζει σε αυτό το σημείο και την ειδική εφαρμογή αυτού του κανόνα σε γενοκτονικά πλαίσια στην Ινδία, παρατηρώντας ότι στην εμπειρία της ως σύμβουλος κρίσης βιασμού, κάθε ντόπιος επιζών που συμβούλευσε της είπε σε ένα σημείο, «Μακάρι να μην ήμουν πια Ινδός». [14]

 

Διεθνές νομικό πλαίσιο

   Η ιστορία πίσω από την διεθνή νομοθεσία που αφορά τον βιασμό εν καιρώ πόλεμο πριν από την δημιουργία των ad hoc δικαστηρίων είναι επίσης απαραίτητη για να κατανοήσουμε γιατί χρειάστηκε περισσότερη διεθνής δράση πριν συνεχιστεί το εγχείρημα της ποινικοποίησης. Χρειάζεται ακόμα μια σύντομη συζήτηση γύρω από το ερώτημα γιατί οι πρώην απόπειρες ποινικοποίησης του εν λόγω εγκλήματος απέτυχαν σε μεγάλο βαθμό.

   Πριν από τις συγκρούσεις στη Βοσνία και τη Ρουάντα, υπήρξαν κάποιες προσπάθειες προσέλκυσης της διεθνούς προσοχής κατά του βιασμού στον πόλεμο, αλλά απέτυχαν επειδή δεν υπήρχε προηγούμενο για την αντιμετώπιση του βιασμού στον πόλεμο και ο βιασμός εξακολουθούσε να θεωρείται ως μία από τις πολλές συνέπειες του πολέμου. Για παράδειγμα, δεν υπήρξε αναφορά στον βιασμό στη σύμβαση για τη γενοκτονία που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 9 Δεκεμβρίου 1948. Επιπλέον, οι δίκες της Νυρεμβέργης, που είχαν θέσει το προηγούμενο του διεθνούς ποινικού δικαίου, ουσιαστικά αγνόησαν τον βιασμό στον πόλεμο. Οι πολλές τεκμηριωμένες αναφορές βιασμού στη ναζιστική Γερμανία, καθώς και η αναγκαστική πορνεία σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σπάνια συζητήθηκαν και οι δράστες δεν θεωρήθηκαν ποτέ υπεύθυνοι για σεξουαλική βία κατά των γυναικών.[15]

   Το άρθρο 27 της Σύμβασης (IV) σχετικά με την προστασία των πολιτών την περίοδο του πολέμου που υπογράφηκε στην Γενεύη στις 12 Αυγούστου 1949 ποινικοποίησε τον βιασμό στον πόλεμο, λέγοντας: «Οι γυναίκες πρέπει να προστατεύονται ιδιαίτερα από κάθε επίθεση στην τιμή τους, ιδίως από τον βιασμό, την αναγκαστική πορνεία ή οποιαδήποτε μορφή άσεμνης επίθεσης». [16]

   Ωστόσο, το άρθρο 27 αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό και ο βιασμός δεν υπήρξε αναγνωρισμένο έγκλημα πολέμου παρά τις πολλές περιπτώσεις εκτεταμένου στρατιωτικού βιασμού κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα στο Μπαγκλαντές, το Βιετνάμ και την Ουγκάντα. Για παράδειγμα, το 1971 υπήρχαν περίπου 250.000 έως 400.000 βιασμοί κατά τη διάρκεια του πολέμου για την ανεξαρτησία του Μπαγκλαντές και στην Ουγκάντα, αναφέρθηκε ότι στρατιώτες είχαν βιάσει περίπου το 70% των γυναικών που ανήκαν στην κοινότητα των δημοσιογράφων στην περιοχή “Luwero triangle” κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1980. [17]

   Επιπρόσθετα, παρόλο που η προαναφερθείσα σύμβαση της Γενεύης αναφερόταν στον βιασμό στο άρθρο 27, το άρθρο 147 των «σοβαρών παραβιάσεων» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν περιλαμβάνει τον βιασμό. Αυτή η παράλειψη συνεπάγεται ότι ο βιασμός δεν αντιμετωπίστηκε σοβαρά. Η εφαρμογή της σύμβασης υπήρξε επίσης πρόβλημα. Τα άρθρα της σύμβασης δεν φαίνεται να απέκτησαν πραγματική ισχύ. Το 1972, για παράδειγμα, όταν το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών ανησυχούσε για «αυξανόμενα επίπεδα βαρβαρότητας κατά των γυναικών σε πόλεμο», κάλεσαν τους εμπλεκόμενους να «σέβονται το διεθνές δίκαιο». Οι εκκλήσεις τους δεν είχαν αποτέλεσμα. [18]

   Εντούτοις, τα δικαστήρια του Τόκιο για εγκλήματα πολέμου μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έδωσαν κάποια προσοχή στον βιασμό σε περίοδο πολέμου, εστιάζοντας κυρίως στην ιαπωνική κατοχή της Ναντσίνγκ, κατά την οποία οι Ιάπωνες στρατιώτες βίασαν περίπου 20.000 γυναίκες και παιδιά σε αυτό που έγινε γνωστό ως «Βιασμός της Ναντσίνγκ». [19]

   Οι κατήγοροι των Ιαπώνων αξιωματούχων πολέμου παρουσίασαν ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία μαζικού βιασμού προκειμένου να καταδικάσουν τους αξιωματούχους για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Αν και οι αξιωματούχοι δεν κατηγορήθηκαν και δικάστηκαν λόγω των βιασμών, κατηγορήθηκαν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και ο βιασμός αναγνωρίστηκε ως έγκλημα πολέμου, τουλάχιστον από ορισμένους. [20]

   Παρά τον «Βιασμό της Ναντσίνγκ», τα διεθνή δικαστήρια για εγκλήματα πολέμου στη Νυρεμβέργη και το Τόκιο δίσταζαν να συζητήσουν τον βιασμό ως σοβαρό ζήτημα στον πόλεμο. Μετά την διήγηση φρικτών ιστοριών βιασμού από δύο μάρτυρες, ο δικαστής Pal του δικαστηρίου εγκλημάτων πολέμου του Τόκιο είπε: «Θα μπορούσα να αναφέρω… ότι ακόμη και οι δημοσιευμένες εκθέσεις του «Βιασμού της Ναντσίνγκ» δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από τον κόσμο χωρίς κάποια υποψία για υπερβολή… Δεν είμαι σίγουρος αν οι απολογισμοί που λαμβάνουμε για τα γεγονότα προέρχονται μόνο από εμπαθείς ή προκατειλημμένους παρατηρητές». [21]

   Έτσι, απέρριψε τα αποδεικτικά στοιχεία που του παρουσιάστηκαν με σαφήνεια και αρνήθηκε να θεωρήσει τον βιασμό ως σοβαρό έγκλημα πολέμου, θεωρώντας ότι ο βιασμός είναι απλή συνέπεια πολέμου. Επιπλέον, σε μια συνέντευξη για το ντοκιμαντέρ του PBS “I Came to Testify”, η Peggy Kuo, κατήγορος στην υπόθεση Kunarac στο ICTY, συζήτησε την αποτυχία προηγούμενων δικαστηρίων να αντιμετωπίσουν σοβαρά το πρόβλημα του βιασμού στον πόλεμο. Είπε: «Είχα ακούσει ότι κάποιος έκανε ένα σχόλιο [στη Νυρεμβέργη] ότι δεν θέλουμε κλάματα γυναικών στην αίθουσα του δικαστηρίου… Είναι κυρίως άντρες. Σε αυτό το περιβάλλον οι γυναίκες δεν έχουν θέση στο τραπέζι, ακόμη και ως μάρτυρες σε πολλές περιπτώσεις». [22]

   Παρόλο που η αυθεντικότητα της ύπαρξης αυτού του σχολίου της Kuo είναι αμφισβητήσιμη, το συναίσθημα που αποπνέει είναι βάσιμο και προφανώς διαπερνά το διεθνές δίκαιο και την ύπαρξη προηγουμένου σχετικά με τον βιασμό στον πόλεμο για το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα. Αν και υπήρχαν μερικές συμβολικές νομικές χειρονομίες σχετικά με τις γυναίκες και τον βιασμό στον πόλεμο, «το χάσμα μεταξύ της κρατικής ρητορικής και της πραγματικότητας είναι τεράστιο». [23] 

 

 Η περίπτωση της πρώην Γιουγκοσλαβίας

Α) Ιστορική αναδρομή

   Το 1992 ξέσπασε πόλεμος στη Βοσνία μεταξύ των Σερβοβόσνιων και των Βοσνίων Μουσουλμάνων. Τον πόλεμο ακολούθησε η διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, αφού η Σλοβενία και η Κροατία αποχώρησαν από τη Γιουγκοσλαβία. Όταν η Βοσνία ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας τον Φεβρουάριο του 1992, οι Σέρβοι της Βοσνίας απέρριψαν την πρόταση, επιθυμώντας να διατηρήσουν μεγαλύτερους δεσμούς με τη Σερβία, η οποία ήλεγχε τη Γιουγκοσλαβία. Μετά την ψηφοφορία αποχώρησης, οι Σερβοβόσνιες δυνάμεις ήρθαν σε ρήξη με την Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Ένα βασικό μέρος αυτής της ρήξης ήταν η προσπάθεια εθνοκάθαρσης, μια προσπάθεια να καθαριστεί η Βοσνία από όλους τους Βόσνιους Μουσουλμάνους ακόμη και σε περιοχές όπου οι Σερβοβόσνιοι και οι Βόσνιοι είχαν ζήσει μαζί χωρίς προβλήματα για δεκαετίες.

   Οι πρώτες αναφορές μαζικού βιασμού προέρχονται από Βόσνιους πρόσφυγες στην Κροατία τον Ιούνιο του 1992. [24]

   Οι πρόσφυγες διηγήθηκαν ιστορίες για μαζικούς βιασμούς, ενώ βρίσκονταν σε κέντρα κράτησης, βιασμούς σε οδοφράγματα και βιασμούς κατά τη διάρκεια των εισβολών. Είπαν ιστορίες για άνδρες που μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και γυναίκες που τοποθετήθηκαν σε ξενοδοχεία, σπίτια κ.α. ως αυτοσχέδια στρατόπεδα βιασμών. Η μαρτυρία μιας γυναίκας εξηγεί το σκεπτικό του αναγκαστικού εκτοπισμού, της κράτησης και του βιασμού, «Αυτοί (οι στρατιώτες) ήρθαν και μας καταράστηκαν και μας είπαν ότι εμείς οι Μουσουλμάνοι λάβαμε αυτό που μας άξιζε». [25]

   Ο βιασμός των Βοσνίων μουσουλμάνων γυναικών ήταν συστηματικός και διαδεδομένος και παρόλο που δεν έχουν βρεθεί επίσημες εντολές (δηλ. σημειώματα, έγγραφα, ομιλίες) που να διατάζουν τους στρατιώτες να βιάσουν, στις μαρτυρίες μεμονωμένων στρατιωτών στις γυναίκες που βίασαν βρίσκουμε εντολές από κορυφαίους στρατιωτικούς διοικητές. Μια γυναίκα είπε ότι ο βιαστής της είπε ότι «έχουμε εντολές για βιασμό των κοριτσιών». Άλλες γυναίκες κατέθεσαν ότι μεταφέρθηκαν σε ένα σπίτι και ότι δεν είχαν βιαστεί, αλλά τις διέταξαν να πουν σε άλλους ότι είχαν βιαστεί. Ωστόσο, μια άλλη γυναίκα ρώτησε τον βιαστή της γιατί αυτός, ένας Σερβοβόσνιος, ξαφνικά στράφηκε εναντίον των Βοσνίων και άρχισε να βιάζει τις γυναίκες. Απάντησε ότι έπρεπε «γιατί είστε μουσουλμάνοι και υπάρχουν πάρα πολλοί από εσάς». [26]

   Άλλοι βιαστές δήλωσαν ότι έπρεπε να βιάσουν για να αποφύγουν να σκοτώσουν τους ίδιους. Άλλοι βιαστές, όταν τους πήραν συνέντευξη, δήλωσαν ότι λέγανε ιστορίες που τους δελέαζαν να βιάσουν και να σκοτώσουν, όπως για παράδειγμα ότι οι μουσουλμάνοι είχαν σκοτώσει τον πατέρα του βιαστή, για να υποκινήσουν την επιθυμία εκδίκησης. Ένας άλλος είπε ότι του δόθηκε ποτό και φαγητό ως «ανταμοιβή για καλή συμπεριφορά και για να προκαλέσει συντροφικότητα με τους συναδέλφους στρατιώτες». [27]

   Κύρια θύματα των βιασμών υπήρξαν γυναίκες σε ηλικία που να μπορούν να αποκτήσουν παιδιά, αν και υπήρξαν αναφορές για βιασμούς κοριτσιών κάτω των δώδεκα ετών και γυναικών άνω των εξήντα. [28]

   Κατά τη διάρκεια του πολέμου περίπου 20.000-50.000 γυναίκες υπήρξαν θύματα βιασμού. [29]

   Όταν η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ πήγε για να ερευνήσει τον βιασμό στις συγκεκριμένες εμπόλεμες συρράξεις αρνήθηκαν να υπολογίσουν τον ακριβή αριθμό βιασμών, αλλά δήλωσαν ότι «η σεξουαλική επίθεση χρησιμοποιήθηκε από τους πολεμιστές στη Βοσνία ως μέσο «τρομοκρατίας, εκτοπισμού, αποθάρρυνσης και καταστροφής».

   Οι Σέρβοι της Βοσνίας χρησιμοποίησαν τον βιασμό ως μέθοδο πολέμου και εθνοκάθαρσης. Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ στη Βοσνία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο βιασμός στη Βοσνία μπορεί να χωριστεί σε πέντε διαφορετικές κατηγορίες. Πρώτον, οι βιασμοί που σημειώθηκαν σε χωριά πριν ξεσπάσουν οι μάχες για να τρομοκρατηθούν οι άμαχοι. Στη δεύτερη κατηγορία, οι βιασμοί που συνέβησαν ταυτόχρονα με την εισβολή των Σερβοβόσνιων δυνάμεων. Οι γυναίκες βιάστηκαν σε σπίτια, στους δρόμους, βιάστηκαν ομαδικά, δημόσια και ιδιωτικά. Στην τρίτη κατηγορία, οι γυναίκες που μεταφέρθηκαν σε κέντρα κράτησης, όπου και βιάστηκαν επανειλημμένα. Η τέταρτη κατηγορία είναι παρόμοια με την τρίτη. Σε αυτήν περιλαμβάνονται επιθέσεις που σημειώθηκαν σε αυτά που έμειναν γνωστά ως «στρατόπεδα βιασμών». Οι γυναίκες σε αυτά τα στρατόπεδα βιάστηκαν επανειλημμένα με στόχο να εγκυμονήσουν «μωρά Chetnik». Στην πέμπτη κατηγορία βρίσκονται οι γυναίκες που αναγκάστηκαν να «διασκεδάσουν» στρατεύματα σε «πρόχειρα πορνεία», όπου οι περισσότερες γυναίκες σκοτώθηκαν αντί να απελευθερωθούν, όπως και πολλές από τις γυναίκες που προέρχονταν από κέντρα κράτησης. [30]

   Η χρήση του βιασμού ως μεθόδου πολέμου ταπεινώνει και καταστρέφει ολόκληρες κοινότητες και εθνοτικές ομάδες. Στις παραδοσιακές, πατριαρχικές κοινωνίες, όπως αυτές των Βοσνίων, το θύμα του βιασμού συχνά δεν λαμβάνεται υπόψη για γάμο, επειδή θεωρείται βρώμικο ή ακάθαρτο, καθιστώντας περαιτέρω τα θύματα βιασμού «στόχο κοινωνικού εξοστρακισμού».

   Επιπλέον, η αναγκαστική εγκυμοσύνη χρησιμοποιήθηκε ως τακτική σεξουαλικού πολέμου των Σέρβων της Βοσνίας επειδή πιστεύεται γενικά ότι το συλληφθέν παιδί θα φέρει την ταυτότητα του πατέρα και όχι της μητέρας. Ως εκ τούτου, τα παιδιά των Σέρβων βιαστών δεν θα θεωρούνταν Μουσουλμάνοι. [31]

   Επιπρόσθετα, δεδομένου ότι οι γυναίκες-θύματα βιασμού σε αυτές τις κοινωνίες συχνά απορρίπτονται και είναι αποδέκτες αισθημάτων ντροπής από τους δικούς τους ανθρώπους, επιτεύχθηκε ο στόχος των δραστών να καταστρέψουν τα θεμέλια της Βοσνιακής κοινότητας. Η ντροπή που συνοδεύει τον βιασμό, και ιδιαίτερα η εγκυμοσύνη σε ένα παιδί προϊόν βιασμού, ήταν συχνά αβάσταχτη για τις γυναίκες. Η Heira, θύμα βιασμού που έδωσε συνέντευξη στον Roy Gutman, δήλωσε: «Όλες νιώθουμε πως χάσαμε τα πάντα… Έχουμε εγκαταλειφθεί. Έχουμε τεθεί σε κίνδυνο. Κάθε γυναίκα, εάν πέφτει θύμα βιασμού, πρέπει να αισθάνεται το ίδιο.». [32]

 

Β) Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY)

   Το 1993, ως απάντηση στον πόλεμο στη Βοσνία, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δημιούργησε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Γιουγκοσλαβία (ICTY), το οποίο ήταν το πρώτο διεθνές ποινικό δικαστήριο μετά τον Β 'Παγκόσμιο Πόλεμο και το πρώτο που ιδρύθηκε ενώ ο πόλεμος ήταν ακόμη σε εξέλιξη. Η εντολή του Δικαστηρίου ήταν να κατηγορήσει εγκληματίες πολέμου για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Το ICTY έγραψε ιστορία συμπεριλαμβάνοντας τον βιασμό τόσο στις σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσο και στα εγκλήματα πολέμου. Επιπλέον, το ICTY «έκανε το ιστορικό βήμα στην έκδοση κατηγορίας αφιερωμένης αποκλειστικά στον βιασμό και σε άλλα σεξουαλικά εγκλήματα» στην υπόθεση Foca, στην οποία τιμωρήθηκαν άνδρες που ευθύνονταν για σεξουαλική κακοποίηση. [33]

   Το ICTY καθιέρωσε ένα νομολογιακό προηγούμενο σχετικά με τον βιασμό κατά των γυναικών σε περιόδους πολέμου. Ο βιασμός, ωστόσο, δεν ήταν το πραγματικό ζήτημα, διότι αυτό που είχε σημασία ήταν η πρόθεση πίσω από τον βιασμό, συγκεκριμένα η πολιτική πρόθεση. Ο σκοπός του βιασμού έπρεπε να είναι εθνοκάθαρση ή ταπείνωση ή υποβάθμιση για πολιτικό σκοπό. Τότε μόνο ο βιασμός θα μπορούσε να παραπεμφθεί σε δίκη βάσει του διεθνούς δικαίου. [34]

   Τον Ιούνιο του 1996, η καταδικαστική απόφαση για την υπόθεση Foca (γνωστή και ως υπόθεση Kunarac) εκδόθηκε από το ICTY και ήταν η πρώτη υπόθεση που εξέτασε σεξουαλικές πράξεις που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του βοσνιακού πολέμου κατά των γυναικών. Παραπέμφθηκαν 8 άντρες και τιμωρήθηκαν για «παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης, συμπεριλαμβανομένων του ομαδικού βιασμού, των βασανιστηρίων και της  σεξουαλικής σκλαβιάς, στην περιοχή Foca μεταξύ 1992 και 1993». [35]

   Στη συνέχεια, στις 22 Φεβρουαρίου 2001, η υπόθεση του ICTY Kunarac καταδίκασε με επιτυχία τρεις άνδρες λόγω βιασμού και σεξουαλικής δουλείας γυναικών στο Foca, θεωρώντας τον βιασμό ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και έγκλημα πολέμου. [36]

   H Doris Buss προσθέτει ότι η έννοια του βιασμού ως μεθόδου πολέμου «έθεσε τα θεμέλια για τη νομική αναγνώριση του βιασμού ως εγκλήματος από τα δικαστήρια της Ρουάντα και της Γιουγκοσλαβίας». [37]

   Έτσι, το ICTY ήταν σε θέση να θεμελιώσει την έννοια του βιασμού ως εγκλήματος πολέμου και εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας λόγω της αναγνώρισης της διεθνούς κοινότητας ότι ο βιασμός δεν ήταν απλώς συνέπεια του πολέμου στη Βοσνία. Αντίθετα, ήταν μια συστηματική προσπάθεια να καταστρέψει και να εκτοπίσει τον βοσνιακό πληθυσμό. Αυτή η αλλαγή στην «ανάγνωση» του βιασμού επέτρεψε στο ICTY να είναι το πρώτο διεθνές δικαστήριο που έλαβε σοβαρά υπόψη τον βιασμό στον πόλεμο.

 

Η περίπτωση της Ρουάντα

Α) Ιστορική αναδρομή

   Η περίπτωση της γενοκτονίας της Ρουάντα αποκαλύπτει επίσης πώς αναγνωρίστηκε ο βιασμός ως πολεμική στρατηγική. Η γενοκτονία της Ρουάντα ξεκίνησε στις 6 Απριλίου 1994, μετά την πτώση του αεροσκάφους του προέδρου της Ρουάντα Habyarimana. Προγραμματισμένες και συστηματικές δολοφονίες και βιαιότητες υποκινήθηκαν άμεσα από τις ομάδες πολιτοφυλακής Hutu εναντίον της ομάδας εθνοτικών μειονοτήτων Tutsi, καθώς και εναντίον μετριοπαθών Hutu που πίστευαν στην συμπερίληψη τόσο των Hutu όσο και των Tutsi στην κυβέρνηση. Οι εξτρεμιστές Hutu πίστευαν ότι οι Tutsi ήθελαν να συγκεντρώσουν όλη τη δύναμη στη χώρα και να υποδουλώσουν τους Hutu. Δύο ομάδες Hutu ευθύνονταν κυρίως για τις δολοφονίες. Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ρουάντα, συμπεριλαμβανομένης της Προεδρικής Φρουράς, εργάζονταν υπό κυβερνητικές εντολές. Εκτός από τα κυβερνητικά στρατεύματα, Οι Interahamwe, μια παραστρατιωτική ομάδα που δεν υποστηρίχθηκε επίσημα από την κυβέρνηση, συνεργάστηκε με τους Hutu για να πάρει την εξουσία.

   Οι Interahamwe ήταν μια σε μεγάλο βαθμό οργανωμένη ομάδα, η οποία ξεκίνησε από νεαρούς άνδρες του εξτρεμιστικού κόμματος Hutu χωρίς καν κατάλογο μελών ή στολών. Οι Interahamwe ήταν πολύ βάναυσοι δράστες της γενοκτονίας, χρησιμοποιώντας συχνά μαχαίρια αντί για όπλα για να σκοτώσουν τα θύματα. [38]

   Οι Interahamwe ήταν υπεύθυνοι για έναν ραδιοφωνικό σταθμό, το RTLM, ο οποίος προκάλεσε μίσος για τους Tutsi, αποκαλώντας τους «κατσαρίδες» και ενθαρρύνοντας άλλους Hutu να πάρουν όπλα ενάντια στους γείτονές τους Tutsi. Το RTLM εξέδωσε επίσης μια λίστα ονομάτων και διευθύνσεων στόχων Tutsi και μετριοπαθών Hutu, καλώντας τους ακροατές να τους βρουν και να τους σκοτώσουν. [39]

   Ήταν επίσης σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνοι για τη δημιουργία οδοφραγμάτων προκειμένου να παγιδεύσουν τους Tutsi και να τους σκοτώσουν καθώς προσπαθούσαν να διαφύγουν από τις περιοχές. Κατά τη διάρκεια περίπου 100 ημερών της γενοκτονίας της Ρουάντα περίπου τα τρία τέταρτα του πληθυσμού Tutsi της Ρουάντα σφαγιάστηκαν. [40]

   Είναι σαφές από τις μαρτυρίες γυναικών, αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από μάρτυρες, τα Ηνωμένα Έθνη και το Human Rights Watch ότι ο βιασμός χρησιμοποιήθηκε ως πολεμική στρατηγική στη Ρουάντα. Η έκθεση του Human Rights Watch για τη σεξουαλική βία κατά τη γενοκτονία της Ρουάντα δείχνει ότι η προπαγάνδα των Hutu «προσδιορίζει συγκεκριμένα τη σεξουαλικότητα των γυναικών Tutsi ως όργανο μέσω του οποίου η κοινότητα Hutu επιδίωξε να διεισδύσει και να ελέγξει την κοινότητα των Tutsi».

   Η λειτουργία που επιτέλεσε ο βιασμός στη Ρουάντα είναι παρόμοια με τη λειτουργία που επιτέλεσε ο βιασμός στη Βοσνία. Η έκθεση Human Rights Watch (HRW) αποκαλύπτει ότι τα μοτίβα κακοποίησης δείχνουν ότι οι γυναίκες «βιάστηκαν ατομικά, βιάστηκαν ομαδικά, βιάστηκαν με αντικείμενα όπως ακονισμένα ραβδιά, κρατήθηκαν για σεξουαλική δουλεία (είτε συλλογικά είτε μέσω αναγκαστικού «γάμου») ή ακρωτηριάστηκαν σεξουαλικά.» [41]

   Ο βιασμός ήταν τόσο διαδεδομένος που μερικές φορές οι γυναίκες Hutu βιάστηκαν και σε οδοφράγματα. [42] Πιο διαδεδομένη στη Ρουάντα από ό, τι στη Βοσνία ήταν η δολοφονία γυναικών μετά τον βιασμό τους, επειδή στη Ρουάντα ο απώτερος στόχος ήταν η εξόντωση των Tutsi εντελώς, όχι μόνο ο εκτοπισμός τους από την περιοχή. Ο διοικητής δυνάμεων της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στη Ρουάντα, Roméo Dallaire, θυμάται πολλές περιπτώσεις που είδαν πτώματα βιασμένων γυναικών. Είπε: «Αν κοίταζες, θα μπορούσες να δεις τις αποδείξεις, ακόμη και στους σκελετούς. Τα πόδια είχαν κλίση προς άλλη πλευρά το καθένα. Ένα σπασμένο μπουκάλι, ένα τραχύ κλαδί, ακόμη και ένα μαχαίρι μεταξύ τους ... Υπήρχε πάντα πολύ αίμα. Ορισμένα αρσενικά πτώματα δεν είχαν τα γεννητικά τους όργανα, ενώ πολλές γυναίκες και νεαρά κορίτσια είχαν ακρωτηριασμένα στήθη και γεννητικά όργανα. Πέθαναν σε θέση απόλυτης ευαλωτότητας.» [43]

   Ωστόσο, δεν δολοφονήθηκαν όλες οι γυναίκες. Ορισμένες γυναίκες τέθηκαν υπό κράτηση και βιάζονταν για μέρες ή μήνες. [44]

   Όπως και στη Βοσνία, ορισμένες είχαν τη δυνατότητα να ζήσουν και οι ελπίδες της εγκυμοσύνης των γυναικών με παιδιά από πατέρα Hutu θα εξασφάλιζαν την κυριαρχία των Hutu και θα ντρόπιαζαν τις γυναίκες. Από μαρτυρίες θυμάτων, η HRW ανέφερε, «Άλλες γυναίκες κατάφεραν να επιβιώσουν, μόνο για να τους πoυν ότι τους επιτρέπεται να ζήσουν έτσι ώστε να «πεθάνουν από θλίψη». [45]

   Παρά την ευρεία αναγνώριση ότι ο βιασμός χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο πολέμου και γενοκτονίας στη Ρουάντα, πολλοί δράστες αρνούνται τη συμμετοχή τους σε βιασμούς. Στο βιβλίο του που περιγράφει λεπτομερώς εκατοντάδες συνεντεύξεις με δράστες γενοκτονίας στη Ρουάντα, ο Scott Straus διαπίστωσε ότι «πολύ λίγοι άντρες της Ρουάντα ομολόγησαν στην πραγματικότητα ότι βίασαν γυναίκες, ένα αδίκημα που, σύμφωνα με το νόμο της Ρουάντα, θα μπορούσε να επιφέρει τη θανατική ποινή». Οι περισσότεροι αρνήθηκαν ακόμη και να παρακολουθήσουν βιασμό επειδή, σύμφωνα με τον ισχυρισμό, ο κανόνας ήταν να σκοτώσουν τις γυναίκες. Η πιο τυπική απάντηση που έλαβε ο Straus όταν ρωτούσε αν οι γυναίκες βιάστηκαν ήταν άντρες που έλεγαν «Όχι. Δεν συνέβαιναν βιασμοί στην περιοχή μας.» [46]

 

Β) Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα (ICTR)

   Μετά τη δημιουργία του ICTY, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών συνειδητοποίησε την άμεση ανάγκη για την ύπαρξη δικαστηρίου και για τη Ρουάντα. Έτσι, το Νοέμβριο του 1994, ιδρύθηκε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα. [47]

   Επιπλέον, το ICTR προχώρησε την ποινική δίωξη του βιασμού ως μέθοδο πολέμου ένα βήμα παραπέρα. Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ για τη Ρουάντα δήλωσε στην έκθεσή της ότι διαπίστωσε ότι ο βιασμός «διαπράχθηκε με την πρόθεση να καταστρέψει, εν όλω ή εν μέρει» τον πληθυσμό Tutsi, αναγνωρίζοντας έτσι τον βιασμό ως μέρος της γενοκτονίας. [48]

   Την 1η Οκτωβρίου 1995, ο πολιτικός ηγέτης της Ρουάντα Jean Paul Akayesu, πρώην δήμαρχος της κοινότητας Taba στη νότια Ρουάντα, κατηγορήθηκε από το ICTR για δεκαπέντε υποθέσεις γενοκτονίας. [49]

   Το κατηγορητήριο υπήρξε η αφορμή για να αναζωπυρωθεί η συζήτηση γύρω από τη χρήση της σεξουαλικής βίας ως όπλου του πολέμου και γενοκτονίας. Η δίκη Akayesu ήταν άνευ προηγουμένου αναφορικά με το ότι καθιέρωσε τον βιασμό και άλλες μορφές σεξουαλικής βίας ως πράξεις γενοκτονίας λόγω της πρόθεσης να καταστρέψουν μια άλλη ομάδα. [50]

   Σε αυτήν την υπόθεση, το Δικαστήριο υποστήριξε ότι «οι βιασμοί είχαν ως αποτέλεσμα σωματική και ψυχολογική καταστροφή των γυναικών Tutsi, των οικογενειών τους και των κοινοτήτων τους». Σε μια άλλη περίπτωση, το ICTR έκρινε ένοχο τον Mikaeli Muhimana για γενοκτονία, συνενοχή σε γενοκτονία, δολοφονία και «συμμετοχή και υποκίνηση βιασμού με τη μορφή εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας». [51]

   Ο  Muhimana κρίθηκε επίσης ένοχος για τον βιασμό γυναικών που θεωρούσε ότι ήταν Tutsi. Ο Εισαγγελέας της υπόθεσης αιτιολόγησε, «Το αν τα θύματα ήταν στην πραγματικότητα Tutsi είναι άσχετο… Βίασε τα θύματά του με τη γνώση ότι οι βιασμοί αποτελούσαν μέρος μιας διαδεδομένης και συστηματικής επίθεσης στον άμαχο πληθυσμό των Tutsi». [52]

 

Επίλογος

   Συνοψίζοντας, δεν πρέπει να λησμονούμε πως οι περιπτώσεις που ο βιασμός χρησιμοποιήθηκε ως στρατηγική πολέμου δεν ταυτίζονται μόνο με αυτές τις οποίες αναφέραμε προηγουμένως. Το ότι, έστω και τόσο αργά, η νομική θεωρία συμπεριέλαβε επιτέλους στην προβληματική της ζητήματα τέτοιου βεληνεκούς είναι αισιόδοξο, ωστόσο δεν γίνεται να αγνοήσουμε ότι σε αυτό συνέβαλαν συγκεκριμένες πολιτικές και ιστορικές περιστάσεις. Η δημιουργία, εντούτοις, νομολογιακού προηγουμένου πάνω στο συγκεκριμένο έγκλημα δεν μας κάνει να επαναπαυόμαστε, ούτε να θεωρούμε πως έχουν ανατραπεί οι σχέσεις αυτές που οδήγησαν στην θεώρηση πως τα σώματά μας μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πεδία μάχης. Εξάλλου, όπως αναφέρει και ο μεγάλος συνταγματολόγος Μάνεσης, το δίκαιο δεν μπορεί να ανατρέψει τις σχέσεις εξουσίας παρά μόνο να τις διαμεσολαβεί. [53]

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.  Vitoria, Francisco. (2020) Για το Δίκαιο του Πολέμου (Φωτεινή-Ηλέκτρα Χριστακοπούλου, μτφρ.). Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΡΏΜΗ.

2.  Ρεθυμνιωτάκη Ελένη, Μαροπούλου Μαρίνα, Τσακιστράκη Χριστίνα. (2015) Φεμινισμός και Δίκαιο. Ζωγράφου: Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, σ. 47-48.

3.  Jeffreys, S. (2007). “Double Jeopardy: Women, the U.S. Military, and the War in Iraq”, Women's Studies International Forum, 30: 16–25.

4.  Seifert, R. (1996). “The Second Front: The Logic of Sexual Violence in Wars”, Women's Studies International Forum, 19(1/2): 39.

5.  MacKinnon, C. (2006). Are Women Human? And Other International Dialogues. Cambridge MA: Harvard University Press, σ. 223.

6.  Campbell, K. (2003). “Rape as a ‘Crime Against Humanity’: Trauma, Law and Justice in the ICTY”, Journal of Human Rights, 2(4): 510.

7.  Miller, S. (2009). “Moral Injury and Relational Harm: Analyzing Rape in Darfur”, Journal of Social Philosophy, 40(4): 513-514.

8.  Askin, K. (2003). “Prosecuting Wartime Rape and Other Gender-Related Crimes under International Law: Extraordinary Advances, Enduring Obstacles”, Berkeley Journal of International Law, 21: 288–349.

9.  MacKinnon, C. (2006). Are Women Human? And Other International Dialogues. Cambridge MA: Harvard University Press, σ. 187.

10.  MacKinnon, C. (2006). Are Women Human? And Other International Dialogues. Cambridge MA: Harvard University Press, σ. 188.

11.  Goodhart, M. (2007). “Sins of the Fathers: War Rape, Wrongful Procreation, and Children's Human Rights”, Journal of Human Rights, 6: 309-10, 317-318.

12.  Card, C. (2008). “The Paradox of Genocidal Rape Aimed at Enforced Pregnancy”, Southern Journal of Philosophy, 46: 187.

13.  MacKinnon, C. (2006). Are Women Human? And Other International Dialogues. Cambridge MA: Harvard University Press, σ. 225, 229.

14.  Smith, A. (2005). Conquest: Sexual Violence and American Indian Genocide. Boston: South End Press, σ. 8.

15.  Sommer, R. (2009). “Camp Brothels: Forced Sex Labour in Nazi Concentration Camps,” in The Brutality of Desire: War and Sexuality in Europe’s 20th Century (Dagmar Herzog, επιμ.). New York: Palgrave MacMillan, σ. 168-196.

16.  Πλήρες κείμενο του Άρθρου 27 στην διεύθυνση http://www.icrc.org/ihl.nsf/WebART/380-600032?OpenDocument.

17.  Swiss, Shana και Joan Giller (Αύγουστος 1993). Rape as a Crime of War: A Medical Perspective. JAMA 270.5, σ. 612-615.

18.  Kennedy-Pipe και Stanley. “Rape in War: Lessons of the Balkan Conflicts in the 1990s,” International Journal of Human Rights 4 (3-4): 67–84, 72.

19.  History of Nanking Massacre ιστοσελίδα, http://www.nankingmassacre.com/History_of_Nanking_Massacre_1937.html.

20.  Kennedy-Pipe και Stanley. “Rape in War: Lessons of the Balkan Conflicts in the 1990s,” International Journal of Human Rights 4 (3-4): 67–84, 70.

21.  Askin, K. (1997). War Crimes Against Women: Prosecution In International War Crimes Tribunals. Cambridge, MA: Kluwer Law International, 1997, σ. 181, 184.

22.  I Came to Testify (2011). Παραγωγός: Pamela Hogan. Thirteen and FORKS Films.

23.  Human Rights Watch (1995). The Human Rights Watch Global Report on Women’s Human Rights. New York: Human Rights Watch, xiii.

24.  Stiglmayer, Al. (1994). “The War in the Former Yugoslavia,” in Mass Rape: The War Against Women in Bosnia-Herzegovina (Alexandria Stiglyamer, επιμ.). Lincoln: University of Nebraska Press, σ. 1-34.

25.  I Came to Testify (2011). Παραγωγός: Pamela Hogan. Thirteen and FORKS Films.

26.  Gutman, R. (23 Αυγούστου 1992). “Mass Rape: Muslims recall Serb attacks,” Newsday, 5, 36-37.

27.  Card, Cl. (Φθινόπωρο 1996). “Rape as a Weapon of War,” Hypatia 11.4: 10.

28.  Gutman, R. (1994) “Foreword.” in Mass Rape: The War Against Women in Bosnia-Herzegovina (Alexandria Stiglyamer, επιμ.) Lincoln: University of Nebraska Press, ix-xiii.

29.  Iacobelli, T. (2009). “The ‘Sum of Such Actions’: Investigation Mass Rape in Bosnia-Herzegovina through a Case Study of Foca,” in The Brutality of Desire: War and Sexuality in Europe’s 20th Century, (Dagmar Herzog, επιμ.). New York: Palgrave MacMillan, σ. 261-283.

30.  Kennedy-Pipe και Stanley, “Rape in War: Lessons of the Balkan Conflicts in the 1990s,” International Journal of Human Rights 4 (3-4): 73-74.

31.  Askin, Kelly (1997). War Crimes Against Women: Prosecution In International War Crimes Tribunals. Cambridge, MA: Kluwer Law International, σ. 268.

32.  Gutman, R. (23 Αυγούστου 1992). “Mass Rape: Muslims recall Serb attacks,” Newsday, σ. 37.

33.  I Came to Testify (2011). Παραγωγός: Pamela Hogan. Thirteen and FORKS Films.

34.  Kennedy-Pipe και Stanley, “Rape in War: Lessons of the Balkan Conflicts in the 1990s,” 76-77.

35.  Iacobelli, T. (2009). “The ‘Sum of Such Actions’: Investigation Mass Rape in Bosnia-Herzegovina through a Case Study of Foca,” in The Brutality of Desire: War and Sexuality in Europe’s 20th Century (Dagmar Herzog, επιμ.). New York: Palgrave MacMillan, σ. 266.

36.  ICTY. Kunarac et al., http://www.icty.org/case/kunarac/4#ind.

37.  Buss, D. (2009). “Rethinking ‘Rape as a Weapon of War’.” Feminist Legal Studies vol. 17, σ. 145-163.

38.  Dallaire, R. (2003). Shake Hands with the Devil: The Failure of Humanity in Rwanda. New York, NY: Carroll and Graf Publishers.

39.  Kinzer, S. (2008). A Thousand Hills. Colorado Springs, Colorado: John Wiley and Sons, Inc, σ. 130-132, 138.

40.  United Human Rights Council, “Genocide in Rwanda,” http://www.unitedhumanrights.org/genocide/genocide_in_rwanda.htm.

41.  Human Rights Watch, “Shattered Lives: Sexual Violence during the Rwandan Genocide and its Aftermath,” 1996. http://www.hrw.org/sites/default/files/reports/1996_Rwanda_%20Shattered%20Lives.pdf.

42.  Ghosts of Rwanda. DVD, dir. Greg Barker (2004; BBC and Frontline, 2004).

43.  Dallaire, R. (2003). Shake Hands with the Devil: The Failure of Humanity in Rwanda. New York, NY: Carroll and Graf Publishers, σ. 430.

44.  De Brouwer, Anne-Marie (2005). Supranational Criminal Prosecution of Sexual Violence: The ICC and the Practice of ICTY and ICTR. Antwerpen, Oxford: Instersentia, σ. 12.

45.  Human Rights Watch, “Shattered Lives: Sexual Violence during the Rwandan Genocide and its Aftermath,” 1996. http://www.hrw.org/sites/default/files/reports/1996_Rwanda_%20Shattered%20Lives.pdf.

46.  Strauss, S. (2006). “The Order of Genocide: Race, Power, and War in Rwanda. Ithaca, New York: Cornell University Press, σ. 162.

47.  ICTR, “General Information,” http://www.unictr.org/AboutICTR/GeneralInformation/tabid/101/Default.aspx.

48.  De Brouwer, Anne-Marie (2005). Supranational Criminal Prosecution of Sexual Violence: The ICC and the Practice of ICTY and ICTR. Antwerpen, Oxford: Instersentia, σ. 17.

49.  Buss, D. (2009) “Rethinking ‘Rape as a Weapon of War’.” Feminist Legal Studies vol. 17, σ. 150.

50.  PBS. “A Brief History of International Law,” http://www.pbs.org/wnet/women-war-and-peace/features/a-brief-history-of-international-law/.

51.  Buss, D. (2009). “Rethinking ‘Rape as a Weapon of War’.” Feminist Legal Studies vol. 17, σ. 150-151.

52.  Prosecutor v Mikaeli Muhimana, Case No. ICTR-95-1B-T (ICTR, Trial Chamber III), 28 Απριλίου 2005, παρ. 558, διαθέσιμο στο http://69.94.11.53/default.htm.

53.  Μάνεσης, Αρ. (1980). Συνταγματικό Δίκαιο I. Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.