Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται διαρκώς και αναπροσαρμόζεται στις ανάγκες μιας ταχύτατα μεταβαλλόμενης κοινωνίας. Οι μετατροπές, μεταλλάξεις, μεταποιήσεις, «αυθαιρεσίες» δεν σημαίνουν αλλοίωση της γλώσσας αλλά απλά εξέλιξη που μοιραία περιλαμβάνει δάνεια, καινούριους γραμματικούς τύπους και συντακτικό που καθορίζονται από τη χρήση και τις αναγκαιότητες, διατηρώντας ωστόσο τον κορμό της γλώσσας ενεργό για πάνω από 4000 χρόνια, όσον αφορά την Ελληνική γλώσσα.
Δανεικές λέξεις εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο και υιοθετούνται ακόμα και αν στην αρχή ξενίζουν. Όσο για την ορθότητα των γραμματικών τύπων εξαρτώνται από την εκτεταμένη χρήση τους.
Ιστορικά η γλώσσα μας είχε πολλές διαλέκτους οι οποίες αποτέλεσαν στο βάθος του ιστορικού χρόνου την κοινή νεοελληνική.
Οι μάχες για την γλώσσα στο παρελθόν έφταναν μέχρι την εμφύλια σύρραξη. Παλιά και Νέα Αθηναϊκή Σχολή αλληλοϋβρίζονταν. Αρχαϊστές και οπαδοί του δημοτικισμού προκαλούσαν ταραχές και αιματοχυσίες. Τα «Ορεστικά» και τα «Ευαγγελικά» αποτέλεσαν μαύρες σελίδες στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος. Οι «μαλλιαροί» ήταν οι κατάπτυστοι και επικίνδυνοι οπαδοί του Σοσιαλισμού αρχικά και του Κομμουνισμού μετέπειτα. Όσο για τη γλώσσα του Αναρχισμού θεωρούνταν το σκουπίδι συνυφασμένο με την αντεργκράουντ κουλτούρα. Στην ιστορική εξέλιξη της γλώσσας έρχεται να προστεθεί και η γλώσσα της σωματικότητας, του φύλου και τις εμπειρίας όπως διαμορφώθηκε μέσα από τους αγώνες του φεμινιστικού κινήματος.
Ωστόσο από την δεκαετία του ’30 άρχισε να υπάρχει μια ανεκτικότητα στη γλωσσική ποικιλότητα. Δεν είχαμε ανοικτές συγκρούσεις αλλά παρασκηνιακές ζυμώσεις από τους γλωσσολόγους, φιλολόγους και κριτικούς λογοτεχνίας, που κοιτούσαν με περιφρόνηση την γλωσσοπλαστική τάση στην ποίηση και τον πεζό λόγο. Όμως οι γλωσσοπλάστριες-στες δημιούργησαν την υψηλή μας πεζογραφία και ποίηση.
Και ερχόμαστε στις μέρες μας, όπου πνέει ο άνεμος της ανεκτικότητας, της συμπερίληψης και της προσπάθειας απαλλαγής της γλώσσας από το πατριαρχικό μοντέλο. Μέσα σε αυτή την πάλη έρχονται λέξεις που καθιερώνουν το θηλυκό υποκείμενο αποκομμένο από το αντρικό καθιερωμένο. Έτσι θηλυκοποιείται ο συγγραφέας σε συγγράφισσα, και καθόλου δεν είναι να σηκώνει θύελλες αντιδράσεων, αλλά να γίνει κατανοητός ο λόγος και να ενταχθεί στη νέα γραμματική. Η γλώσσα της αφήγησης μετατοπίζεται όταν αλλάζει υποκείμενο. Η γραφή είναι μια κατάσταση ρευστή, μη γραμμική, συνδεδεμένη με το σώμα και την επιθυμία, που αντιστέκεται στη λογική και την ιεραρχική δομή της αντρικής γλώσσας. Πειραματίζεται ριζικά με τη γραμματική και καταργεί ή ανατρέπει τα φύλα της γλώσσας. Η επανέκδοση των λέξεων και των εννοιών από τη γυναικεία σκοπιά, επανανοηματοδοτεί τη σχέση σώματος-γλώσσας-εξουσίας.
Στη σημερινή γραφή συναντούμε τη χρήση τύπων ως καθολικών. Ποιήτριες αντί για ποιητές, βουλεύτριες αντί για βουλευτές, φοιτήτριες αντί για φοιτητές, γιατρίνες αντί για γιατρούς κοκ.
Συναντούμε σπασμένη σύνταξη και αποφυγή γραμματικής «κανονικότητας».
Δίνεται έμφαση στο σώμα, την εμπειρία, τη φροντίδα, και τη μνήμη.
Η γραμματική πολιτικοποιείται και αυτή είναι μια επανάσταση. Η γυναίκα και οι θηλυκότητες δεν είναι απλά φύλα αλλά τρόπος ύπαρξης. Η επαναδιατύπωση του υποκειμένου καθιστά τη γλώσσα υποκειμενική και συναισθηματική. Για τούτο παρέχει το δικαίωμα στα φύλα της ποικιλότητας να χρησιμοποιούν @ ή * στην κατάληξη. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα του άλλου να εκφράσει την εμπειρία του σύμφωνα με τον συναισθηματικό του κόσμο και τον τρόπο που αυτοπροσδιορίζεται. Το αποτέλεσμα του λογοτεχνικού κειμένου με τους συμβολισμούς στις καταλήξεις θα κριθεί με κριτήρια αισθητικά ως προϊόν καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Η Ζωή Καρέλλη εμφανίζει τις γυναίκες ως συλλογικό υποκείμενο αντικαθιστώντας στην ποίησή της το αρσενικό «ο άνθρωπος» με το θηλυκό «η άνθρωπος», δίνοντας υπαρξιακό και φιλοσοφικό περιεχόμενο στην γυναίκα. Η κριτική τότε το δέχτηκε με επιφυλακτικότητα. Δεν καταγράφεται βέβαια κάποια μαζική αντίδραση αλλά πολλοί κριτικοί, άντρες, απέφυγαν να τονίσουν τη διάσταση του φύλου. Το ερώτημα της Καρέλλη διακινήθηκε περισσότερο ως υπαρξιακό παρά ως φεμινιστικό και υποτιμήθηκε εντέχνως η ριζοσπαστικοποίηση του θέματος. Εντάχθηκε έτσι στα μεγάλα ερωτήματα που δεν συζητιούνται ανοιχτά. Η περιορισμένη ανάδειξη της έμφυλης διάστασης από την κριτική της εποχής υποδηλώνει όχι απλά την απουσία ριζοσπαστικής άποψης αλλά και την αδυναμία πρόσληψης του ζητήματος.
Επίσης, η Κική Δημουλά και η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, δεν μεταβάλλουν άμεσα τη μορφή της γλώσσας αλλά επαναπροσδιορίζουν τη σημασία της μέσα από την υποκειμενικότητα και την ειρωνεία. Ταυτίζουν τη γυναίκα με την απουσία και το τραύμα. Ιδιαίτερα η Δημουλά δεν αλλάζει τη γραμματική αλλά αποδομεί τη σημασία της και εισάγει την ειρωνεία. «Το σώμα μιλά πριν από τις λέξεις» γράφει η Μαρία Λαϊνά σε μια αισθητική και υπαρξιακή κατάσταση. Στο έργο της Μάρως Δούκα μελετάμε την έμφαση στη γυναικεία αφήγηση και εμπειρία αναδεικνύοντας πώς η γλώσσα της αφήγησης μετατοπίζεται όταν αλλάζει υποκείμενο.
Η Moniqke Wittig στο Les Guerilleres χρησιμοποιεί θηλυκό γένος ως καθολικό, με αντιστροφή της γλωσσικής κανονικότητας, πολιτικοποίηση της γραμματικής, κατάργηση του αντρικού ουδέτερου.
Η Helene Cixous, μορφή της έννοιας «θηλυκή γραφή» προτείνει μια γραφή συνδεδεμένη με το σώμα και την επιθυμία, που αντιστέκεται στη λογική και τη δομή της «αντρικής γλώσσας».
Τέλος η Margaret Atwood, αφηγηματική στο σύνολο του έργου της, δείχνει πως η γλώσσα ελέγχει και κατασκευάζει το φύλο. Όμως δείχνει και τον τρόπο πώς αυτό μπορεί να ανατραπεί.
Εν κατακλείδι, η ανακατασκευή της γλώσσας, η επαναδιεκδίκηση των λέξεων από τη γυναικεία σκοπιά, επανανοηματοδοτεί τη σχέση σώματος-γλώσσας-εξουσίας.
Είναι πράξη πολιτική.
*Η Ελένη Πριοβόλου είναι συγγραφέας, μέλος του δικτύου Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου