"Σπάζοντας τη σιωπή: Η αποτύπωση της γυναικείας κακοποίησης στη λογοτεχνία", της Τζένης Θεοφανοπούλου

 

Όταν μιλάμε για την αποτύπωση της γυναικείας κακοποίησης στη λογοτεχνία, προετοιμαζόμαστε για την ανάγνωση επώδυνων καταγραφών βίαιων γεγονότων, για την αναπαράσταση βίαιων πράξεων. Όμως η λογοτεχνία δεν εξαντλείται στην καταγραφή της ωμότητας. Στην πραγματικότητα η λογοτεχνία, η καλή τουλάχιστον λογοτεχνία, επιχειρεί να αναλύει κοινωνικές δομές, να διερευνά ψυχολογικές διαστάσεις, να καλλιεργεί την ενσυναίσθηση, να κατανοεί ανθρώπινες συμπεριφορές,  να φωτίζει τις συγκρούσεις, να αναδεικνύει ανισότητες και να δίνει φωνή σε αδύναμους και ανυπεράσπιστους, να αμφισβητεί στερεότυπα και θεωρούμενα αυτονόητα, και, πάνω απ’ όλα, να αφήνει χώρο στον αναγνώστη προκειμένου να προβληματίζεται, να αμφισβητεί, να αλλάζει.     

Στο πλαίσιο αυτό, η αποτύπωση της γυναικείας κακοποίησης στη λογοτεχνία, οφείλει να επιχειρεί μια σε βάθος ανάλυση των κοινωνικών δομών που παράγουν  τη βία αλλά και του ψυχολογικού τραύματος.  Οφείλει να φωτίζει τις αιτίες της ενοχής που συχνά περιβάλλει το θύμα  και, κυρίως, να αποκαλύπτει την ένοχη κοινωνική σιωπή.

Όταν μιλάμε για γυναικεία κακοποίηση αναφερόμαστε σε ένα ολόκληρο φάσμα. Είναι η ψυχολογική και συναισθηματική χειραγώγηση. Είναι η οικονομική εξάρτηση της γυναίκας από τους άνδρες του περιβάλλοντός της. Πρόκειται για μορφές βίας που εκμηδενίζουν την προσωπικότητά της και ακυρώνουν την αυτοεκτίμησή της. Και είναι, φυσικά, και η σωματική και σεξουαλική κακοποίηση που της στερεί τον έλεγχο ακόμα και στο ίδιο της το σώμα, με κορφή του παγόβουνου τη γυναικοκτονία.

Ωστόσο μέσα στους αιώνες, ένα συμπαγές τείχος σιωπής, δομημένο από στερεότυπα,  ανάγκαζε (και εν πολλοίς αναγκάζει ακόμα) τη γυναίκα να υπομένει την κακοποίηση  βουβά. Πολλές φορές μάλιστα να μην την αντιλαμβάνεται καν, όταν αυτή μεταμφιέζεται σε συναισθηματική φροντίδα, οικονομική προστασία ή «αθώο» φλερτ.  

Όμως η λογοτεχνία, και ειδικότερα η γυναικεία λογοτεχνική γραφή, που αποτελεί το αντικείμενο της σημερινής μας συζήτησης, αντέδρασε από πολύ νωρίς. Προσπάθησε να αποδομήσει το πατριαρχικό αφήγημα της υποταγής, να επιστρέψει στη γυναίκα τη φωνή και το σώμα της, και, κυρίως, να αναδείξει ότι η βία που υφίστανται οι γυναίκες δεν είναι μια «ιδιωτική» ή οικογενειακή υπόθεση. Είναι ένα βαθύ συστημικό κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα.

Οι συγγράφισσες χρησιμοποιούν τη μυθοπλασία, και συχνά την αυτομυθοπλασία, ως όπλο. Για να δώσουν φωνή στα θύματα. Για να αναδείξουν τις ορατές και αόρατες μορφές βίας. Για να προκαλέσουν την αφύπνιση του αναγνωστικού κοινού. Και, εν τέλει, για να αμφισβητήσουν ριζικά το ίδιο το σύστημα που γεννά και αναπαράγει την έμφυλη βία -ένα σύστημα που χρησιμοποιεί την υποταγή ως το θεμελιώδες μέσο για να διαιωνίζει την ύπαρξή του.   

Στο πλαίσιο αυτό, προκειμένου να δούμε στην πράξη πώς η λογοτεχνία αποτυπώνοντας την κακοποίηση των γυναικών μπορεί να γίνει εργαλείο αλλαγής, θα αναφερθούμε σε συγκεκριμένα λογοτεχνικά έργα. Ωστόσο, οφείλουμε να τονίσουμε ότι η αναφορά που ακολουθεί δεν αποτελεί λίστα με τα «καλύτερα» έργα, καθώς μια τέτοια αξιολόγηση θα ήταν απολύτως υποκειμενική. Κριτήριο δεν ήταν η αισθητική υπεροχή αλλά ο επιδραστικός και καθοριστικός ρόλος που έπαιξαν αυτά τα έργα, καταφέρνοντας να ανοίξουν ρωγμές στο τείχος της σιωπής και να επηρεάσουν τη συλλογική συνείδηση. Μερικά από αυτά τα έργα θα παρουσιάσουν διεξοδικά οι επόμενες ομιλήτριες.

Η αρχή γίνεται, όπως αναφέραμε και πιο πάνω, πολύ νωρίς, από την Κριστίν ντε Πιζάν, στα χρόνια του Ύστερου Μεσαίωνα. Στο Βιβλίο της Πολιτείας των Κυριών, γραμμένο μεταξύ 1405 και 1407,  η ντε Πιζάν, η πρώτη γυναίκα που «έζησε από την πένα της», χτίζει μια «αλληγορική» πολιτεία για να υπερασπιστεί τις γυναίκες απέναντι στον μισογυνικό λόγο των ανδρών. Αν και στη σημερινή αναγνώστρια τα επιχειρήματά της φαίνονται στερεοτυπικά και παρωχημένα, για την εποχή της ήταν μια πραγματική γροθιά. Η ντε Πιζάν όμως χρησιμοποίησε την πένα της όχι μόνο για να ζήσει, αλλά, όπως λέει η Σιμόν ντε Μποβουάρ, για «να υπερασπιστεί το φύλο της». Υπερασπίστηκε με θέρμη το δικαίωμα των γυναικών στη μόρφωση και με πρωτοφανή τόλμη κατέγραψε την ψυχολογική και σωματική κακοποίηση που υφίσταντο οι γυναίκες, αποτελώντας μία από τις πρώτες φωνές στην παγκόσμια λογοτεχνία που κατάγγειλε την έμφυλη βία. Επιπλέον, η ντε Πιζάν, ασκεί κριτική στο νομοθετικό πλαίσιο της εποχής της, στο φεουδαρχικό δίκαιο, που συχνά τιμωρούσε τις γυναίκες θύματα βίας αντί για τους θύτες, προτείνοντας μια ηθική και νομική επανεκτίμηση της γυναικείας θέσης. Έτσι στο έργο της, η γυναίκα από αντικείμενο της αφήγησης γίνεται υποκείμενο, ικανό να αντιπαρατίθεται και να καταγγέλλει.

Ωστόσο, η συστηματική αποτύπωση της γυναικείας κακοποίησης από γυναίκες συγγραφείς, ξεκινά ουσιαστικά τον 19ο αιώνα. Το έργο της Αν Μπροντέ Η ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ, γραμμένο το 1848, θεωρείται έργο τομής, ένα από τα πρώτα «επαναστατικά» έργα, καθώς παρουσιάζει μια γυναίκα, τη Χέλεν, που εγκαταλείπει τον αλκοολικό και κακοποιητικό σύζυγό της για να προστατεύσει την ανατροφή του γιου της, αμφισβητώντας το νομικό πλαίσιο της εποχής της, το οποίο δεν παρείχε κανένα δικαίωμα στην παντρεμένη γυναίκα.

Στο έργο της, η Μπροντέ εστιάζει αρχικά στην ψυχολογική και συναισθηματική βία που ασκεί ο Άρθουρ, ο σύζυγος της Χέλεν, υποτιμώντας την και ταπεινώνοντάς την συστηματικά. Παράλληλα, αγγίζει το ζήτημα της σεξουαλικής κακοποίησης, καθώς το έργο, χωρίς να αναφέρεται σε λεπτομέρειες, περιέχει σαφείς νύξεις για μη συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις εντός του γάμου – ένα θέμα που εξακολουθεί να αποτελεί ταμπού ακόμα και στις μέρες μας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον οικονομικό και νομικό έλεγχο, καθώς η Χέλεν δεν έχει νόμιμα δικαιώματα ούτε στην περιουσία της ούτε στο παιδί της, γεγονός που καθιστά την απόδρασή της επαναστατική πράξη για τα δεδομένα της εποχής.

Εκτός από αυτά, το έργο έχει μια βαθιά κοινωνική διάσταση. Η Μπροντέ καταρρίπτει ένα ακόμα στερεότυπο της «καλής συζύγου», η οποία οφείλει να «διορθώνει» τον σύζυγο κι αν δεν τα καταφέρνει, να επωμίζεται η ίδια την ευθύνη της φαυλότητάς του. Επιπλέον, μέσω της ηρωίδας της, φαίνεται ότι η Μπροντέ αντιλαμβάνεται τη μητρότητα όχι απλώς ως τρόπο επιβίωσης ενός παιδιού. Δίνει μεγαλύτερη σημασία στην ανατροφή  παρά στην υλική εξασφάλιση, θεωρώντας ότι η διαπαιδαγώγηση του αγοριού της δίπλα σε έναν αλκοολικό, διεφθαρμένο και κακοποιητικό πατέρα είναι καταστροφική.  

Συνεπώς, για τη Χέλεν η απόδραση μοιάζει μονόδρομος. Η απόφαση αυτή της ηρωίδας θεωρήθηκε σκανδαλώδης για τους αναγνώστες της βικτωριανής εποχής. Το έργο επικρίθηκε με δριμύτητα και χαρακτηρίστηκε από την κριτική ως «χυδαίο», «άξεστο» και «κτηνώδες».  

Σχεδόν την ίδια περίοδο, το 1861, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Χάριετ Τζέικομπς με το αυτοβιογραφικό έργο της Γεννήθηκα σκλάβα, προαναγγέλλει την έννοια της διαθεματικότητας, καθώς στο έργο της διασταυρώνονται το φύλο, η φυλή και η τάξη, δίνοντας έτσι στην αυτοβιογραφία μία νέα πολιτική και κοινωνική διάσταση,  μετατρέποντας το προσωπικό βίωμα σε συλλογική καταγγελία.

Η Τζέικομπς υπήρξε η πρώτη που μίλησε ανοιχτά για τη σεξουαλική παρενόχληση, θεωρώντας την ως δομικό στοιχείο της δουλείας, και η πρώτη που μίλησε για την οδύνη της μητέρας - σκλάβας, που δεν έχει κανένα νομικό δικαίωμα στα παιδιά της, για μια «μητρότητα υπό πολιορκία». Για την Τζέικομπς η σεξουαλική βία δεν είναι μόνο η πράξη ενός άνδρα εναντίον μιας γυναίκας. Είναι μέρος του συστήματος της δουλείας. Το σώμα της μαύρης γυναίκας ανήκει στον δυνάστη, όπως και η μητρότητά της.

Η απόφασή της να κλειστεί για επτά χρόνια σε μια μικροσκοπική σοφίτα προκειμένου να σωθεί από τον αφέντη, είναι η δική της αντίσταση. Με την πράξη της αυτή η Τζέικομπς μετέτρεψε τον οικειοθελή εγκλεισμό της σε μέσο για την τελική απελευθέρωση τόσο της ίδιας όσο και των παιδιών της.

Η συγκλονιστική μαρτυρία της Τζέικομπς αποτέλεσε το θεμέλιο της αφροαμερικάνικης γυναικείας λογοτεχνίας και επηρέασε βαθιά μεταγενέστερες συγγράφισσες, ακόμα και πέρα από τις ΗΠΑ.

Η Τόνι Μόρισον στο εμβληματικό της έργο Αγαπημένη, που εκδόθηκε το 1987 και βραβεύτηκε με Πούλιτζερ την επόμενη χρονιά, εξελίσσει το θέμα της Τζέικομπς γύρω από το τραύμα της μητρότητας. Η ηρωίδα της, η Σιθ, προτιμά να οδηγήσει το παιδί της στον θάνατο με τα ίδια της τα χέρια, παρά να το δει να επιστρέφει στη δουλεία.

Αντίστοιχα, η Άλις Γουόκερ, στο Πορφυρό Χρώμα, το οποίο εκδόθηκε το 1982, ακολουθώντας το παράδειγμα της Τζέικομπς, δίνει φωνή στην άφωνη Σίλι, η οποία υφίσταται διπλή κακοποίηση: από το λευκό ρατσιστικό σύστημα αλλά και από την πατριαρχία μέσα στην ίδια της την κοινότητα. Με το έργο της, η Άλις Γουόκερ εξελίσσει τη διερεύνηση της μαύρης γυναικείας κακοποίησης, πέρα από τα στερεότυπα της θυματοποίησης.

Παράλληλα, η επιρροή της Χάριετ Τζέικομπς και σε λευκές συγγράφισσες, όπως η Μάργκαρετ Άτγουντ είναι τόσο ισχυρή, ώστε πολλοί μελετητές θεωρούν την Ιστορία της Θεραπαινίδας, που εκδόθηκε στον Καναδά το 1985, ως μια σύγχρονη δυστοπική εκδοχή της «αφήγησης σκλάβου». Στο έργο της, η σεξουαλική δουλεία παρουσιάζεται ως θεσμός. Στη Δημοκρατία του Γαλαάδ, οι Θεραπαινίδες δεν είναι τίποτε άλλο εκτός από «δίποδες μήτρες», ενώ η «Τελετή» αποτελεί τη θεσμοθετημένη εκδοχή του βιασμού.

Ταυτόχρονα, η Άτγουντ δίνει βάρος στη γυναικεία συνενοχή, αφού οι γυναίκες  «σύζυγοι» επιτηρούν τις Θεραπαινίδες και συμμετέχουν στην ψυχολογική τους εξόντωση, δείχνοντας πώς η πατριαρχία, εκτός από πράξη επιβολής του ανδρικού φύλου πάνω στο γυναικείο, στρέφει και τις ίδιες τις γυναίκες τη μία ενάντια στην άλλη, προκειμένου, με μεγαλύτερη ασφάλεια, να διατηρείται ο έλεγχος.

Και, όπως και στα προηγούμενα έργα, η γραφή -ή η καταγραφή- αποδεικνύεται πράξη αντίστασης. Η ηρωίδα, η Offred, ελλείψει πρόσβασης σε γραφή και ανάγνωση, καταγράφει την ιστορία σε κασέτες, καθιστώντας τη μαρτυρία της ένα διαχρονικό τεκμήριο κακοποίησης που επιβιώνει μετά την πτώση του καθεστώτος.  

Εξίσου επιδραστική είναι η προσέγγιση της Αννί Ερνώ. Η Ερνώ αποτυπώνει την κακοποίηση όχι ως ένα απομονωμένο δράμα, αλλά ως μια κλινική ανατομία της συμβολικής βίας, δηλαδή μιας μορφής κυριαρχίας που είναι αόρατη και ασκείται με τη συναίνεση αυτών που την υφίστανται, καθώς θεωρείται «φυσική». Τα έργα της, καθαρά αυτοβιογραφικά, είναι γραμμένα στο ιδιαίτερο ύφος της «απρόσωπης αυτοβιογραφίας», όρο που εισήγαγε η Ερνώ στο είδος, όπου το «εγώ» γίνεται ο καθρέφτης μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η γραφή της, απογυμνωμένη από συναισθηματισμούς, επιτρέπει να αναδειχθεί η ωμότητα των γεγονότων μέσα από την ακρίβεια και την ειλικρίνεια.

Στα έργα της Η Ντροπή, Αναμνήσεις ενός κοριτσιού και Το γεγονός,  η Ερνώ αποτυπώνει την ενδοοικογενειακή βία, τη σεξουαλική υποταγή και τη συστημική βία κατά του γυναικείου σώματος. Η Γιούλη Βολανάκη θα εστιάσει στο βιβλίο  Αναμνήσεις ενός κοριτσιού, δείχνοντας πόσο τραυματική ήταν η διαδρομή που διάνυσε η συγγραφέας μέχρι να συνειδητοποιήσει τη σεξουαλική υποταγή και ταπείνωση που είχε υποστεί ως νεαρό κορίτσι.     

Για την Ερνώ, η κακοποίηση δεν είναι ποτέ μια ατομική υπόθεση. Συνδέεται πάντα με την κοινωνική τάξη και το φύλο, και νομιμοποιείται μέσα από την εξουσία που ασκούν οι «ισχυροί» - είτε πρόκειται για τους άνδρες είτε για την κυρίαρχη τάξη- πάνω στους αδύναμους.  

Στη συνέχεια θα δούμε τρία έργα της γαλλόφωνης λογοτεχνίας, τα οποία αποτελούν, θα μπορούσαμε να πούμε, μια άτυπη τριλογία. Και τα τρία έργα, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ερνώ, είναι βαθιά αυτοβιογραφικά και αποτελούν συγκλονιστικές καταθέσεις βιώματος. Πρόκειται για τον Θλιβερό τίγρη της Νεζ Σινό, τη Συναίνεση της Βανέσα Σπρινγκορά και Το κοριτσάκι στον Παγετώνα της Αντελάιντ Μπον. Τον Θλιβερό τίγρη και τη Συναίνεση θα μας παρουσιάσουν στη συνέχεια η Εύα Στάμου και η Έλφη Κιλαχίδου.

Και τα τρία έργα μοιράζονται κοινές θεματικές, όπως η κατάρριψη του μύθου της συναίνεσης, η παιδική σεξουαλική κακοποίηση και η δύναμη της μαρτυρίας. Εκεί που διαφοροποιούνται σημαντικά είναι στην προσέγγιση και το ύφος, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε από τις παρουσιάσεις. Ωστόσο, και τα τρία έργα συμφωνούν στην απόρριψη της θυματοποίησης και στη χρήση της γραφής, αν όχι ως εργαλείου κάθαρσης, τουλάχιστον ως μέσου επανάκτησης της αλήθειας.     

Περνώντας τώρα στην ελληνική γυναικεία λογοτεχνία, η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει αυτοβιογραφική καταγραφή της κακοποίησης. Έχουμε βέβαια δύο συγκλονιστικές, καθαρές μαρτυρίες: της πρωταθλήτριας του μαραθωνίου Μαρίας Πολύζου, που αποκάλυψε τη συστηματική σεξουαλική κακοποίηση και τον βιασμό που υπέστη από τον πατέρα της σε ηλικία 11 ετών, και της Δήμητρας Πατρικαράκου, μια εξομολογητική μαρτυρία σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατριό της.

Από την άλλη βέβαια θα ήταν παράλειψη αν δεν υπογραμμίζαμε ότι στα περισσότερα έργα των γυναικών λογοτέχνιδων, από τις απαρχές ακόμα της γυναικείας γραφής στη χώρα μας, η αποτύπωση της βίας που υφίστανται οι γυναίκες σε διάφορα περιβάλλοντα, αστικά ή αγροτικά, είναι παρούσα. Ωστόσο, μετά το ξέσπασμα του εγχώριου “metoo” πληθαίνουν οι φωνές που επιδιώκουν να αποτυπώσουν τις διαφορετικές μορφές κακοποίησης που υφίστανται οι γυναίκες. Στο πλαίσιο αυτό, η Βιργινία Σπυράτου θα μας παρουσιάσει τη νουβέλα - ντοκουμέντο της Μαρίας Λούκα Μια γυναίκα απολογείται, εμπνευσμένη από πραγματικές ιστορίες κακοποιημένων γυναικών.   

Και φυσικά να αναφέρουμε τους δύο τόμους του δικτύου μας, Η φωνή της, και Εκατό και είκοσι φωνές, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, οι οποίοι, μέσα από την πολυφωνία χαρτογραφούν το γυναικείο βίωμα, μετατρέποντας τη λογοτεχνία σε ένα συλλογικό μανιφέστο αντίστασης.

Κι ενώ γράφονταν αυτές οι γραμμές, ενημερωθήκαμε ότι σε λίγες μέρες θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Άνω τελεία ένας ακόμα συλλογικός τόμος με μικροδιηγήματα για την έμφυλη βία, στον οποίο συμμετέχουν 92 γυναίκες, πολλές από τις οποίες είναι μέλη του Δικτύου μας. Το βιβλίο, με τον τίτλο Basta, είναι μια εξέλιξη της διεθνούς πρωτοβουλίας BASTA, η οποία ιδρύθηκε το 2007 στη Χιλή, με σκοπό την ανάδειξη της λογοτεχνίας ως μέσου κοινωνικής παρέμβασης.

 

Κλείνοντας, ας ρίξουμε μια ματιά σε αυτή τη συναρπαστική διαδρομή, από την Κριστίν ντε Πιζάν έως την Ερνώ και τη Σινό κι εμάς, τις σύγχρονες συγγράφισσες, και σε όλες εκείνες τις σπουδαίες λογοτέχνιδες που σήμερα δεν αναφέραμε. Στην αρχή έπρεπε να υπερασπιστούμε την αξία μας απέναντι στον ανδρικό λόγο. Στη συνέχεια αποκαλύψαμε ότι η βία, η πατριαρχική βία, είναι ένα ολόκληρο σύστημα. Μετά εγγράψαμε τη βία στη μνήμη και την κοινωνική μας ταυτότητα και την αναδείξαμε ως συστατικό στοιχείο του συστήματος και όχι ως ατομική υπόθεση.

Με τη λογοτεχνία δεν είναι απλώς ότι μιλήσαμε για τη βία, ότι σπάσαμε το τείχος της σιωπής. Δείξαμε ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάζει αυτή τη βία. Δεν είμαστε πια το ανώνυμο θύμα. Είμαστε εμείς που λέμε «Εγώ το έζησα. Εγώ θα το αφηγηθώ. Εγώ θα το ονομάσω. Εγώ θα το αλλάξω». Κι έτσι η λογοτεχνία παύει να είναι η αναπαράσταση της βίας και του τραύματος. Γίνεται μνήμη, γίνεται πράξη αντίστασης, πράξη αλλαγής και, τελικά, πράξη ελευθερίας.         

 

Η Τζένη Θεοφανοπούλου είναι μουσικός και συγγραφέας, απόφοιτη του ΜΠΣ «Δημιουργική Γραφή» των Πανεπιστημίων ΕΑΠ & Δυτικής Μακεδονίας. Έχει διδάξει μουσική σε Ωδεία, Μουσικές Σχολές και Νηπιαγωγεία. Συνεργάζεται με το ABRSM. Έχουν εκδοθεί πέντε βιβλία της, ενώ ποιήματά της και πεζά έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις και το διαδίκτυο.

 

                 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου