"Σεξεργασία, μη τη φοβάσαι", της Σίσσυς Δουτσίου

  

Η πραγματικότητα είναι τόσο πολύπλοκη και τα κοινωνικά φαινόμενα τόσο πολύπλευρα για να αναλύσουμε όλο το φάσμα της σεξεργασίας, να κατανοήσουμε όλα τα υποκείμενα, να συναισθανθούμε όλες τις συνθήκες και να αναδείξουμε όλα τα προβλήματα που προκύπτουν.

Δεν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα από τη στιγμή που το σημείο παρατήρησης δεν είναι ποτέ το ίδιο, αυτό άλλωστε μας το έμαθε η σύγχρονη φυσική. Η άποψή μας είναι πάντα επηρεασμένη από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, ένα σώμα, μια θέση, μια ιστορία.

Όλα υπάρχουν σε ένα συνεχές επίπεδο πράξης και αντίδρασης, αναγκαιότητας και επιθυμίας, που είναι αδύνατον να διαχωρίσουμε. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβουμε. Η συζήτηση για την σεξεργασία δεν μπορεί να στριμωχτεί στο δίπολο υπέρ ή κατά. Η σεξεργασία μπορεί να είναι απόλαυση αλλά και ψυχαναγκασμός, απελευθέρωση αλλά και παγίδευση, δημιουργία αλλά και καταστροφή.

Δε χρειάζεται να κρύβουμε πόσο πόνο μερικές φορές και πόσες πληγές ανοίγονται με αυτό το επάγγελμα και να αποφεύγουμε να κάνουμε κριτική στις ψυχολογικές εντάσεις που ελλοχεύουν στην σεξεργασία. Συμβαίνουν πολλά. Λεφτά, απόλαυση, γέλιο, καύλες, σεβασμός, και από την άλλη αηδία, νεύρα, ανοχή, ακόμη και χρήση εθιστικών ουσιών για «να ζήσουμε τη στιγμή». Παράλληλα χτίζονται κοινότητες, δημιουργούνται δίκτυα αντίστασης, γλιτώνουν ζωές από τη φτώχεια, την απόγνωση και την εξαθλίωση, βρίσκεται μια διέξοδος για να τα βγάλεις πέρα, υποστηρίζονται σπουδές, ενοίκια, όνειρα. Το πιο δύσκολο είναι πως όλα αυτά είναι ταυτόχρονα αληθινά.

Ό,τι δεν λέμε

Πολύ σπάνια θα ακούσεις «αυτή η δουλειά με τραυμάτισε», «θα ήθελα να πω όχι αλλά έχω ανάγκη τα γαμημένα τα φράγκα», «ήπια πέντε γραμμές κοκαΐνης για να γαμηθώ πιο ευχάριστα», «νομίζω ότι δεν μπορώ να ερωτευτώ πια»

Αυτά λέγονται ψιθυριστά, εάν ειπωθούνε, επειδή ξέρουμε τι θα συμβεί. Θα χρησιμοποιηθούν ως πυρομαχικά για τον πόλεμο ενάντια στη σεξεργασία. Θα χρησιμοποιηθούν εναντίον των σεξεργατριών για να δημιουργήσουν μια φρικιαστική εικόνα και για να υποστηριχτούν οι πιο συντηρητικές και βίαιες θέσεις ώστε να μπορούν να στιγματίζουν, να φυλακίζουν, να συλλαμβάνουν, να απαξιώνουν, και να λυπούνται άτομα που κινούνται σε αυτό το χώρο.

Κι όμως, όλα αυτά υπάρχουν. Το τραύμα μπορεί να υπάρξει. Η περιθωριοποίηση και η αποξένωση υπάρχουν. Η δυσκολία είναι αληθινή. Δεν είναι μια εύκολη δουλειά. Αλλά αυτά δεν δυσφημούν τη σεξεργασία. Δυσφημούν το σύστημα που τη γεννά. Θέλουμε να φέρουμε στο προσκήνιο τη φτώχεια, την ανισότητα και την έλλειψη επιλογών. Θέλουμε να επιτεθούμε σε αυτό τον κόσμο όπου η επιβίωση γίνεται πάντα με τους όρους των άλλων.

Τα καλά πράγματα που δεν τολμούμε να πούμε

Δεν ισορροπούμε μόνο ανάμεσα στην Αρετή και την Κακία (μύθος του Ηρακλή), δεν υπάρχει μόνο η ανηφόρα ή ο εύκολος δρόμος (ηθικισμός). Δεν υπάρχουνε μόνο πλούσιοι χοντροί που μυρίζουνε σαπούνι και εκατομμυριούχες γυναίκες αδύνατες που θέλουνε να τους τρίψεις λυσσασμένα την κλειτορίδα τους για μια συνεχόμενη ώρα. Υπάρχουν και αυτά που κάνουν τη σεξεργασία πραγματικά όμορφη. Υπάρχει αγάπη, σεβασμός, αμοιβαία φροντίδα, χάδι, περιποίηση, συζητήσεις, εξομολογήσεις, ηδονισμός, απόλαυση, έρωτας, γνωριμίες, δικτύωση. Οι σεξεργάτριες, κυρίως στο εξωτερικό (Αμερική, Ασία, υπόλοιπη Ευρώπη) χτίζουν κοινότητες που οι άνθρωποι «απ’ έξω» δεν μπορούν καν να φανταστούν.

Δεν είναι κοινότητες φτιαγμένες από θεωρητικά σλόγκαν τύπου «γυναίκες με κοινά συμφέροντα». Είναι κοινότητες φτιαγμένες από τη συνταγή της επιβίωσης. Οι πιο έμπειρες στέλνουν λίστες με ασφαλείς πελάτες. Μοιράζονται δεξιότητες, στρατηγικές, τρόπους αποφυγής της αστυνομίας, ασφαλή κανάλια επικοινωνίας. Δημιουργούν υλικές και ψυχολογικές μορφές αμοιβαίας βοήθειας και δεν περιμένουν τίποτα από το κράτος, τις ΜΚΟ και τα ακτιβιστικά κινήματα που δεν αναγνωρίζουν καν ότι αυτό που κάνουν είναι δουλειά.

Και μετά υπάρχει η απλή χαρά της σεξεργασίας. Ναι! Πολύ γέλιο!!! Αστεία, πλάκες, περίεργα πράγματα. Ένας πελάτης που σε κάνει να νιώθεις ευφυής, επιθυμητή, κυριαρχική.  Ένας που ακούει. Ένας που σε ευχαριστεί σαν να ήσουν η καλύτερη απόφαση της ζωής του. Κατά τη διάρκεια ενός πληρωμένου σαδομαζοχιστικού σεξ μπορεί να υπάρξει η πραγματική χαρά. Αυτό γιατί να το κρύψουμε;

Η σεξεργασία σώζει πολλές φορές όταν βρίσκεσαι σε μια δύσκολη οικονομική κατάσταση, εάν βέβαια είσαι σε θέση να καταφέρεις να  μείνεις ανεξάρτητη, να βρεις αξιοπρεπείς πελάτες και να κινηθείς έτσι ακριβώς όπως θέλεις εσύ. Αυτό είναι γεγονός. Τα λεφτά έρχονται γρήγορα και όταν τα χρειάζεσαι.  Δεν απαιτείται επαγγελματικό βιογραφικό και συνεντεύξεις. Δεν είναι τα χρήματα ιδανικά ή σταθερά ή δίκαια μοιρασμένα αλλά είναι χρήματα – αυτή η φρικτή αιτία δυστυχίας στον κόσμο, η ύπαρξη του χρήματος.

Κι αν αυτό τροφοδοτεί επιχειρήματα ενάντια στη σεξεργασία; Αν κάποιες φεμινίστριες το χρησιμοποιήσουν για να πουν «άρα όλες αυτές οι γυναίκες εξαναγκάζονται, πρέπει να τις σώσουμε,  να τους βρούμε μια άλλη δουλειά!!!!!» ή επίσης  «λόγω όλων αυτών δεν μπορούμε να επικυρώσουμε τη σεξεργασία, δεν υπάρχει η ελεύθερη επιλογή, οι γυναίκες αυτές ……».

Δεν με ενδιαφέρουν όλα αυτά. Με ενδιαφέρει η αλήθεια. Η αμφιθυμία, οι αντιφάσεις της ζωής, το παράδοξο, η απόλαυση και ο ψυχαναγκασμός, η ευκολία, και η βαρεμάρα, το δώρο και η ενοχή, η συναισθηματική ασφάλεια και τα ακριβά εσώρουχα. Έτσι δεν είναι άλλωστε ολόκληρη η ζωή μας; Ο ζητιάνος και εσύ με τις σακούλες από τη μπουτίκ, ο ψυχοπαθής μέσα στο τρένο που σου ζητάει να τον βοηθήσεις και εσύ συνεχίζεις να σκρολάρεις στο instagram ή δημοσιεύεις μια φωτογραφία σου στο facebook, το εξαναγκαστικό 14ώρο εργασίας, η μισθωτή σκλαβιά και τα αδικοχαμένο αίμα της Πρωτομαγιάς του Σικάγου. Η ζωή συνεχίζεται με τους εργάτες και τους υπαλλήλους να πηγαινοέρχονται στη δουλειά τους πρωί- βράδυ. Με ενδιαφέρει η κατανόηση της αδικίας και τα αίτια της διαιώνισής της. Αυτός είναι ο κόσμος!!!

Ξαφνικά πρέπει να λύσουμε το πρόβλημα της σεξεργασίας δίχως καν να λάβουμε υπόψιν ότι κάποιοι-κάποιες- κάποια άτομα το επιλέγουν αυτό το επάγγελμα ελεύθερα όπως όλοι επιλέγουν ένα σωρό άλλες μορφές εργασίας τους «ελεύθερα». Επιλέγουμε όλες μας πραγματικά τις δουλειές μας «ελεύθερα» τελικά;

Κατανοώ, οι πρώτες σκέψεις είναι ότι το σώμα γίνεται εμπόρευμα, ναι αλλά είναι το δικό μου το σώμα, υπάρχει η απόφαση,  η επιλογή να διαθέσω εγώ το σώμα μου όσο χρόνο θέλω εγώ και όπου θέλω εγώ. Μα, οι δεύτερες σκέψεις είναι ότι έτσι πληγώνεται ο έρωτας,  ναι  αλλά άλλες φορές έτσι γεννιέται, έτσι εκτιμάται, έτσι ξαναδημιουργείται. Είναι πολύπλοκη η ζωή.


Αυτά που δεν χωράνε στις αφίσες

Υπάρχουν πλευρές της σεξεργασίας που δεν θέλουμε να πούμε ούτε στην ίδια μας την φεμινιστική ομάδα. Υπάρχουν γυναίκες που κάνουν σεξ για λεφτά ενώ δεν έχουν σπίτι. Υπάρχουν σεξεργάτριες που πληρώνουν λογαριασμούς, νοίκια, φαγητό, ενώ οι σύζυγοι έχουνε «εξαφανιστεί» από τις υποχρεώσεις τους. Υπάρχουν κορίτσια που μείναν ορφανά, αγόρια που δεν έχουνε επιλέξει ακόμα το φύλο τους, κοπέλες που αναπτερώνεται η αυτοπεποίθησή τους.

Και το κράτος τι κάνει; Τις φυλακίζει σε πολλές περιπτώσεις, ειδικά στην Αμερική. Τις βάζει σε κατηγορίες δικής του επινόησης. Τις ονομάζει θύματα ενώ τις αντιμετωπίζει ως εγκληματίες. Οι νόμοι για την καταπολέμηση της πορνείας στην πράξη σπρώχνουν τις σεξεργάτριες πιο βαθιά στην παρανομία. Πιο κρυφά ραντεβού, πιο επικίνδυνοι χώροι, λιγότερη πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα. Αυτό δεν ονομάζεται βοήθεια. Αυτή είναι η λογική στιγματισμού ντυμένη με ηθικολογία.

Η μητρότητα, οι σπουδές, η ομορφιά της ζωής, τα πτυχία, η ευτυχία και η σεξεργασία δεν είναι αντίθετες έννοιες. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να ντρέπονται με τις επιλογές τους, δεν θέλουν να καταπιέζονται και να εκβιάζονται, δεν χρειάζονται ηθικούς κανόνες, καταστολή και αστυνόμευση. Και όμως όχι μόνο το σύστημα της κυριαρχίας αλλά συχνά ακόμα και ελευθεριακοί χώροι αντιμετωπίζουν τις σεξεργάτριες ως θύματα, ως σώματα που υποφέρουν, ως σεξουαλικές μηχανές που καταπιέζονται και όχι ως άτομα με αξιοπρέπεια, βούληση, ικανότητα επιλογής και απόλαυσης. Κι όμως, ανάμεσα σε όλες αυτές τις σεξεργάτριες παντού στον κόσμο υπάρχουν και άνεργες που ψάχνουν τρόπο να πληρώσουν το νοίκι, υπάρχουν και κοινωνιολόγες με τα διδακτορικά τους, υπάρχουν και γυναίκες τρανς και μητέρες με τα χαρούμενα παιδιά τους, και τρυφερές ευτυχισμένες υπάρξεις και καλλιτέχνες και θυμωμένες επαναστάτισσες, και άτομα γεμάτα ενέργεια και θέληση για ζωή, και φοιτήτριες και queer άτομα και κάθε είδους υποκείμενα όπως σε κάθε εργασιακό πεδίο, άτομα που δεν θέλουν να ντρέπονται για τις επιλογές τους, χρειάζονται υποστήριξη και φροντίδα όπως όλοι μας.

Σε αυτό το σημείο βεβαία πρέπει να είμαι σαφής. Εγώ που γράφω είμαι μια λευκή γυναίκα με κάποια κοινωνικά προνόμια. Μιλάω μέσα από τα δικά μου βιώματα, τις εμπειρίες, τα ταξίδια και τις γνωριμίες μου με άτομα στις 5 ηπείρους και κυρίως από τις συζητήσεις μου με το αναρχικό κίνημα των σεξεργατριών και των τρανς γυναικών στην Ταϊλάνδη και τις αναρχικές σεξεργάτριες στις ΗΠΑ. Η ρατσιστική και αστυνομική βία, τα συνοριακά καθεστώτα και οι μεταναστευτικές πολιτικές, οι συντηρητικές αντιλήψεις και οι κρατικοί μηχανισμοί παράγουν σε όλο τον κόσμο κοινωνικό αποκλεισμό και προσωπικές τραγωδίες. Οι σεξεργάτριες από τη Λατινική Αμερική, την Ασία ή την Αφρική ίσως αντιμετωπίζουν κάτι που δεν είναι καθόλου το ίδιο με τα άτομα στην Ευρώπη ή την Αμερική, περισσότερα εμπόδια, περισσότερη απαξίωση, περισσότερους περιορισμούς, περισσότερη βία. Η βία που βιώνουν είναι πρώτα ρατσιστική και μετά βία απέναντι στη σεξεργασία. Και όταν μιλάμε για «δικαίωμα επιλογής» ή «αυτοδιάθεση του σώματος», ξέρουμε ότι αυτά τα λόγια δεν φτάνουν για όσες ζουν κάτω από το ρατσιστικό βλέμμα, την καθημερινή αστυνομική βία και τις αποικιοκρατικές πολιτικές.


 Το κίνημα για την υποστήριξη της σεξεργασίας απλώνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου. Από την στιγμή που ο λευκός κυριαρχεί στον πλανήτη είναι δεδομένο ότι οι λευκές σεξεργάτριες έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης, τους εκδοτικούς οίκους και στις πλατφόρμες επικοινωνίας. Οι σεξεργάτριες που είναι μετανάστριες και φτωχές μοιράζονται πολύ πιο δύσκολα τις εμπειρίες τους και τις απόψεις τους για την ζωή μαζί μας. Το να το αναγνωρίσουμε αυτό δεν είναι μικροαστικές τύψεις και ενοχές,  είναι πολιτική ευθύνη. Όλα αυτά δεν είναι μόνο βιώματα- είναι και δημόσιος λόγος. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι απαραίτητές ανοιχτές συναντήσεις,  έρευνες, άρθρα, διαλέξεις, κείμενα, εκδηλώσεις, ταινίες, ντοκιμαντέρ. Όταν μιλάμε για πηγές, αναφορές και δίκτυα, δεν μιλάμε μόνο για πανεπιστημιακά άρθρα. Μιλάμε για το πώς η πληροφορία που παράγουν οι ίδιες οι σεξεργάτριες, οι συλλογικότητες, οι ακτιβίστριες, οι κοινότητες, αλλά και οι ιατρικές και κοινωνικές επιστήμες, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να προστατεύσουν και να διαδώσουν τον λόγο των ίδιων των υποκειμένων.

Σε πολλούς τομείς  από την τεχνολογία μέχρι τη δημόσια υγεία, η ανάλυση πηγών, δικτύων και επιρροών δείχνει πώς χτίζεται η γνώση. Ποιές φωνές ακούγονται, ποιές κρύβονται, ποιά θεμελιώδη κείμενα διαμορφώνουν τις πολιτικές μας απόψεις ή κατεύθυνση της νομοθεσίας; Το ίδιο συμβαίνει και με τη σεξεργασία. Αν κοιτάξουμε ποιά κείμενα, ποιές αναφορές, ποιές ιστορίες κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο για τη σεξεργασία, θα δούμε πόσο συχνά απουσιάζουν οι ίδιες οι σεξεργάτριες.

Όμως, σε πολλές χώρες και σε πολλές μελέτες, παρατηρούμε κάτι επαναλαμβανόμενο. Εκεί όπου η σεξεργασία αποποινικοποιείται, όπου αναγνωρίζεται ως εργασία, όπου οι σεξεργάτριες οργανώνονται συλλογικά, όπου συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων, μειώνεται η βία, βελτιώνεται η υγεία, αυξάνεται η ασφάλεια των ίδιων ατόμων που δουλεύουν σε αυτό το χώρο. Εξασθενεί το αίσθημα ντροπής και το στίγμα της «κακόμοιρης φτωχής ιερόδουλης» ή του «λούμπεν στοιχείο που δεν είχε άλλη επιλογή».

Κοινοτικές ομάδες, συνδικάτα, συλλογικότητες sexworkers έχουν δείξει στην πράξη ότι όταν οι ίδιες οι σεξεργάτριες οργανώνουν την αυτοπροστασία τους, όταν υπάρχει η πρόσβαση σε γιατρούς χωρίς φόβο, όταν υπάρχουν εργασιακά δικαιώματα και μπορεί η σεξεργασία να συζητηθεί ανοιχτά χωρίς στίγμα, όταν αναγνωρίζονται ανοιχτά οι ανάγκες και οι επιθυμίες, τότε μειώνεται η κακοποίηση και το sex trafficking, μειώνεται η έκθεση σε αφροδίσια νοσήματα και πολλαπλασιάζεται η δύναμη της αποδοχής, της ευγένειας και της αξιοπρέπειας.

Αντίθετα, όπου κυριαρχεί η ποινικοποίηση και η παρανομία, ο στιγματισμός και η σωτηριολογία υπάρχει περισσότερη βία, περισσότερη αστυνομική παρενόχληση, λιγότερη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, περισσότερο σκοτάδι. Οι πολιτικές που βλέπουν τις σεξεργάτριες ως υποκείμενα με φωνή, ελεύθερη βούληση, επιλογή  και δικαιώματα βελτιώνουν τη ζωή των σεξεργατριών. Οι πολιτικές που θεωρούν τη σεξεργασία ως πρόβλημα προς διαχείριση, επιτίθονται και σκοτώνουν με έναν υποδόριο τρόπο τις ίδιες τις σεξεργάτριες.

 

Θα υπήρχε σεξεργασία σε έναν ελεύθερο κόσμο;

Αν δεν υπήρχε καπιταλισμός, θα υπήρχε σεξεργασία; Αν δεν υπήρχε πατριαρχία, θα υπήρχε πορνεία; Κάποιες λένε όχι. Υποστηρίζουν πως ολόκληρη η σεξουαλικότητα όπως τη ζούμε σήμερα είναι προϊόν πατριαρχίας, αγοράς, καταπίεσης. Ότι όλες οι επιθυμίες μας είναι διαμορφωμένες από αυτό το σύστημα.

Κάποιες άλλες λέμε ότι υπάρχει κάτι ακόμη πιο βαθύ. Μια σεξουαλικότητα που δεν είναι μόνο αποτέλεσμα καταναγκασμού. Κάτι ερωτικό, πνευματικό, δημιουργικό, που θέλει να παιχτεί, να εξερευνηθεί, να μοιραστεί. Αυτό το κάτι θα υπήρχε ακόμη κι αν γκρεμίζαμε αύριο την πατριαρχία και τον καπιταλισμό.

Δεν πιστεύω ότι η σεξεργασία θα εξαφανιζόταν σε έναν ελεύθερο κόσμο. Πιστεύω ότι θα άλλαζε ριζικά. Θα σταματούσε να είναι δουλειά από ανάγκη και θα γινόταν κάτι σαν τελετουργία, παιχνίδι, υπηρεσία, δημιουργία. Κάτι που δεν θα είχε μέσα του φόβο, φτώχεια, εξάρτηση. Κάτι που δεν θα χρειαζόταν να το ονομάζουμε εργασία με τον σημερινό τρόπο.

Αλλά εμείς δεν ζούμε σε αυτόν τον κόσμο. Ζούμε εδώ.


 

Εδώ, τώρα, σε αυτόν τον κόσμο

Aυτό που χρειάζεται δεν είναι σωτήρες, δεν είναι φεμινίστριες που μας λένε ότι δεν υπάρχει η ελεύθερη επιλογή στη σεξεργασία, δε χρειαζόμαστε γυναίκες που φοβούνται, τρομάζουν απέναντι σε αυτή την επιλογή όπως θα τρόμαζαν και μπροστά σε μια τρυπαρισμένη από LSD νεαρή κοπέλα. Χρειαζόμαστε να υποστηρίξουμε τα δικαιώματα των σεξεργατριών. Προστασία, νομική αναγνώριση της δουλειάς αυτής, πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας χωρίς φόβο και στιγματισμό, τη δυνατότητα καταγγελίας της άσκησης βίας χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος της σύλληψης, τη δυνατότητα να ακουστούν οι δυσκολίες και τα όρια του επαγγέλματος χωρίς αυτό να γίνεται όπλο εναντίον της ίδιας της σεξεργασίας, τη δυνατότητα να εκτιμηθεί η ευκολία, ο ερωτισμός και οι φιλίες που προκύπτουν χωρίς ντροπή.

Θέλουμε κοινότητες που ελέγχονται από σεξεργάτριες. Δίκτυα που δημιουργούνται από σεξεργάτριες. Έρευνες που συμπεριλαμβάνουν τις σεξεργάτριες ως υποκείμενα με άποψη, όχι ως περιστατικά. Πολιτικές που γράφονται μαζί με τις σεξεργάτριες.

Η αρχή «μαζί με εμάς και όχι για εμάς» δεν είναι σύνθημα για αφίσες. Είναι πολιτική στάση. Είναι απαίτηση. Είναι η άρνηση να αφήσουμε άλλους να αποφασίζουν για τα σώματά μας, τις ζωές μας, τις επιθυμίες μας.

Δεν τελειώνει εδώ. Ή μάλλον, δεν πρέπει να τελειώνει εδώ. Αυτό που ξεκινάει από τη σεξεργασία- η αντίσταση, η δημιουργία νέων κοινοτήτων, η εφεύρεση τρόπων επιβίωσης και τρυφερότητας μέσα σε έναν βίαιο κόσμο- δεν σταματάει στα όρια του επαγγέλματος. Απλώνεται σε άλλους αγώνες, άλλες κοινότητες, άλλες εξεγέρσεις.

Αυτό έχει σημασία. Όχι να πείσουμε ότι η σεξεργασία είναι καλή με έναν μονοδιάστατο τρόπο, αλλά να παραδεχτούμε την πολυπλοκότητα. Ότι είναι ταυτόχρονα δύσκολη και απελευθερωτική, τραυματική και ζωτική, επικίνδυνη και τρυφερή. Ότι μπορούμε να σταθούμε μέσα σε αυτή την αντίφαση χωρίς να εξαφανιστούμε.

Μη φοβάσαι το παράδοξο για να κατανοήσεις τον κόσμο. Εκεί, ακριβώς εκεί, βρίσκεται η πραγματική δύναμη, στη στιγμή που λέμε την αλήθεια ολόκληρη όχι μόνο το κομμάτι που μας βολεύει, αλλά και αυτό που πονάει, και αυτό που λυτρώνει.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο https://kiouria.com με την εισαγωγική σημείωση: Το παρόν άρθρο, το οποίο φιλοξενούμε στο site μας, είναι μια συμβολή της Σίσσυς Δουτσίου στο διάλογο για την σεξεργασία.

 
Η Σίσσυ Δουτσίου  είναι ηθοποιός και ποιήτρια, μέλος του δικτύου "η Φωνή της". Το τελευταίο της βιβλίο είναι Οι αδελφές του Κάιν από τις εκδόσεις Καστανιώτη 


ΕΚΑΤΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΙ ΦΩΝΕΣ (Β΄ τόμος, Η Φωνή της), ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Μαρία Λούκα, Ντοκιμαντερίστρια, σεναριογράφος, δημοσιογράφος

 


«Η αίσθηση ότι γράφεις με την πλάτη στον τοίχο, επειδή είναι επείγον, όχι από επιλογή αλλά επειδή πρέπει, αυτή η αίσθηση της επιβίωσης – από αυτήν είναι φτιαγμένο το ποίημα» γράφει η Ωντρ Λοντρ (Audre Lorde), μια μαύρη γυναίκα, λεσβία, μητέρα, μια σπουδαία μορφή της φεμινιστικής σκέψης. Για τη Λορντ η γραφή δεν αποτελεί μια αποστειρωμένη συγκόλληση λέξεων, μια επίδειξη τεχνικής, ούτε μια διαδικασία αποκομμένη από τα άλγη και τις επιθυμίες τής ζωής. Είναι αδιάσπαστο κομμάτι της πολιτικής πράξης: φέρει τη βιωμένη πραγματικότητα των υποκειμένων που γράφουν και σμιλεύει έναν άλλο τρόπο ύπαρξης και σχεσιακότητας, εκκινεί από τον πυρήνα του κόσμου και τον επανεπινοεί. Η Λορντ πιστεύει ακράδαντα πως για τις γυναίκες η ποίηση δεν είναι πολυτέλεια. «Διαμορφώνει την ποιότητα του φωτός μέσα στο οποίο διατρανώνουμε τις ελπίδες και τα όνειρά μας για επιβίωση και αλλαγή, ενός φωτός που πρώτα γίνεται γλώσσα, μετά ιδέα, μετά χειροπιαστή δράση».

Διαβάζοντας τα κείμενα του τόμου Εκατό και είκοσι φωνές, ποιήματα και μικρά πεζά που πραγματεύονται θραυσματικά την πολυτροπικότητα του γυναικείου βιώματος, τη διαγενεακή έμφυλη καταπίεση, τις πολλαπλές μορφές της έμφυλης βίας –ενδοοικογενειακή, σεξουαλική, αποικιοκρατική και γενοκτονική, ρατσιστική–, που επανοικειοποιούνται τις γυναικείες φιγούρες του μύθου και της ιστορίας απαλλαγμένες πλέον από τους πατριαρχικούς ιμάντες, που αντλούν το υλικό τους από τη γυναικεία σωματικότητα και τα αποσιωπημένα της γεγονότα, που κυλούν στις φλέβες τους οι συντριβές και οι αντιστάσεις μιας καθημερινότητας θεμελιωμένης στο σεξισμό, βρίσκω αυτές τις δύο έννοιες που αναφέρει η Ωντρ Λορντ: του επείγοντος και της ανάγκης.

Γράφουν – γράφουμε όντως με την πλάτη στον τοίχο, μια στάση που προκύπτει από τους αδυσώπητους έμφυλους καταναγκασμούς και καταμερισμούς, από τις πατριαρχικές περιφράξεις που συρρικνώνουν τον χώρο στον οποίο μπορούμε να υπάρχουμε, από τα στερεότυπα που αντιμετωπίζουμε σε κάθε μας ανάσα, από το ασήκωτο βάρος της φροντίδας σε όλες της τις διαστάσεις που επωμιζόμαστε για να μη διακυβευτεί η αέναη ροή του κόσμου, από το επώδυνο της επίγνωσης ότι μάλλον είμαστε επιζώσες, ότι πολλές έχουμε υπάρξει θύματα και ότι δεν είμαστε όλες εδώ. Γράφουν – γράφουμε ανάμεσα σε ειδήσεις που καταχωρίζονται στα αστυνομικά συμβάντα, ανάμεσα στην πικρή και ιερή έγνοια να ανακτηθούν τα ονόματα των δολοφονημένων γυναικών, ανάμεσα στη στατιστικοποίηση της οδύνης και της ανισότητας – με τη συνείδηση ότι είμαστε οι ίδιες κλάσματα αυτών των στατιστικών. Υπάρχει μια επιτακτικότητα σ’ αυτό το εγχείρημα της γραφής, είναι η διεκδίκηση τού Λόγου που συνιστά από μόνη της ένα διάβημα αμφισβήτησης της λογοθετικής ανδρικής εξουσίας, μια κίνηση χειραφέτησης καθώς σκάβει τα στρώματα σιωπής και ντροπής για να φτάσει στο ορυχείο του γυναικείου συναισθήματος, ενός σφοδρού και ορμητικού συναισθήματος που απορρέει από «την κοινή συντριπτική κατανόηση του τι σημαίνει να ζεις σε μια πατριαρχική κοινωνία», όπως σημειώνει στη διαυγή της συμπύκνωση η Μάγκι Νέλσον.

Γνωρίζουμε καλά πως η λογοτεχνία δεν αποτελεί ένα ουδετεροποιημένο πεδίο σε σχέση με τις έμφυλες αντιθέσεις. Ήταν και παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένας φαλκιδευμένος χώρος όπου σφυρηλατείται, επιβεβαιώνεται και αναπαράγεται το έμφυλο προνόμιο. Ο ίδιος ο λογοτεχνικός κανόνας διαμορφώθηκε στη βάση ανδρικών κριτηρίων που όρισαν την «καλή» και «κακή» λογοτεχνία, εξοβελίζοντας τη γυναικεία γραφή σε μια διαβάθμιση μειονεξίας. Οι γυναίκες και οι θηλυκότητες δεν απολαμβάνουν ισότιμη πρόσβαση, αναγνώριση και επιβράβευση του έργου τους. Καλούνται πάντα να μοχθήσουν πολύ περισσότερο, να αποδεικνύουν διαρκώς ότι αξίζουν να συμπεριλαμβάνονται στη λογοτεχνία, να ευθυγραμμίζονται με τις αισθητικές φόρμες των ανδρών συγγραφέων ή αλλιώς να βολεύονται σε περιοριστικές και υποτιμητικές κατηγοριοποιήσεις. Έτσι, οι περισσότερες μεγαλώσαμε με λογοτεχνικές αναπαραστάσεις που σεξουαλικοποιούν και αντικειμενοποιούν το γυναικείο σώμα, που ρομαντικοποιούν και συσκοτίζουν την έμφυλη βία, που είτε αορατοποιούν τις γυναικείες παρουσίες παρουσιάζοντας τες ως συμπληρωματικές ως προς τις αρρενωπότητες και εξαρτώμενες από αυτές, είτε τις δαιμονοποιούν ως «μοχθηρές» και «πανούργες», με αναπαραστάσεις δηλαδή που δεν μας εμπεριέχουν αλλά παίζουν ρόλο στην παραγωγή της κοινωνικής νόρμας. Οπότε, είναι ζωτικής σημασίας για τις γυναίκες να χτίσουν λογοτεχνικές αναπαραστάσεις μέσα στις οποίες θα βρίσκουν τις εαυτές τους. Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, λειτουργεί σαν ένα μεγάλο, ευρύχωρο, νοητό «δικό της δωμάτιο» που αποζητούσε η Βιρτζίνια Γουλφ, μια κειμενική τοπογραφία όπου αποκαλύπτονται, συναντιούνται και συνομιλούν οι γλωσσικές και αισθητικές ιδιοσυγκρασίες γυναικών συγγραφέων με όρους εκδήλωσης τού μέχρι πρότινος ανείπωτου και απωθημένου, σε συνθήκες ελευθερίας και αναπολογητικότητας.

Το ενδιαφέρον του τόμου, όμως, δεν αφορά μόνο στο περιεχόμενό του αλλά και στη δομή του, δηλαδή στη συνύπαρξη των γυναικών συγγραφέων, στο συλλογικό πνεύμα που αποπνέει. Γιατί η αλήθεια είναι πως ο βασικός κώδικας με

βάση τον οποίο μας έχουν διδάξει να αντιλαμβανόμαστε η μία την άλλην είναι η καχυποψία και η επιδίωξη του ατομικού διαχωρισμού από τις άλλες γυναίκες. Μάλλον αυτή είναι και η πιο έξοχα φτιαγμένη παγίδα της πατριαρχίας, γιατί υποκινεί τον ανταγωνισμό των γυναικών μεταξύ τους, γιγαντώνοντας τις διαφορές τους καιεκθέτοντάς τες ως αγεφύρωτες και ανεπίλυτες. Αρκετές διανοήτριες του φεμινισμού έχουν σταθεί στη διαβρωτική ισχύ που έχουν στις γυναικείες σχέσεις αυτές οι πεποιθήσεις και στην ανάγκη αποδόμησής τους. Η Σούζαν Σόνταγκ στο δοκίμιό της Ο τρίτος κόσμος των γυναικών αναλύει πως οι γυναίκες έχουν εκπαιδευτεί να περιμένουν την έγκριση των ανδρών και, σε αντίστιξη, γιατί είναι αναγκαίο «οι γυναίκες να μάθουν να μιλούν μεταξύ τους (...) και να προσεγγίζουν άλλες γυναίκες. Μ’ αυτό τον τρόπο τουλάχιστον, τα λάθη τους θα είναι δικά τους». Το βιβλίο Εκατό και είκοσι φωνές, σε σύμπνοια με τις κριτικές και ζωογόνες επεξεργασίες του φεμινιστικού κινήματος, πατώντας πάνω στην πολύτιμη παράδοση των συλλογικών γυναικείων πειραματισμών, το κάνει πράξη. Δημιουργεί μιαν ανεκτίμητη σύνδεση που χωρίς να αφομοιώνει τις διαφορές, αναδεικνύει τη δυναμική και τον πλουραλισμό της γυναικείας γραφής. Μας ωθεί στο να ακούσουμε, να διαβάσουμε, να αισθανθούμε η μία την άλλην και, μέσα από μια τέτοια ανταλλαγή δημιουργικότητας και αλληλοσεβασμού, να στοχαστούμε πάνω στην κοινή πηγή του θυμού μας και στον κοινό ορίζοντα της αλλαγής και της αισιοδοξίας ως υποκείμενα Ιστορίας.

ΜΑΡΙΑ ΛΟΥΚΑ

Ντοκιμαντερίστρια,

σεναριογράφος, δημοσιογράφος

 

Β ΙΒΛ ΙΟΓΡΑΦ ΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Sister Outsider, Audre Lord, εκδ. Κείμενα, μτφρ. Ισμήνη Θεοδωροπούλου.

Περί Γυναικών, Susan Sontag, εκδ. Gutenberg, μτφρ. ΔανάηΣιώζιου.

Αργοναύτες, Maggie Nelson, εκδ. Αντίποδες, μτφρ. Μαρία Φακίνου.

 

ΕΚΑΤΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΙ ΦΩΝΕΣ (Β΄ τόμος, Η Φωνή της), ΠΡΟΛΟΓΟΣ: Βαρβάρα Ρούσσου, Μόνιμη διδάσκουσα, Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας

 


ΕΚΑΤΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΙ ΦΩΝΕΣ: ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ «ΦΩΝΗ ΤΗΣ», ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΤΗ ΦΩΝΗ ΜΑΣ

Εκατό και είκοσι φωνές είναι το δεύτερο βιβλίο της συλλογικότητας-δίκτυο γυναικών «η φωνή της». 120 γυναίκες καταθέτουν τα ειδολογικά ποικίλα λογοτεχνικά κείμενά τους –ποιήματα, μικροδιηγήματα, αποσπάσματα πεζών– άλλα (τα λιγότερα) ήδη εκδομένα, άλλα (η πλειονότητα) γραμμένα ειδικά γι’ αυτό το βιβλίο.

Η απήχηση που πέτυχε ο πρώτος τόμος, με τίτλο το όνομα της συλλογικότητας, πιστοποίησε την ανάγκη της επανάληψης του εγχειρήματος, στηριγμένου στην πίστη για τον επικοινωνιακό χαρακτήρα των λογοτεχνικών κειμένων και για τη δραστικότητα μιας λογοτεχνίας που βασίζεται στην τρέχουσα πραγματικότητα, δεν εθελοτυφλεί στα μείζονα ζητήματα στο όνομα μιας σχεδόν άφυλης οικουμενικότητας ταυτισμένης με την υψηλή λογοτεχνικότητα.

Η ενικότητα του ουσιαστικού και η κτητική αντωνυμία «της» στον τίτλο του πρώτου τόμου (Η φωνή της) δήλωνε ότι η φωνή ανήκει σε θηλυκότητες καιεκφράζει την ανάγκη της συσπείρωσης. Τώρα έγινε πολλαπλασιαστικά Εκατό και είκοσι φωνές διαλαλώντας το άνοιγμα και τη συμμετοχικότητα των γυναικείων φωνών. Αν και, αναπόφευκτα, τίθεται το ερώτημα της εκπροσώπησης και των αποκλεισμών, αναδεικνύεται η αναγκαιότητα της συμπεριληπτικότητας που χαρακτηρίζεται από πολλαπλότητα.

Είναι λοιπόν αυτός ο τόμος ένα φεμινιστικό βιβλίο; Τι κάνει ένα λογοτεχνικό βιβλίο, και μάλιστα ένα συλλογικό συγγραφικό εγχείρημα, φεμινιστικό; Είναι το ότι γράφουν 120 γυναίκες, άρα είναι γυναικείο; Τότε, είναι και φεμινιστικό; Είναι οι θεματικές που πραγματεύονται τα ποιήματα και τα πεζά ή το κοινό στο οποίο απευθύνεται το βιβλίο; Ίσως η κριτική, και ιδίως οι άντρες κριτικοί, να θεωρούν ότι αυτά τα ερωτήματα έχουν ήδη απαντηθεί, ο φεμινισμός ως κίνημα πέτυχε τους στόχους του (ποσοστώσεις, ισότητα, νομική κατοχύρωση δικαιωμάτων κ.λπ.) ή ότι ο φεμινισμός των δικαιωμάτων δεν έχει θέση στη σύγχρονη δυτική κοινωνία ή, ακόμη, ότι ο φεμινισμός, όπως και οτιδήποτε πολιτικό, δεν έχει θέση στη λογοτεχνία και συνεπώς περιττεύουν πλέον βιβλία όπως το Εκατό και είκοσι φωνές, που μάλιστα μπορεί να υπονοούν με τον τίτλο ότι χρειάζονται πολλές γυναικείες φωνές για να ακουστούν δυνατότερα. Ακούγεται αληθινά η φωνή των γυναικών τόσο ηχηρή όσο αξίζει και όσο οι καιροί επιβάλλουν να είναι; Γιατί σήμερα έχουν έρθει στο φως εκείνα τα καλά κρυμμένα προσωπικά και οικογενειακά άρρητα που δεν κάνουν απλώς πολιτικό το προσωπικό αλλά επιβεβαιώνουν ότι οι ρίζες της γυναικείας υπόταξης είναι και βαθιές, παλιές και πολύπλοκες. Οι κάθε είδους εξουσιαστικές πρακτικές βίας ήρθαν προ οφθαλμών του κοινωνικού συνόλου αποδεικνύοντας ότι οι κατακτήσεις μακροχρόνιων αγώνων και διεκδικήσεων δεν αποτέλεσαν παρά μόνο μια αρχή και αναδεικνύοντας την ανάγκη να μην υπάρχει καμιά συναίνεση και κυρίως καμιά σιωπή. Η φωνή είναι το αντίθετο στη σιωπή που πολλαπλά βιώσαμε και βιώνουμε, ακόμη και στη λογοτεχνία, με πρακτικές περιθωριοποίησης/ αορατοποίησης φεμινιστικών φωνών και οι Εκατό και είκοσι φωνές, πολλές και βροντόλαλες, επιδιώκουννα τη σπάσουν, για δεύτερη φορά, και να απαντήσουν ότι η στέρηση και άρνηση λόγου, και όλες εκείνες οι πράξεις βίας που καθυπότασσαν τις γυναίκες, υπάρχουν. Αν δηλώνονται με τη λογοτεχνία δεν είναι επειδή πρόκειται για λογοτεχνικά μοτίβα του συρμού που έχουν πρόσκαιρη απήχηση και αποσκοπούν στην εφήμερη συγκίνηση ούτε ο φεμινισμός είναι θεωρία για τον ακαδημαϊκό χώρο και αόριστη αφορμή για διηγήματα και ποιήματα. Αντίθετα, τα διηγήματα και τα ποιήματα, χωρίς να παύουν, όπως πολλοί διατείνονται, να αποτελούν λογοτεχνία, είναι ο λόγος των γυναικείων υποκειμένων που προκύπτει μέσα από το φεμινισμό ως βίωμα και πρακτική.

Τα κείμενα του τόμου λοιπόν:

προέκυψαν από την ανάγκη να προβληθούν οι διαφορετικοί/ασύμμετροι τρόποι των ποικίλων διακρίσεων κατά των γυναικών. Γι’ αυτό μιλούν για βιώματα κυρίως cis θηλυκοτήτων από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, μορφωτικό επίπεδο και εθνικότητες, χρόνους/χώρους (πόλη, ύπαιθρος/επαρχία) και με διαφορετικούς τρόπους εκφρασμένα. Ηέμφαση δίνεται στην υπόταξη και στις ποικίλες μορφές βίας: υποταγή σε στερεότυπα/συμβάσεις συμπεριφοράς/εμφάνισης, γυναικοκτονίες, βιασμό, ενδοοικογενειακή βία, σιωπή των γυναικών που υπηρέτησαν υποταγμένες το αντρικό προνόμιο ζώντας στη μοναξιά, δυσκολία ή ακατόρθωτο διαφυγής από μια κακοποιητική σχέση που με τη σειρά της προκαλεί άλλες δυσκολίες, περιορισμό της σεξουαλικότητας και φίμωση της έκφρασής της, βιολογία ως μοίρα με την επιβολή της μητρότητας, μητρότητα/επιλογή, σχέση μητέρας-κόρης.

δεν αναζητούμε σε αυτά το βίωμα ως αυτοβιογράφηση. Απ’ όποιες θεσιακότητες κι αν γράφονται, ακόμη και με μετέωρο το ερώτημα πόσο μπορούμενα μιλάμε για αυτό που δεν βιώσαμε ή για όποιες δεν είμαστε, με όποιες αναπαραστάσεις κι ανεπιλέγονται εντέλει μένει σαφές ό,τι αυτά τα κείμενα επιχειρούν να δείξουν, δηλ. αυτόπου συχνά αναρωτιόμαστε για όλη τη λογοτεχνία: τι τελικά (μπορεί να) κάνει.

δεν είναι ευχάριστα και διασκεδαστικά. Επειδή αρθρώνονται στη σιωπή και την υποταγή έχουν ως υφολογική βάση τη θλίψη και τον υπόγειο θυμό. Ο χαμηλόφωνος τόνος, το θλιμμένο ύφος είναι εξάλλου ό,τι κληροδοτήθηκε στις γυναίκες ως φυσική (δηλαδή φυσικοποιημένη) έκφραση αφού το υψηλό, μεγαλόφωνο, επαναστατικά οργίλο είχαν ανέκαθεν κατοχυρωθεί στους άντρες, ύφος όμως που οι γυναίκες δημιουργοί χρησιμοποιούν ολοένα και συχνότερα μιλώντας για τη γυναικεία εμπειρία μέσα σε μια αντρική γλώσσα και κοινωνία.

 δεν αναπαράγουν τη θλίψη και την οργή ως συναισθηματική μεμψιμοιρία ή αβάσιμο θυμό αλλά τα αναπλαισιώνουν συνιστώντας μια διαρκή «ενόχληση», συνεχή υπενθύμιση της συνεχιζόμενης ιστορικής αδικίας μέχρι αυτή να πάψει να υπάρχει.

Ως δίκτυο γυναικών, «η φωνή της», δείχνει με τις Εκατό και είκοσι φωνές την κινητικότητα και τη δυναμική του. Έξω από αυτό μπορούμε να ακούσουμε πολλές άλλες φωνές, συλλογικές και μεμονωμένες, που επικεντρώνονται στα ίδια ή σε άλλα ζητήματα από τον ευρύτερο φεμινιστικό χώρο. Ο στόχος για όλες είναι ένας: φωνές δυνατές να έρχονται από παντού.

ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ

Μόνιμη Διδάσκουσα,

Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας